Το Καθεστώς Εξάρτησης Της Ευρωπαϊκής Άμυνας Από Την Ατλαντική Συμμαχία, 1945-1989

Print Friendly, PDF & Email

6/7/2018

Γράφει ο Διονύσιος Δραγώνας*

Εισαγωγή

Η αποτυχία συνεννόησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (Η.Π.Α.) με την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ.) μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησε στην επικέντρωση της αμερικανικής πολιτικής στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς πολιτικών όπως το σχέδιο Marshall, η ίδρυση του Ο.Ο.Σ.Α., η υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ. – 1951) καθώς και της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (Ε.Α.Κ.). Αυτό το σταθερό μοντέλο στήριξης προς την Ευρώπη θα οδηγούσε, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, στην ειρήνευση και, επακόλουθα, στην οικονομική και εμπορική συνεργασία. Απώτερος στόχος ήταν η οικονομική ανοικοδόμηση της Ευρώπης, και η εξασφάλιση πολιτικής σταθερότητας στον ευρωπαϊκό χώρο ώστε να αντιμετωπιστεί η εξωτερική απειλή της Ε.Σ.Σ.Δ., αλλά και τα ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα στο εσωτερικό. Ακόμη, σημαίνων στρατηγικός σκοπός για τις Η.Π.Α. ήταν ο επανεξοπλισμός της Δυτικής Γερμανίας και η ένταξή της στη δυτική συμμαχία, εν όψει της ανάδυσης του Ψυχροπολεμικού διπολικού συστήματος (Ήφαιστος, 2000).

Εννοιολογικό Πλαίσιο

Ως «ασφάλεια» ορίζονται οι σταθεροί ή μεταβλητοί παράγοντες που εξασφαλίζουν, προασπίζουν και διαιωνίζουν τα συμφέροντα ενός ή παραπάνω κρατών, όπως αυτά καθορίζονται από την ενδοκρατική και διακρατική πολιτική διαδικασία. Η «άμυνα» αποτελεί ένα μόνο μέρος του πλέγματος που συνθέτει την ασφάλεια. Ο όρος αναφέρεται κυρίως στους στρατιωτικούς παράγοντες, καθώς και την κοινωνικοπολιτική δομή που τους υποστηρίζει (Ήφαιστος, Τσαρδανίδης, 1992).

Ο Ρόλος Της Ατλαντικής Συμμαχίας Στην Εξέλιξη Της «Ευρωπαϊκής Άμυνας»

Τον Απρίλιο του 1949 υπογράφεται το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο και ιδρύεται το ΝΑΤΟ (Νorth Atlantic Treaty Organization). Ως ιδρυτικά μέλη, πέρα από τις Η.Π.Α., υπογράφουν η Γαλλία, το Βέλγιο, η Βρετανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Η εν λόγω συνθήκη έμελλε να αποτελέσει την αρχή της αμερικανικής κυριαρχίας επί των θεμάτων άμυνας και ασφάλειας της Ευρώπης. Η αμερικανική στρατηγική προέβλεπε την εγκαθίδρυση ενός πλαισίου αμοιβαίας ασφάλειας, εντός του οποίου θα διεξάγονταν κοινές στρατιωτικές προετοιμασίες, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν ήταν επιθυμητή η ανεξαρτητοποίηση της ευρωπαϊκής άμυνας. Οι Αμερικανοί εκτιμούσαν ότι κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο λόγω της ευρωπαϊκής στρατιωτικής αδυναμίας και της έλλειψης πολιτικής συνοχής (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Το 1950 ξεσπά ο Πόλεμος της Κορέας, προκαλώντας τη σκλήρυνση της σοβιετικής στάσης. Αυτό οδήγησε στην ανάγκη βελτίωσης της ευρωπαϊκής ασφάλειας μέσω της αύξησης των αμερικανικών στρατευμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και με την προώθηση της γερμανικής συμμετοχής στα αμυντικά σχέδια της Δύσης (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η γαλλική αντίδραση έναντι της ιδέας του γερμανικού επανεξοπλισμού αποκρυσταλλώνεται με το Σχέδιο Pleven, που προέβλεπε την ίδρυση ευρωπαϊκού στρατού, εντός του οποίου θα υπάγονταν οι γερμανικές δυνάμεις. Οι Η.Π.Α. είδαν με δυσπιστία τη γαλλική πρωτοβουλία, καθώς επιθυμούσαν την απευθείας ένταξη των γερμανικών δυνάμεων στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, και με τις γαλλικές πιέσεις να καρποφορούν, η αμερικανική κυβέρνηση υπογράφει το σχέδιο με τον απαράβατο όρο «οι ευρωπαϊκές δυνάμεις θα υπάγονταν στη νατοϊκή ομπρέλα». Ο όρος αυτός υποστηρίχθηκε και από μικρότερα κράτη, που θεωρούσαν απαραίτητη την αμερικανική παρουσία στην άμυνα της Ευρώπης ώστε να εξισορροπούνται πιθανές γαλλικές ή γερμανικές επιδιώξεις. Ακόμη, ο όρος περιγράφει επακριβώς την αμερικανική αντίληψη, η οποία αποδεχόταν τις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες μονάχα στον βαθμό που προωθούσαν κοινά ευρωατλαντικά συμφέροντα (Ήφαιστος, 2000).

Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα

Την άνοιξη του 1951 η Κυβέρνηση Truman υποστηρίζει δημόσια τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού υπό το πλαίσιο μιας τροποποιημένης εκδοχής του Σχεδίου Pleven, της Ε.Α.Κ. Η αμερικανική πλευρά εκτιμούσε ότι η Ε.Α.Κ. ήταν αναγκαία προσθήκη στην προσπάθεια για οικονομική ενοποίηση που είχε ήδη αρχίσει με τη Συνθήκη Ε.Κ.Α.Χ. και την ίδρυση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.). Ωστόσο, σαφής ήταν η προϋπόθεση ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές δυνάμεις δεν θα λειτουργούσαν αυτόνομα, αλλά βοηθητικά της Ατλαντικής Συμμαχίας. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη των δυνάμεων της Ε.Α.Κ. υπαγόταν στην ευθύνη του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή Ευρώπης, ο οποίος θα ήταν Αμερικανός στρατηγός, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις «θα δέχονται τις στρατηγικές κατευθύνσεις και πολιτικές οδηγίες αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ» (Ήφαιστος, 2000).

Για τις Η.Π.Α., η Ε.Α.Κ. ήταν ένα μέσο ενδυνάμωσης της ατλαντικής άμυνας, εξασφαλίζοντας την επίτευξη ενός διπλού στόχου: την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπό την αμερικανική ομπρέλα αφενός, και τον επανεξοπλισμό-ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στους δυτικούς θεσμούς αφετέρου. Όμως, η γαλλική διστακτικότητα απέναντι στον γερμανικό επανεξοπλισμό ώθησε το Γαλλικό Κοινοβούλιο στην καθυστέρηση της κύρωσης, και μετέπειτα στην καταψήφιση της Συνθήκης (Bernstein, Knox, Murray, 1994).

Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση

Η αμερικανική προσπάθεια για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας δεν κατέρρευσε μαζί με την Ε.Α.Κ. Επανήλθε το 1954, βασισμένη σε μια βρετανική πρόταση διεύρυνσης της πενταμελούς Συνθήκης των Βρυξελλών του 1948. Στην τροποποιημένη Συνθήκη θα περιλαμβάνονταν η Δ. Γερμανία και η Ιταλία, υπό το πλαίσιο ενός νέου οργανισμού με το όνομα «Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση» (Δ.Ε.Ε.). Οι στρατιωτικές υποθέσεις και τα αμυντικά ζητήματα του οργανισμού θα παρέμεναν υπό την αμερικανική ομπρέλα, ενώ βασικός ρόλος της Δ.Ε.Ε. ήταν η διαφύλαξη της τήρησης των περιοριστικών μέτρων κατά τον γερμανικό επανεξοπλισμό. Η ίδρυσή της ενίσχυσε την ευρωπαϊκή αμυντική εξάρτηση από το νατοϊκό πλαίσιο, εδραιώνοντας την ατλαντική φύση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Το γεγονός αυτό ενισχύθηκε σημαντικά από την απόφαση του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ (12/1954) να κάνει χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής στην Ευρώπη (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Από το 1955 και έπειτα, οι Η.Π.Α., έχοντας πλέον επιτύχει τον διπλό στόχο του επανεξοπλισμού και της ένταξης της Δ. Γερμανίας στους δυτικούς θεσμούς, αποκτούν έναν λιγότερο παρεμβατικό και περισσότερο επικουρικό ρόλο στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Μολαταύτα, το τέλος της δεκαετίας του ‘50 βρίσκει την Ευρώπη να χαρακτηρίζεται από μια σημαντική ασυμμετρία μεταξύ οικονομικού ευρωκεντρισμού και αμυντικού ευρωατλαντισμού. Όσα βήματα μπροστά έγιναν στον τομέα της οικονομικής ενοποίησης με τη Συνθήκη της Ε.Κ.Α.Χ. και τις Συνθήκες της Ρώμης (1957), τόσο βήματα πίσω έγιναν στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.

