Ο κύριος Ευαγόρας, το παλικαρόβουνο και η βαλίτσα του θησαυρού

Print Friendly, PDF & Email

 

20/7/2018

του   Γιώργου Καλλινίκου

Ο κύριος Ευαγόρας έφτασε στην αποβάθρα με αργά βήματα. Στα 84 του χρόνια ήταν ήδη δύσκολο το περπάτημα γι’ αυτόν. Φορούσε το μπλε κοστούμι του, με το άσπρο πουκάμισο και την μπλε γραβάτα. Αυτά, που συνήθως φορούσε στην εκκλησία, όταν πήγαινε την Ανάσταση. Σαν σε γιορτή, δηλαδή, προετοιμασμένος. Κρατούσε μόνο μια βαλίτσα. Εμφανώς παλιά.

Εκεί τον περίμενε μια βάρκα. Κατάμαυρη. Ουδόλως ταίριαζε με το γιορτινό κοστούμι του επιβάτη που ανέμενε. Τι ειρωνεία. Και ο βαρκάρης ντυμένος στα μαύρα ήταν. Φορούσε κι ένα μαύρο μανδύα. Και να ήταν μόνο η ενδυμασία του… Αγριωπό έως και τρομακτικό το πρόσωπό του. Εντελώς αγέλαστο.

 

Μόλις είδε ότι ο κύριος Ευαγόρας κρατούσε βαλίτσα, συνοφρυώθηκε. Άρχισε να ουρλιάζει με φωνή, που ταίριαζε στο αγριωπό του πρόσωπο: «Τι είναι αυτό; Δεν επιτρέπονται αποσκευές σε αυτό το ταξίδι. Όλοι οι επιβάτες μόνοι πηγαίνουν. Δεν κουβαλάνε πράγματα». Ο κύριος Ευαγόρας παρέμεινε ήρεμος. Με χαμόγελο ανθρώπου, που είναι αποφασισμένος να παραμείνει αμετακίνητος σε αυτό που είχε σχεδιάσει.

 

«Δεν υπάρχει περίπτωση να ανεβώ στη βάρκα χωρίς τη βαλίτσα μου», απάντησε με φωνή, που ανεδείκνυε αταλάντευτη αποφασιστικότητα. Ο βαρκάρης έπιασε τη βαλίτσα από το χέρι του κύριου Ευαγόρα και την άνοιξε. Σάστισε. Δεν είχε μέσα ούτε ρούχα ούτε παπούτσια. Βρήκε μια χούφτα χώμα και λίγη κόκκινη άμμο… «Τι είναι αυτό», ρώτησε. «Χώμα. Από την αυλή του σπιτιού μου. Στο κατεχόμενο Βαρώσι. Το φύλαγα 44 χρόνια. Και λίγη άμμος από τις παραλίες μας. Χρυσή ήταν, αλλά εκείνο το Καλοκαίρι χύθηκε τόσο αίμα, που την μετέτρεψε για πάντα σε κόκκινη», απάντησε ο κύριος Ευαγόρας. «Και τι θα τα κάνεις», ξαναρώτησε με την ίδια παγερή χροιά ο βαρκάρης. «Δεν τα αποχωρίζομαι ποτέ. 44 χρόνια τα έχω μαζί μου», η απάντηση.

 

Ο βαρκάρης βρήκε και αρκετές μαυρόασπρες, αλλοιωμένες από το χρόνο, φωτογραφίες. «Αυτές;», ρώτησε ξανά τον κύριο Ευαγόρα. «Αναμνήσεις μια ζωής. Από την παιδική ηλικία στο Βαρώσι μέχρι και την ημέρα της καταστροφής. Να σου δείξω. Εδώ είμαι παιδάκι στον κήπο μαζί με τον μακαρίτη τον πατέρα μου. Εδώ μεγαλύτερος μαζί με τη μητέρα μου. Κι εδώ με τον Κώστα, τον Πέτρο και τον Χρίστο. Παίζαμε ανέμελα στους δρόμους της γειτονιάς. Σήμερα, βεβαίως, εκείνη η γειτονιά είναι νεκρή… Βουβή. Σε μια πόλη φάντασμα. Θα ξαναζωντανέψει, όμως, κάποτε. Θα δεις…». Το πρόσωπο του κύριου Ευαγόρα είχε αρχίσει να λάμπει… Λες και έβλεπε σαν σε ταινία, ζωντανή εκείνη την εποχή.

