Το γλωσσάρι της υποδούλωσης

Print Friendly, PDF & Email

29/7/2018

του   Χρήστου Ιακώβου

Η εξωελληνική νοοτροπία είναι ένας νεολογισμός στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, για πρώτη φορά, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Έκτοτε η χρήση του, στο πλαίσιο του κυπριακού προβλήματος, αποτελεί φραστική συντόμευση του προβλήματος των τελικών επιλογών του κυπριακού Ελληνισμού στη λύση του εθνικού θέματος. Συνοψίζει το γεγονός ύπαρξης, κυρίως στο επίπεδο ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων, διανοουμένων και ανθρώπων των ΜΜΕ της Κύπρου, διλημμάτων ή και πολιτικών επιφυλάξεων, ως προς το κατά πόσο το συμφέρον της ελληνικής πλευράς προηγείται ή έπεται σκοπιμοτήτων και κριτηρίων του διεθνιστικού χαρακτήρα της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων. Η εξωελληνική νοοτροπία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μορφή «ξένης ιδεολογικής κατοχής». 

Ξεκινώ με αυτές τις προ πολλού εκπεφρασθείσες σκέψεις μου με αφορμή τον δημόσιο διάλογο με αφορμή το προτεινόμενο γλωσσάρι για Έλληνες και Τούρκους δημοσιογράφους από τον ΟΑΣΕ. Εάν αποδεχθούμε και τη θεωρητική διατύπωση του Νόαμ Τσόμσκι ότι η γλώσσα δεν είναι τόσο εργαλείο επικοινωνίας όσο τρόπος σκέψης, τότε ίσως οφείλουμε να ανησυχούμε ακόμη περισσότερο – όταν βλέπουμε ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης να καμαρώνουν με την υποδούλωση.

Οι προτάσεις περί υιοθέτησης νέας πολιτικής γλώσσας στο Κυπριακό από τον ΟΑΣΕ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία έξωθεν προσπάθεια προσαρμογής της ελληνικής πολιτικής σκέψης, μέσω της δημοσιογραφίας, στις αμετατόπιστες ηγεμονικές παραστάσεις επί του κυπριακού προβλήματος όπως τις επέβαλε η Τουρκία από το 1974 και εντεύθεν. Στο τέλος, αυτού του είδους η πολιτική γλώσσα αναγκαστικώς δραπετεύει από την πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε με την κατοχή και τα συνεπακόλουθά της και μπαίνει στην καθημερινή μας ζωή ως μία φασματική εκδοχή του παρελθόντος και της σημερινής κατάστασης πραγμάτων, μόνο και μόνο για να έχει πρακτική χρησιμότητα στις πολιτικές επιλογές και τους πολιτικούς προσανατολισμούς του παρόντος. Αυτή βεβαίως η «Γλώσσα» λειτουργεί στα μάτια πολλών ως το δικαστήριο που δικαιώνει τις ψυχώσεις τους, τις ιδεολογικές τους αγκυλώσεις και μέσα από αυτές τις αυταπάτες που τους κάνουν να αισθάνονται εσαεί δικαιωμένοι, έστω κι αν δεν το ομολογούν δημοσίως. 

Κανείς δεν μπορεί να κατασκευάσει με επιτυχία μία πολιτική γλώσσα κατά παραγγελία αν αυτή δεν βγαίνει και τεκμαίρεται μέσα από τα ίδια τα γεγονότα. Η πολιτική γλώσσα δεν προσφέρεται ως ένα πλαίσιο πολιτικών αξιών ούτε μπορεί να καταλήξει σε χρησιμοθηρικά αφηγήματα που να δικαιολογούν, και ακόμη περισσότερο να νομιμοποιούν, μία ιδεολογική σχέση του παρόντος με το παρελθόν. Επιπλέον, η συλλογική μνήμη ενός λαού δεν μπορεί στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής γλώσσας να μετατρέπεται σε πολιτικό ναρκισσισμό ή στην αντίθετη περίπτωση σε πολιτική προσαρμογή και, πλέον χειρότερο, να εντάσσεται σε τεχνικές και μηχανισμούς ελέγχου από ομάδες έξω από τη βιωματική εμπειρία ενός έθνους που βιώνει εδώ και δεκαετίες ένα πρόβλημα παραβίασης των κανόνων του διεθνούς δικαίου. 

Τέλος, αυτό που δεν είναι συμβατό με τέτοιου είδους εκφορά του δημοσίου λόγου από τη δημοσιογραφία είναι η εργαλειοποίηση του δημοσιογράφου, ο οποίος μέσα από την πολιτική και ιδεολογική του στράτευση (βλ. ψύχωση) επιχειρεί να διαμορφώσει παραστάσεις που διευκολύνουν την πολιτική διαχείριση του παρόντος μέσα από επιλεκτικά προτεινόμενες λέξεις που ευθυγραμμίζονται με την επιβληθείσα τουρκική τάξη πραγμάτων στην Κύπρο. Συνεπώς, η επιλογή και χρήση της πολιτικής γλώσσας είναι πρωτίστως πρόκληση στην προσωπική ακεραιότητα του δημοσιογράφου αλλά και στην υπευθυνότητά του ως πολίτης.  

Η πιο μεγάλη δυστυχία πάντως είναι να ζεις στην Κύπρο, να αισθάνεσαι ξένος προς τα συμφέροντά της, ενώ ταυτοχρόνως να είσαι υποχρεωμένος να υιοθετείς ποικίλες εκλογικεύσεις για να δικαιολογήσεις την πολιτική σου ύπαρξη, προσποιούμενος τον «προοδευτικό» και τον «ειρηνιστή», με σκοπό να «νομιμοποιήσεις» κάθε λογής θέσεις που εξυπηρετούν, πρωτίστως, εξωελληνικά συμφέροντα ή τις ενδόμυχές σου προκαταλήψεις. Για τους εμπόρους της δυστυχίας τα επιχειρήματα υπήρξαν ανέκαθεν είδος προς ανεπάρκεια, γιατί η μοναδική άμυνά τους είναι οι μόνιμες επωδοί περί εθνικισμού και οι γνωστές νεφελώδεις αντιλήψεις περί «εκσυγχρονισμού», για να αυτοϊκανοποιηθούν καθισμένοι στο μαγικό βουνό των ψευδαισθήσεών τους ενώ, μακάρια, θεωρούν εαυτούς εσαεί δικαιωμένους, έστω και αν οι Τούρκοι, πού και πού, τούς διαψεύδουν και τούς αναιρούν. 

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/f-me-apopsi/paremvaseis-ston-f/article/560500/to-gossari-tis-ypodoylosis