Ο «ατλαντικός συνεταιρισμός»

Η αλλαγή στρατηγικής πλεύσης των Η.Π.Α. αποκρυσταλλώνεται στο δόγμα του «Ατλαντικού Συνεταιρισμού» της κυβέρνησης John F. Kennedy. Πρωταρχικός στόχος ήταν η οικονομική ισχυροποίηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ώστε να καταστεί ενεργότερη τόσο στην άμυνα, όσο και στη διπλωματία της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ωστόσο, μπορεί στον οικονομικό τομέα να γίνεται διάκριση μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ε.Κ.) αλλά όσον αφορά την άμυνα, η Κοινότητα βασιζόταν όλο και περισσότερο στο ΝΑΤΟ και την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η κατάρρευση της αμερικανικής πυρηνικής υπεροχής περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, και η επακόλουθη υιοθέτηση του δόγματος της «κλιμακωτής ανταπόδοσης» προκάλεσε σημαντικές εξ’ Ευρώπης αντιδράσεις. Κύριος εκφραστής ήταν ο Γάλλος ηγέτης Charles de Gaulle. «Στην αντίληψη των ευρωπαίων, η εισαγωγή ενδιάμεσων όπλων μείωνε σημαντικά την αμερικανική αμυντική αξιοπιστία, αφήνοντας περιθώρια σοβιετικής επέλασης στην Δυτική Ευρώπη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την στρατηγική άρνησης των Η.Π.Α. για την δημιουργία ανεξάρτητων πυρηνικών εργοστασίων, οδήγησε τις ευρωατλαντικές σχέσεις σε κρίση. Κορωνίδα αποτέλεσε η έξοδος της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1966) και το γαλλικό βέτο στην ένταξη της Βρετανίας στην Ε.Ο.Κ (1967)» (Δραγώνας, 2017), (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η γαλλική στάση δημιούργησε ζήτημα στον έλεγχο των πυρηνικών όπλων σε επίπεδο Ατλαντικής Συμμαχίας. Τη λύση προσπάθησε να δώσει η ιδέα δημιουργίας Πολυμερούς Νατοϊκής Δύναμης (Multilateral Force), με στόχο τον κατακερματισμό της διοίκησης των πυρηνικών ζητημάτων. Στην αμερικανική αντίληψη, κάτι τέτοιο θα ενίσχυε περισσότερο τη νατοϊκή πυρηνική ομπρέλα, και θα αποθάρρυνε τη δημιουργία εθνικών πυρηνικών οπλοστασίων. Όμως, επί Προεδρίας Kennedy, το σχέδιο πέρασε σε δεύτερη μοίρα (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η γκωλική στρατηγική για την ευρωπαϊκή άμυνα αποκρυσταλλώθηκε με το Σχέδιο Fouchet, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία τριμερούς διευθυντηρίου της Ατλαντικής Συμμαχίας (Η.Π.Α.-Γαλλία-Ηνωμένο Βασίλειο). Οι Η.Π.Α. έβλεπαν με δυσπιστία τη γαλλική πρόταση, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα διέλυε τη συμμαχία. Η γαλλική πλευρά επανήλθε με νέα πρόταση για τη δημιουργία ανεξάρτητου ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα, και με την υποστήριξη μιας διακυβερνητικής φύσεως Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που θα ήταν βασισμένη στον γαλλογερμανικό άξονα (Δεύτερο Σχέδιο Fouchet). Η αμερικανική πλευρά αντέδρασε, επαναφέροντας στο προσκήνιο την ιδέα της Πολυμερούς Νατοϊκής Δύναμης, με στόχο την αύξηση της ατλαντικής επιρροής και την αποδυνάμωση του γκωλικού λόγου. Τελικώς, οι δυο αντιδράσεις αλληλοεξουδετερώθηκαν, με την Πολυμερή Νατοϊκή Δύναμη να χάνει την πολιτική της σημασία, αφού οι ευρωπαϊκές χώρες παρέμειναν πιστές στη νατοϊκή ομπρέλα, και τη Γαλλία να μπλοκάρει την είσοδο του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ε.Κ. (Ήφαιστος, Τσαρδανίδης, 1992).

