Έτοιμη και για στρατιωτικό διάλογο η Κυβέρνηση

Print Friendly, PDF & Email

19/7/2020

του   Ανδρέα Πιμπίσιη   

Έτοιμη να παρακαθίσει σε ένα στρατιωτικό διάλογο είναι η κυπριακή κυβέρνηση, ανταποκρινόμενη και στις σχετικές εκκλήσεις που έχουν γίνει τόσο από πλευράς Συμβουλίου Ασφαλείας όσο και από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο η Λευκωσία απορρίπτει τις κινήσεις που ξεκίνησαν εδώ και ένα χρόνο -με αρχιτέκτονα την Ελίζαμπεθ Σπέχαρ- η οποία ουσιαστικά παραγνωρίζει την ύπαρξη του τουρκικού κατοχικού στρατού και δίνει ρόλο ισότιμο της Εθνικής Φρουράς στις λεγόμενες «τουρκοκυπριακές δυνάμεις».

Στη επιστολή της, με ημερομηνία 1η Μαΐου 2020, η Ελίζαμπεθ Σπέχαρ (επικαλούμενη και την απόφαση του ΣΑ ΟΗΕ του περασμένου Γενάρη) προχώρησε και παρουσίασε προς τις δύο πλευρές μια πρόταση για την πραγματοποίηση διαλόγου σε στρατιωτικό επίπεδο. Η όλη προσέγγιση της Ελ. Σπέχαρ δεν κινείται στη βάση των υφιστάμενων πραγματικοτήτων στο νησί και ούτε φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που από προηγουμένως είχαν σταλεί από πλευράς κυπριακής κυβέρνησης. 

Μέσα από την όλη προσέγγισή της η αξιωματούχος των Ηνωμένων Εθνών παραπέμπει σε έναν ακόμα διακοινοτικό διάλογο ή μια ακόμα τεχνική επιτροπή μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην οποία αυτή τη φορά θα συμμετέχουν στρατιωτικοί. Σύμφωνα με το σκεπτικό των Ηνωμένων Εθνών:

·    κατά τις συναντήσεις που θα γίνονται με τη συνδρομή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών θα είναι με πολιτικά αντί με στρατιωτικά ρούχα. 

·    ο διάλογος θα είναι μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στρατιωτικών, δηλαδή αξιωματικούς της ΕΦ και αξιωματικούς των λεγόμενων «τουρκοκυπριακών δυνάμεων ασφαλείας»

·    ενώ γνωρίζουν ότι οι ένοπλες δυνάμεις και στις δυο πλευρές της γραμμής καταπαύσεως του πυρός είναι υπό τις εντολές της Εθνικής Φρουράς και του τουρκικού κατοχικού στρατού αποφεύγουν την απευθείας επαφή

·    από τις επαφές που έχουν γίνει, τα Ηνωμένα Έθνη υποστηρίζουν ότι δεν επιμένουν στο θέμα του τουρκικού στρατού γιατί προεξοφλούν ότι δεν θα δεχθεί η Τουρκία έναν τέτοιο διάλογο

Η Λευκωσία έχει απαντήσει σε δύο περιπτώσεις, γραπτώς, στο θέμα αυτό, με επιστολές του υπουργού Εξωτερικών και του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η πρώτη επιστολή ήταν αποκλειστικά για το θέμα του στρατιωτικού διαλόγου ενώ η δεύτερη ήταν ευρύτερη και αφορούσε την κατάσταση στο Κυπριακό (όπως είχε ζητήσει ο ΓΓ ΟΗΕ από τους δύο ηγέτες) και σ’ αυτό ο ΠτΔ περιέλαβε και το θέμα του στρατιωτικού διαλόγου.

Σύμφωνα με πληροφορίες μας, στην επιστολή του ο υπουργός Εξωτερικών ξεκαθαρίζει ότι: Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι αρνητική σ’ ένα στρατιωτικό διάλογο δεδομένου ότι αυτός θα είναι μεταξύ εκπροσώπων της Εθνικής Φρουράς και του Τουρκικού Κατοχικού Στρατού, και όχι εκπροσώπου των λεγόμενων «τουρκοκυπριακών δυνάμεων ασφαλείας». 

Εντός Ιουνίου ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στο έγγραφο με τις απόψεις τής ελληνοκυπριακής πλευράς σε σχέση με τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπως του είχε ζητηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας, κάνει εκτενή αναφορά στο θέμα του στρατιωτικού διαλόγου. Η επιστολή Αναστασιάδη, όπως και η αντίστοιχη από πλευράς Μουσταφά Ακιντζί, περιλαμβάνονται στην έκθεση του ΓΓ ΟΗΕ για τις Καλές Υπηρεσίες στο Κυπριακό. 