 

Ο βαρκάρης, όμως, ήταν σκληρός. Συνέχισε το ψάξιμο. Βρήκε λίγα αποξηραμένα κυκλάμινα. «Κι αυτά;», ρώτησε χωρίς την παραμικρή ένδειξη στο πρόσωπο του ότι μαλάκωσε λιγάκι. «Α, αυτά είναι υπέροχα. Είναι από τη ράχη του παλικαρόβουνου…», αποκρίθηκε ο κύριος Ευαγόρας. «Ποιου;», τον διέκοψε ο βαρκάρης. «Του παλικαρόβουνου. Δεν έχεις ακουστά τον Πενταδάκτυλο; Εκεί κύλησε αίμα ηρώων. Από αυτό ποτίστηκαν και φύτρωσαν αυτά τα κυκλάμινα. Γι’ αυτό είναι πανέμορφα. Εκεί χρόνια μετά, κύλησε κι άλλο αίμα. Προδομένων παλικαριών. Πάλεψαν, έδωσαν τη ζωή τους, δεν ήξεραν, όμως, για τους προδότες. Σήμερα, απέμειναν αιμοβόρα νύχια καρφωμένα στη ράχη του παλικαρόβουνου. Συνεχίζουν να το ματώνουν. Όπως και η σημαία της ντροπής. Αυτό εκεί όμως. Δεν το βάζει κάτω. Καρτερά την κατάλληλη στιγμή, που θα ανασηκώσει τη ράχη του και θα πετάξει όλους τους λύκους στη θάλασσα», συνέχισε να εξηγεί ο κύριος Ευαγόρας. Το γερασμένο του κορμί, όσο αφηγείτο στον βαρκάρη, εξέπεμπε ζηλευτή ενέργεια. Λες και ανήκε σε κάποιο νέο. Η δύναμη της ψυχής…

 

Ο μαυροφορεμένος και τρομακτικός βαρκάρης νόμισε ότι ο κύριος Ευαγόρας μέσα από τα χρόνια δεν ήξερε τι έλεγε. Πού να καταλάβαινε αυτός… Βαρέθηκε, όμως, να επιμένει και είπε στον επιβάτη του: «Άντε, τελείωνε και αργήσαμε. Μάζεψε τα και φεύγουμε. Έτσι κι αλλιώς στο μακρινό ταξίδι που θα πας, όταν φτάσεις στον προορισμό όλα αυτά δεν θα έχουν σημασία». Μειδίασε πονηρά ο κύριος Ευαγόρας. «Κούνια που σε κούναγε», σκέφτηκε. Αυτός ήξερε πως εκείνη η πραμάτεια στη μικρή βαλίτσα ήταν ό,τι πολυτιμότερο μπορεί κάποιος να κατέχει. Η πατρίδα, η ζωή του, αναμνήσεις που δεν σβήνουν ποτέ. Θησαυρός!»

 

Ανέβηκε στη βάρκα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία είχαν μαζευτεί τα παιδιά και τα εγγόνια του να τον αποχαιρετήσουν. Τι ειρωνεία. Κι αυτοί ντυμένοι στα μαύρα. Όπως τον τρομακτικό βαρκάρη. Καμία σχέση με τον γιορτινό κοστούμι του. Έκλαιγαν και μοιρολογούσαν. Συγχύστηκε ο κύριος Ευαγόρας. Έστρεψε το βλέμμα του στο παλικαρόβουνο. Στη σημαία της ντροπής. «Σταματήστε αμέσως», τους φώναξε. «Δεν ταιριάζουν αυτά στους Έλληνες. Δεν ταιριάζουν σ΄ αυτούς, που η μοίρα τους έταξε να αγωνίζονται όσο ζούνε για την στιγμή, που θα διώξουν τον εφιάλτη. Που θα αναστηθεί η ελπίδα στην κακόμοιρη πατρίδα τους. Αυτός είναι τώρα ο δικός σας στόχος. Εγώ παίρνω μαζί μου όσα χρειάζομαι για να μην ξεχάσω. Εσείς, άστε τα κλάματα. Να κοιτάτε κάθε πρωί το παλικαρόβουνο και να σκέφτεστε τον μεγάλο στόχο. Με δυο μόνο λέξεις ένα μόνο γλωσσάρι: Δεν ξεχνώ!».

 

Η βάρκα άρχισε να απομακρύνεται. Ο κύριος Ευαγόρας άρχισε να απαγγέλλει τους στίχους του Δημήτρη Λιπέρτη: «Καρτερούμεν μέραν νύχταν/ να φυσήσει ένα αέρας/ στουν τον τόπον πο ‘ν καμένος/ τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν./ Για να φέξει καρτερούμεν/ το φως τζιήνης της μέρας/ πο ‘ν να φέρει στον καθ’ έναν/ τζαι δροσιάν τζαι ποστασιάν». Και το πρόσωπο του έλαμπε…

 

 

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/f-me-apopsi/arthra-apo-f/article/557004/o-kyrios-evagras-to-palikaroboyno-kai-i-balitsa-toy-thisavroy