Η σφυρηλάτηση μιας «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ταυτότητας»

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ανάγκη περιορισμού αμερικανικών αμυντικών δαπανών, λόγω της εμπλοκής των Η.Π.Α. στον πόλεμο του Βιετνάμ, και η μη οικονομική συμβολή των Ευρωπαίων στη Συμμαχία, έφερε αμερικανικές πιέσεις για τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας. H απάντηση στις εν λόγω πιέσεις δίνεται το 1968 με την ίδρυση του Eurogroup (στο ΝΑΤΟ), στα πλαίσια του οποίου δημιουργήθηκε το «Πρόγραμμα Βελτίωσης της Ευρωπαϊκής Άμυνας». Ανάμεσα στους βασικούς στόχους του ήταν η αύξηση της οικονομικής συμβολής των ευρωπαίων στα αμυντικά ζητήματα, και η εξασφάλιση της παραμονής των αμερικανικών στρατευμάτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η Πετρελαϊκή Κρίση και ο Μεσανατολικός Πόλεμος δημιουργούν, για πρώτη φορά το 1973, απόκλιση συμφερόντων μεταξύ Η.Π.Α. και Ε.Κ. Ακόμη, η αμερικανική αδυναμία κατανόησης της δυναμικής που είχε πλέον αποκτήσει η 9μελής Κοινότητα ενέτεινε την κρίση των ευρωαμερικανικών σχέσεων. Η Σύνοδος Κοπεγχάγης (1973) και η διακήρυξη της αποδοχής της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας της Ευρώπης ήλθε ακόμη μια φορά να επιβεβαιώσει την ατλαντική φύση της ευρωπαϊκής άμυνας. Έκτοτε, οι ευρωατλαντικές κρίσεις έγιναν συχνότερες (π.χ. Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν 1979, Πολωνική κρίση 1981-82 κ.α.) (Ήφαιστος, 2000).

Η προσπάθεια αναβίωσης της «Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης»

Τη διετία 1983-1984 παρατηρήθηκε η τάση για αναβίωση της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής διατυπώθηκαν έντονες αντιδράσεις, με κύριους εκφραστές το Ηνωμένο Βασίλειο (που ήταν ήδη μέλος της Ε.Ο.Κ. από το 1975) και την Ολλανδία. Η βασική τους ανησυχία έγκειτο στο ενδεχόμενο αποδυνάμωσης της ευρωπαϊκής άμυνας, εξαιτίας της μειωμένης ανάμειξης των Η.Π.Α (decoupling). Αναπόφευκτα, η Δ.Ε.Ε., στη σύνοδο του Οκτωβρίου του 1984, αρκέστηκε σε έναν ρόλο συμπληρωματικό-υποστηρικτικό προς την Ατλαντική Συμμαχία (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Η ρευστότητα των διεθνών εξελίξεων μπροστά στη διαφαινόμενη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘80, προκάλεσε περεταίρω ανησυχία στα κράτη-μέλη της Κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, το 1987 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προέβη στη Σύσταση Πλατφόρμας για Ευρωπαϊκά Συμφέροντα Ασφαλείας, σύμφωνα με την οποία υπογραμμίστηκε η ανάγκη παρουσίας συμβατικών και πυρηνικών δυνάμεων των Η.Π.Α. στην Ευρώπη, ενώ ο ρόλος της Δ.Ε.Ε. περιορίστηκε στο συντονισμό των κρατών-μελών για θέματα στρατιωτικής φύσεως (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2000).

