Από μηδενική βάση οι συζητήσεις για το Κυπριακό με στόχο για ευρωπαϊκή λύση

Print Friendly, PDF & Email

Στιγμιότυπο από τη δεξίωση που παρέθεσε στις 3 Αυγούστου 2017 ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα/ ΓΤΠ/ Σταύρος Ιωαννίδης

Του Κωνσταντίνου Μπίτσιου*

Μετά το ναυάγιο στις δύο Πενταμερείς Διασκέψεις που έγιναν για το Κυπριακό τους τελευταίους μήνες έχει σημασία να αναστοχαστούμε, πέρα από τις διπλωματικές λεπτομέρειες, για τη στρατηγική διάσταση του ζητήματος. Το Κυπριακό είναι μείζον εθνικό θέμα, όχι μόνο λόγω των εθνικών δεσμών, αλλά και διότι είναι καίριο μέτωπο της διαχρονικής αντιπαράθεσης του Ελληνισμού με την Τουρκία. Οι Τούρκοι, θεωρούν τον Ελληνισμό ενιαίο από τη Θράκη έως την Κύπρο και ενιαία προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους.

Η Τουρκία στην Κύπρο δεν επιδιώκει ούτε τη διχοτόμηση, ούτε τη διπλή ένωση. Τη διχοτόμηση την έχει. Μπορεί ενδεχομένως να ερωτοτροπεί με την ιδέα της προσάρτησης των Κατεχομένων, αλλά αν το πράξει, θα ανοίξει εκ των πραγμάτων την πόρτα για «κάθοδο» της Ελλάδας στη Μεγαλόνησο. Αυτό δεν την συμφέρει. Η Τουρκία ενδιαφέρεται για σχέδιο τύπου Ανάν, για δικοινοτική συγκυριαρχία, για γεωπολιτικό έλεγχο επί του συνόλου της Κύπρου. 

Επιδιώκει τη διατήρηση μίας χαλαρής ενότητας του κυπριακού κράτους, υπό κάποια μορφή δυσλειτουργικής (συν)ομοσπονδίας. Μέσα από το σχήμα αυτό επιδιώκει να επιβάλει την ισότιμη και εξ αδιαιρέτου συγκυριαρχία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε ολόκληρο το νησί, με την Τουρκία όχι απλώς εγγυήτρια δύναμη, αλλά και λόγω γειτνίασης και στρατιωτικού πλεονεκτήματος, σε ρόλο ουσιαστικού επικυρίαρχου.

Η αλυσίδα των υποχωρήσεων

Εμπόδιο για βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού είναι το δυσμενές κεκτημένο που διαμορφώθηκε για τον Ελληνισμό από το 1974. Η Τουρκία εφάρμοσε με επιτυχία την τακτική να ζητά τα πάντα και υποχωρώντας σε κάτι ελάχιστο να εξασφαλίζει ελληνοκυπριακές παραχωρήσεις από θέσεις αρχής.

Δεχθήκαμε την ομοσπονδία αντί για το ενιαίο του κράτους. Οι δυο κοινότητες έγιναν «συνιστώντα κράτη». Δεχθήκαμε τη διζωνικότητα, η οποία δεν προάγεται μόνο ως γεωγραφικός προσδιορισμός αλλά και ως αρχή, με την οποία η τουρκοκυπριακή κοινότητα διατηρεί την πλειοψηφία σε πληθυσμό και ιδιοκτησία γης στο τουρκοκυπριακό «συνιστών κράτος».

Δεχθήκαμε την αρχή της πολιτικής ισότητας, από την οποία προέρχονται οι τουρκικές απαιτήσεις , για τις ειδικές πλειοψηφίες στο προεδρικό/υπουργικό συμβούλιο και στα νομοθετικά σώματα και για εκ περιτροπής προεδρία, την οποία αποδέχθηκε ο Αναστασιάδης στο Κραν Μοντάνα.

