Από Την Μικρασιατική Καταστροφή Στη Συνθήκη Της Λωζάνης

Print Friendly, PDF & Email

6.6.2018

  • ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΜΠΕΝΟΠΟΥΛΟΥ

Oι ελληνοτουρκικές σχέσεις, από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1830) μέχρι και σήμερα, έχουν περάσει από πολλές διακυμάνσεις, με περιόδους σύγκρουσης, έντασης, ύφεσης αλλά και συνεργασίας. Συγκεκριμένα, το 1922 είναι μία από τις χρονολογίες-ορόσημο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τον Αύγουστο εκείνου του έτους κατέρρευσε το ελληνικό μέτωπο στην Μικρά Ασία, και ο ελληνικός στρατός υποχρεώθηκε σε άτακτη υποχώρηση και σε ουσιαστική διάλυση. Ακολούθησε η κατάληψη από τα κεμαλικά στρατεύματα όλων των περιοχών της Μικράς Ασίας που βρίσκονταν υπό ελληνική κατοχή από τον Μάιο του 1919, συμπεριλαμβανομένης και της Σμύρνης που, σύμφωνα με την Συνθήκη των Σεβρών, τελούσε υπό την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδας.

Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922, με ταυτόχρονη αποχώρηση των Ελλήνων κατοίκων οι οποίοι, φοβούμενοι για την ασφάλειά τους, εγκατέλειπαν τις εστίες τους. Η πυρπόληση της Σμύρνης από τους τσέτες του Kemal ολοκλήρωσε την ήττα των Ελλήνων στην Μικρά Ασία. Τον Οκτώβριο του 1922 υπογράφηκε η Σύμβαση Ανακωχής στα Μουδανιά, που όριζε τη λήξη των εχθροπραξιών, αλλά και τη χάραξη των ορίων που κατείχε η κάθε πλευρά (Psomiades 1997).

Oι Πολιτικές Εξελίξεις Στην Ελλάδα Πριν Την Ήττα

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 η φιλοβασιλική Ηνωμένη Αντιπολίτευση κέρδισε τις εκλογές, με την υπόσχεση της άμεσης απεμπλοκής του ελληνικού στρατού από τον πόλεμο στην Μικρά Ασία. Η Ελλάδα ευρίσκετο από το 1912 σε μία συνεχόμενη πολεμική σύγκρουση, και ήταν βέβαιο ότι ο ελληνικός λαός είχε κουραστεί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, λόγω του εκλογικού συστήματος της εποχής (πλειοψηφικό με ευρεία εκλογική περιφέρεια), και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Δημήτριο Ράλλη. Η κυβέρνηση Ράλλη, εξαιτίας του θανάτου του Βασιλιά Αλέξανδρου Α’, διεξήγαγε δημοψήφισμα με σκοπό την επαναφορά του Βασιλιά Κωσταντίνου Α΄.

Η κυβέρνηση Ράλλη παραιτήθηκε τον Ιανουάριου του 1921, λόγω διαφωνιών μεταξύ Ράλλη και Γούναρη, και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση του Νικόλαου Καλογερόπουλου. Η κυβέρνηση έπεσε στις 26 Μαρτίου 1921, μετά τη συνδιάσκεψη του Λονδίνου και τις αποτυχίες του στρατού στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Αντικαταστήθηκε στη συνέχεια από την Κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη, που μέχρι τότε ήταν Υπουργός Στρατιωτικών.

Η κυβέρνηση Γούναρη κλήθηκε να αντιμετωπίσει σοβαρά εξωτερικά και εσωτερικά προβλήματα. Στο εξωτερικό επικρατούσε το ζήτημα της πορείας της Μικρασιατικής εκστρατείας, και στο εσωτερικό τα οικονομικά προβλήματα. Η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος ήταν έμπνευση του Υπουργού Οικονομικών, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, και λειτούργησε ως εσωτερικός δανεισμός, εξοικονομώντας 1,5 δις δραχμές (Δημητρόπουλος 2004) . Παράλληλα, η κυβέρνηση Γούναρη αποφάσισε την κατάληψη της Άγκυρας, στέλνοντας επιπλέον 100.000 άνδρες, και αναζήτησε μέσω διπλωματικών επαφών τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.

Η κυβέρνηση έπεσε τον Μάιο του 1922, λόγω αδυναμίας ψήφισης του προϋπολογισμού, και ανέλαβε την εξουσία ο Νικόλαος Στράτος για δέκα ημέρες, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη.

Η Σμύρνη φλέγεται (Σεπτέμβριος 1923)

Στην Μικρά Ασία, στις 13 Αυγούστου του 1922, το μέτωπο κατέρρευσε. Η τουρκική αντεπίθεση στο Afyonkarahisar αιφνιδίασε τον ελληνικό στρατό, ο οποίος, ελλείψει τροφοδότησης και επικοινωνίας με την Αθήνα, ήταν δυσλειτουργικός και κρίθηκε αδύναμος να αντιδράσει. Επιπλέον, οι αξιωματικοί που είχαν διοριστεί -χωρίς να έχουν εμπειρία μάχης- δεν στάθηκαν ικανοί να λάβουν τις σωστές αποφάσεις για την άμυνα του στρατεύματος. Οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να υποχωρούν προς τα παράλια, ενώ σημειώθηκαν αιχμαλωσίες ολόκληρων μεραρχιών, και αρκετές λιποταξίες. Η πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους (στις 13 Σεπτεμβρίου) σήμανε την οριστική αποτυχία των ελληνικών επιχειρήσεων στην Μικρά Ασία.