Συμπεράσματα – Επίλογος

Κατά την υπό εξέταση περίοδο, η εξαρτησιακή λογική της ευρωπαϊκής άμυνας από έναν εξωγενή παράγοντα, την Ατλαντική Συμμαχία, καταδεικνύει την ανυπαρξία μιας υπερεθνικής κοινότητας. Αντίθετα, η τότε Ε.Ο.Κ. δεν αποτελούσε παρά μια ομάδα εθνών-κρατών, αφού σε ζητήματα υψηλής πολιτικής εκείνης της περιόδου (άμυνα, ασφάλεια), μόνο τα κράτη ενέπνεαν πίστη και νομιμοφροσύνη στους πολίτες τους. Το ΝΑΤΟ αποτελούσε επί σειρά ετών έναν ισχυρό εξωτερικό πάροχο ασφάλειας, με τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης να διαδραματίζουν ρόλο «καταναλωτή» (Waltz, 2010). Το γεγονός αυτό αποδυνάμωσε τα διλλήματα ασφαλείας, και επέτρεψε την ανάπτυξη δομών συνεργασίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών. Παρά τη συνεργασία των κρατών-μελών της Ε.Ο.Κ. σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής, ο ευρωπαϊκός χώρος στους τομείς υψηλής πολιτικής παραμένει άναρχος. Επομένως, ο ανταγωνισμός διαιωνίζεται, ενώ τα έθνη-κράτη, αντί να αποδυναμώνονται, ενισχύονται (Hoffman, 1966), γεγονός που αποκρυσταλλώνεται από τη σημερινή γερμανική οικονομική πρωτοκαθεδρία.

Στις παραπάνω εξελίξεις, πέραν τις κοινωνικοπολιτικής ετερότητας των κρατών-μελών της Κοινότητας, πρέπει να συνυπολογιστεί και το στρατηγικό συμφέρον των Η.Π.Α. Οι τελευταίες σκόπιμα διατηρούσαν την ασυμμετρία μεταξύ οικονομικού ευρωκεντρισμού και αμυντικού ατλαντισμού, προς υλοποίησης των γεωστρατηγικών τους επιδιώξεων – ήτοι, την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής στη δυτική Ευρώπη. Κλείνοντας, η αναρχία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων υψηλής πολιτικής εντός της Κοινότητας (μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση) απογυμνώθηκε με την αδυναμία διαχείρισης της κρίσης της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990, ενώ φτάνει μέχρι της μέρες μας, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της πρόσφατης μεταναστευτικής κρίσης.

*Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Πηγές:

  1. Ήφαιστος, Π. (2000). Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ
  2. Ήφαιστος, Π. and Τσαρδανίδης, Χ. (1992). Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλειας και η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική προς το 2000. Εκδόσεις ΣΙΔΕΡΗΣ
  3. Αρβανιτόπουλος, Κ. and Ήφαιστος Π. (2000). Ευρωατλαντικές Σχέσεις. Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ
  4. Bernstein, A., Knox, M. and Murray, W. (1994),The Making of Strategy: Rulers, States, and War. Εκδόσεις CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS
  5. Δραγώνας, Δ. (2017). Η Εξέλιξη της Αμερικανικής Πυρηνικής Στρατηγικής κατά την Ψυχροπολεμική Περίοδο. https://powerpolitics.eu/%CE%B7-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82/
  6. Waltz, K. (2010). Theory of International Politics. Εκδόσεις Waveland Press
  7. Hoffman, S. (1966). Obstinate or Obsolete? The fate of the Nation – State and the Case of Western Europe. Εκδόσεις Daedalus

ΠΗΓΗ:https://powerpolitics.eu/δραγώνας-10-6-το-καθεστώς-εξάρτησης-της-ε/?utm_source=κυριακάτικο&utm_medium=email&utm_campaign=newsletter&utm_content=automated-%7Bchannel+numer%7D-%7Bemail+id%7D