Εγκαταλείφθηκε το δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων στις εστίες και στις περιουσίες τους. Το εδαφικό μετονομάστηκε σε «εδαφικές αναπροσαρμογές». Οι έποικοι παραμένουν σχεδόν στο σύνολό τους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Η παγίδα του σχεδίου Ανάν

Ο δικοινοτικός διάλογος κατέληξε το 2004 στο σχέδιο Ανάν. Η κριτική που του ασκήθηκε ήταν ότι με τις ασάφειες και τον δαίδαλο των διατάξεων δεν θα ήταν λειτουργικό και άρα ούτε βιώσιμο. Θα οδηγούσε σε ένα φαύλο κύκλο αδιεξόδων. Ταχύτατα θα έφερνε αντιμέτωπους τους Ελληνοκύπριους με τους Τουρκοκύπριους και κατ’ επέκτασιν θα κατέληγε σε ελληνοτουρκική κρίση με πολύ επικίνδυνες διαστάσεις.

Δεν ήταν, όμως,  μόνο η συνταγματική δυσλειτουργία. Με την υπογραφή της συμφωνίας θα διαλυόταν η Κυπριακή Δημοκρατία. Η συγκατάθεση των Τουρκοκυπρίων θα ήταν  προϋπόθεση για τη λήψη κάθε απόφασης. Η επιστροφή των εδαφών και η επάνοδος των προσφύγων θα γινόταν σε βάθος χρόνου, εάν τελικώς γινόταν.

Θα ίσχυαν σοβαροί περιορισμοί στο δικαίωμα εγκατάστασης, ακόμα και στο δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης. Ο τουρκικός στρατός θα παρέμενε. Η Συνθήκη Εγγύησης παρέμενε σε ισχύ και προέβλεπε ότι οι εγγυήτριες δυνάμεις αποκτούσαν δικαίωμα επέμβασης και στα δύο συνιστώντα κράτη.

Από μηδενική βάση

Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν με το συντριπτικό 76% στο δημοψήφισμα του 2004 μας έδωσε την ευκαιρία να χαράξουμε μια νέα στρατηγική που θα είχε ως στόχο τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου πλαισίου μέσω διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση. Διάταξη του σχεδίου Ανάν διευκόλυνε την επιλογή αυτή αφού προέβλεπε ότι σε περίπτωση απόρριψής του, το σχέδιο θα ήταν άκυρο και οι δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί δεν θα είχαν καμία νομική ισχύ. Το ίδιο το σχέδιο, λοιπόν, προέβλεπε «μηδενισμό του κοντέρ».

Η ένταξη  της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2004 ενίσχυε την επιλογή αυτή. Η ΕΕ μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για την εξεύρεση βιώσιμης ευρωπαϊκής λύσης που να προσφέρει ασφάλεια και εγγυήσεις σε όλους τους κατοίκους της Μεγαλονήσου.

Δυστυχώς, η ελληνοκυπριακή ηγεσία δεν προχώρησε σε στρατηγική αναθεώρηση από μηδενική βάση. Αποδέχθηκε το σχέδιο Ανάν ως βάση και για το νέο κύκλο διαπραγματεύσεων, συνεχίζοντας να βασίζει τις ελπίδες της στον ΟΗΕ. Δεν επέμεινε στην ενεργό εμπλοκή της ΕΕ στη διαδικασία.

Σχέδιο τύπου Ανάν

Οι συνομιλίες επαναλήφθηκαν στο ίδιο ουσιαστικά πλαίσιο με την ΕΕ σε ρόλο «δίνω την ευχή μου». Και αυτό, επειδή από το 1974 έχει διαμορφωθεί ένα πολιτικό-διαπραγματευτικό κεκτημένο που δύσκολα αλλάζει. Και εάν αλλάξει θα αλλάξει οριακά. Το απέδειξαν οι εντατικές διαπραγματεύσεις και το ναυάγιο που προκάλεσε η τουρκική αδιαλλαξία.