Η ήττα του ελληνικού στρατού ανάγκασε την κυβέρνηση να παραιτηθεί, ενώ, στις 28 Αυγούστου 1922, ανέλαβε την εξουσία ο Νικόλαος Τριανταφυλλάκος, μέχρι να ανατραπεί από το στρατιωτικό κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το Κίνημα Του Στρατού

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 ξέσπασε στη Χίο και στη Λέσβο το κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα, Δημήτριο Φωκά και Στυλιανό Γονατά. Σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή, η οποία κάλεσε την κυβέρνηση και τον Βασιλιά να παραιτηθούν. Επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και, με τη συνοδεία πολεμικών, έπλευσαν στην Αθήνα.

Στις 15 Σεπτεμβρίου τα επαναστατικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα, όπου ματαίωσαν την προσπάθεια του αποστρατευμένου υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να επωφεληθεί από την επανάσταση και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, και σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση υπό τον Σωτήριο Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο, καθώς θεωρούνταν πλήρως αποτυχημένη και καταστροφική η έως τότε πολιτική των φιλοβασιλικών (Γριβάκος 2014).

Η κυβέρνηση Κροκιδά κυβέρνησε μέχρι τον Νοέμβριο του 1922, όπου αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Γονατά, καθώς διαφώνησε με τις εκτελέσεις των έξι.

Η Δίκη Των Έξι

Η Δίκη των Έξι

Τον Σεπτέμβριο του 1922 παραπέμφθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο των Αθηνών, ως άμεσοι υπεύθυνοι για την καταστροφή στην Μικρά Ασία, οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο υποναύαρχος Μιχαήλ Γούδας, ο στρατηγός και υπουργός Συγκοινωνιών Ξενοφών Στρατηγός, και ο διοικητής της στρατιάς Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης Γεώργιος Χατζανέστης. Καταδικάστηκαν εις θάνατον, πλην του Γούδα και του Στρατηγού, και εκτελέστηκαν την ίδια μέρα.

Η Διαπραγμάτευση

Η Τουρκική αντιπροσωπεία στην Λωζάνη (1923).

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε εν λευκώ την εκπροσώπηση της χώρας μας στην Λωζάνη, μετά από συμφωνία με τους στρατιωτικούς που είχαν αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα (Σεπτέμβριος 1922). Τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν οι: Αλέξανδρος Μαζαράκης (υποστράτηγος -στρατιωτικός σύμβουλος), Δημήτριος Κακλαμάνος (διπλωμάτης), Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (πολιτικός, στενός συνεργάτης του Ε. Βενιζέλου) και Μ. Θεοτοκάς  (νομικός σύμβουλος και ειδικός στα θέματα του Πατριαρχείου).

Πρώτο συζητήθηκε το θέμα της Θράκης. Ως το 1920 οι Τούρκοι αξίωναν την παραχώρηση σε αυτούς ολόκληρης της Θράκης. Μετά τη δημοσίευση του τουρκικού  «Εθνικού Συμβολαίου» (Ιανουάριος 1920), το κεμαλικό κίνημα άλλαξε στάση. Το «Εθνικό Συμβόλαιο» διεκδικούσε μόνο το ανατολικό τμήμα της Θράκης, και ζητούσε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη δυτική Θράκη.

Η Ελληνική αντιπροσωπεία στην Λωζάνη με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο (1923).

Η ανταλλαγή πληθυσμών βασίστηκε αποκλειστικά σε θρησκευτικά και όχι σε φυλετικά κριτήρια. Από την ανταλλαγή πληθυσμών εξαιρέθηκαν ρητά οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, και οι μουσουλμάνοι της Θράκης (πουθενά στη Συνθήκη της Λωζάνης δεν γίνεται λόγος για τουρκική μειονότητα).

Το τελικό κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης υπεγράφη στις 24 Ιουλίου 1923. Εκτός από την καθαυτό συνθήκη περί ειρήνης, περιλαμβάνει και 17 συμβάσεις, πρωτόκολλα και δηλώσεις. Η Συνθήκη Ειρήνης αποτελείται από 143 άρθρα, χωρισμένα σε 5 μέρη.

Η Σημασία Της Συνθήκης Της Λωζάνης Στις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις

Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης έχει τόσο ουσιαστική, όσο και συμβολική σημασία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Για την Ελλάδα, προτεραιότητα πλέον αποκτούσε η διασφάλιση των ορίων του κράτους και η αποκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Με την ανταλλαγή πληθυσμών, η χώρα αποκτούσε θρησκευτική και φυλετική ομοιογένεια – κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για την περιοχή της Μακεδονίας. Επιπλέον, η αποχώρηση των μουσουλμάνων έδινε τη δυνατότητα στο ελληνικό κράτος να διαθέσει εκτεταμένες γαίες προς αποκατάσταση των προσφύγων.