Αλλά ακόμα και εάν οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν σε σχέδιο λύσης, το καίριο ερώτημα που θα ετίθετο  θα ήταν το ίδιο με αυτό που είχε τεθεί το 2004: η λύση θα συνιστά βελτίωση σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα; Εάν εξαιρέσουμε το ζήτημα των εγγυήσεων και της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, που έχει προτάξει η Αθήνα, το πλαίσιο για τη λεγόμενη εσωτερική πτυχή είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο του σχεδίου Ανάν.

Είναι συνεπώς πολύ πιθανό, στο δημοψήφισμα που θα ακολουθήσει τη σύναψη συμφωνίας, η ελληνοκυπριακή ψήφος να είναι και πάλι αρνητική. Νέα απόρριψη θα είναι επιβεβαίωση ότι η παρούσα διαπραγματευτική βάση δεν οδηγεί σε αμοιβαία αποδεκτή λύση προς όφελος και των δύο κοινοτήτων. Εάν φτάναμε εκεί, το πολιτικό κόστος θα το χρεωνόταν ακέραιο η ελληνοκυπριακή πλευρά. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, η Τουρκία να εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να προχωρήσει σε νέα τετελεσμένα.

Πρώτα πλαίσιο αρχών

Η Αθήνα και η Λευκωσία θα έπρεπε να είχαν εδώ και πολύ καιρό επεξεργαστεί ένα πλαίσιο αρχών για τη λύση του Κυπριακού, το οποίο να είναι εναρμονισμένο με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το κοινοτικό κεκτημένο. Προφανώς, τον πρώτο λόγο θα τον έχει η Λευκωσία, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το Κυπριακό είναι ζωτικής σημασίας θέμα για την ασφάλεια της Ελλάδας.

Κοινός στόχος πρέπει να είναι η επανένωση της Κύπρου σε συνθήκες δημοκρατίας και ασφάλειας και για τις δύο κοινότητες. Υπενθυμίζω ότι στην ΕΕ έχει ενταχθεί και το κατεχόμενο τμήμα. Απλώς, λόγω της κατοχής, στη βόρειο Κύπρο το κοινοτικό κεκτημένο δεν εφαρμόζεται.

Οι επιπτώσεις μιας μη ευρωπαϊκών προδιαγραφών λύσης, όπως αυτή που επιδιώκει η Άγκυρα, θα έπρεπε να ενδιαφέρουν την ΕΕ, αφού θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα τους θεσμούς και τους μηχανισμούς αποφάσεων της Ένωσης. Δυστυχώς, το ευρωπαϊκό διευθυντήριο είναι και σ’ αυτό το ζήτημα πολύ κατώτερο των περιστάσεων και της ευθύνης του.

Εγκατάλειψη της πεπατημένης

Στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό πρέπει να εγκαταλειφθεί η πεπατημένη. Το πρώτο βήμα είναι να συμφωνηθούν οι βασικές αρχές ενός λειτουργικού Συντάγματος, το οποίο να προστατεύει και τις δυο κοινότητες για να αποτραπεί εξαρχής μία μείζονα κρίση.

Πολύ σωστά η Αθήνα επιμένει πως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από εγγυήτριες δυνάμεις, επεμβατικά δικαιώματα και ξένα στρατεύματα. Η αποχώρηση όλων των στρατευμάτων από τη Μεγαλόνησο είναι κρίσιμη προϋπόθεση. Όχι μόνο για λόγους ασφαλείας, αλλά και για λόγους πολιτικού συμβολισμού.

Η υιοθέτηση  των αρχών αυτών από την ΕΕ θα αποτελούσε και το πλαίσιο για τις δικοινοτικές συνομιλίες. Η ίδια η Ένωση οφείλει να προστατεύσει την εύρυθμη λειτουργία της, όταν μετά τη λύση ενσωματωθούν στο οικοδόμημα και οι Τουρκοκύπριοι, όπως άλλωστε επιθυμούν.

*Ο Κωνσταντίνος Μπίτσιος είναι πρέσβης ε.τ. και εκτελεστικός αντιπρόεδρος του ΣΕΒ

Πηγή: stavros.lygeros.gr

https://www.apopseis.com/apo-mideniki-vasi-i-syzitisis-gia-to-kypriako-me-stocho-gia-evropaiki-lysi/