Για την  Τουρκία, η υπογραφή της Συνθήκης οριστικοποίησε το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και διασφάλισε την Μικρά Ασία ως εθνικό έδαφος του τουρκικού κράτους. Η επιλογή να καθιερωθεί ως εθνική επέτειος της «Τουρκικής Δημοκρατίας» η μέρα της υπογραφής της Συνθήκης σηματοδότησε τη ρήξη με το παρελθόν, και την επικράτηση των Νεότουρκων και της ιδεολογίας του τουρκικού εθνικισμού. Ο Mustafa Kemal αναδείχτηκε ως αδιαφιλονίκητος ηγέτης της χώρας, παρουσιάζοντας ως προσωπική του επιτυχία την ανατροπή της Συνθήκης των Σεβρών (Συρίγος 2014).

Και για τις δύο χώρες, η Συνθήκη δεν περιορίζεται μόνο στην προστασία των μειονοτήτων. Είναι χαρακτηριστική η συνήθης κατηγορία έναντι της άλλης πλευράς για παραβίαση ή ανατροπή της Συνθήκης. Επί παραδείγματι, η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των τριών μιλίων το 1936, η στρατικοποίηση των νησιών, αλλά και η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου το 1947 λειτουργούν για την Τουρκία ως ξεκάθαρη παραβίαση των κανονισμών της Λωζάνης. Αντίστοιχα, οι προσπάθειες για την επέκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας ή των ορίων του FIR Κωνσταντινούπολης στο μέσον του Αιγαίου, αλλά και η θεωρία του 1996 περί «γκρίζων ζωνών» αποτελούν εκφάνσεις της τουρκικής στρατηγικής για την ανατροπή του καθεστώτος της Συνθήκης (Συρίγος 2014).

Από το 1923 μέχρι και το 1926 οι διμερείς σχέσεις δοκιμάζονταν έντονα από μια σειρά προβλημάτων που σχετίζονταν με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης. Θέματα όπως οι Έλληνες κάτοικοι της Πόλης, η απέλαση του Πατριάρχη Κωνσταντίνου ΣΤ΄, οι αποζημιώσεις, αλλά και οι μουσουλμάνοι της Θράκης επικέντρωσαν τις δύο χώρες αποκλειστικά στην επίλυσή τους.

Στην ελληνική πολιτική, οι βραχύβιες κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Μεταξύ 1924 και 1928 σχηματίστηκαν δέκα κυβερνήσεις, δύο εξ αυτών μετά από πραξικοπήματα (Πάγκαλου 1924 και Κονδύλη 1926). Το 1924 η κυβέρνηση Παπαναστασίου κατήργησε τη Βασιλεία με δημοψήφισμα, εγκαθιδρύοντας την Β΄ Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935). Η χώρα βρισκόταν διπλωματικά απομονωμένη – γεγονός που οφειλόταν στην πολιτική ανωμαλία. Η ανάληψη του Υπουργείου Εξωτερικών από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο το 1926, αλλά και η επιστροφή του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πρωθυπουργία το 1928, έθεσαν  τις βάσεις της ελληνοτουρκικής προσέγγισης και την διακοπή της διεθνούς απομόνωσης της Ελλάδας.

Πηγές:

  1. Συρίγος, Α. (2014). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις.  Εκδόσεις: Πατάκη
  2. Συρίγος, Α. (2006). Μικρασιατική καταστροφή: γενοκτονία ή μοιραία συνέπεια ενός πολέμου. Εκδόσεις: Σάκκουλα Αθήνα
  3. Δαφνής, Γ. (1997). Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940. τόμος πρώτος, Εκδόσεις: .Κάκτος, Αθήνα
  4. Γριβάκος, Ε. (2014). Στο φύλλο υπ’ αριθμόν 612 (Οκτώβριος 2014) της εφημερίδας Εθνική Ηχώ. σελ. 19, άρθρο με τίτλο «Εξιλασμός και αναγκαία συνέπεια της Μικρασιατικής Καταστροφής»
  5. Σβολόπουλος, Κ. (1997). Η ελληνική εξωτερική πολιτική μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης: η κρίσιμος καμπή.  Εκδόσεις: Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων και Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου Θεσσαλονίκης
  6. Psomiades, H. J (1997). Thrace and the Armistice of  Mudanya. Εκδόσεις: Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών
  7. Hirschon, R.  (2003). Studies in forced migration, Vol. 12 / Crossing the Aegean: an appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey.  Εκδόσεις: Berghahn Books.
  8. Keridis, D. (2011). The foreign policy of Turkey. Εκδόσεις: Routhledge New York

ΠΗΓΗ:https://powerpolitics.eu/μπενόπουλος-9-5-από-την-μικρασιατική-κα/?utm_source=κυριακάτικο&utm_medium=email&utm_campaign=newsletter&utm_content=automated-%7Bchannel+numer%7D-%7Bemail+id%7D