Στην επιστολή του ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σημειώνει μεταξύ άλλων και τα εξής: 

·    Η ιδέα για τη σύσταση ενός τέτοιου μηχανισμού προέκυψε από την ανάγκη να αναζητηθούν μέτρα τα οποία θα συμβάλουν προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των αυξανόμενων και εξαιρετικά επικίνδυνων παραβιάσεων του στρατιωτικού στάτους κβο από πλευράς των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων

·    Είναι σημαντικό να προσεγγιστεί το όλο θέμα με αίσθηση πραγματισμού και να υπάρχει διαίσθηση ότι η επιθετική συμπεριφορά από πλευράς Τουρκίας δεν θα διαφοροποιηθεί εκτός εάν αντικρουστεί σταθερά και αποφασιστικά από τη διεθνή κοινότητα και τα Ηνωμένα Έθνη

·    Παρά την ύπαρξη αρνητικών εξελίξεων, μετά από την έκκληση ΣΑ ΟΗΕ με το ψήφισμα 2483 (Ιουλίου 2019), η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ανταποκρίθηκε με επιστολή του υπουργού Εξωτερικών προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Στην επιστολή εκφράζεται η ετοιμότητα για να συζητηθεί η σύσταση μηχανισμού για απευθείας επαφές σε στρατιωτικό επίπεδο ανάμεσα στην Εθνική Φρουρά και τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις, δηλαδή τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, αποτελούμενες από τους διοικητές τους καθώς και τον διοικητή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ ως μεσολαβητής, σύμφωνα με τις εντολές της ΟΥΝΦΙΚΥΠ όπως καθορίζεται από το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 4ης Μαρτίου 1964

Στις έως τώρα επαφές που είχαν γίνει, η κυπριακή κυβέρνηση κινείται πάνω σ’ αυτό το πλαίσιο, δηλαδή του ότι ο διάλογος θα πρέπει να γίνει ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, την Εθνική Φρουρά και τον τουρκικό κατοχικό στρατό. Για την κυπριακή κυβέρνηση η αποδοχή διαλόγου σε τοπικό επίπεδο, δηλαδή με τον διοικητή των κατοχικών δυνάμεων, μπορεί να αποτελεί και μιας μορφής υποχώρηση καθότι στην περίπτωση των αντιμαχόμενων ενόπλων δυνάμεων επί κυπριακού εδάφους είναι οι στρατιωτικές δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας. 

Στο πρόσχημα των Ηνωμένων Εθνών για διάλογο με τον λεγόμενο «τουρκοκυπριακό στρατό» η κυπριακή κυβέρνηση υποδεικνύει πως κάτι ανάλογο θα είναι αντιπαραγωγικό. Κυρίως επισημαίνεται πως κανένας Τουρκοκύπριος στρατιωτικός δεν είναι σε θέση να λάβει αποφάσεις χωρίς την άνωθεν έγκριση του Τούρκου ανώτατου διοικητή. Με την προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών, την οποία φυσικά υιοθετεί η τουρκοκυπριακή πλευρά, δεν θα μπορούν να επιλυθούν άμεσα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν κατά μήκος της γραμμής καταπαύσεως του πυρός, όπως είναι και το σκεπτικό πίσω από την προώθηση του στρατιωτικού διαλόγου.  

Από τις επίσημες τοποθετήσεις που γίνονται από πλευράς Ηνωμένων Εθνών είναι εμφανές ότι υπάρχει επιμονή στη σύσταση ενός μηχανισμού σε διακοινοτικό επίπεδο με τον Γενικό Γραμματέα να λαμβάνει υπόψη του μόνο το ότι οι δύο ηγέτες ανταποκρίθηκαν θετικά. 

Η Λευκωσία ανησυχεί πως εάν συσταθεί ένας μηχανισμός, όπως το περιγράφουν τα Ηνωμένα Έθνη, τότε θα γίνει ένα ακόμα βήμα που «θα υπηρετεί την προώθηση της ομαλοποίησης του στάτους κβο και κατ’ επέκταση της μόνιμης διαίρεσης της νήσου», όπως υποδεικνύει στην επιστολή του προς τον ΓΓ ΟΗΕ ο Πρόεδρος Αναστασιάδης. Στην οποία επιστολή καταλήγει λέγοντας πως πέραν του ότι η όλη προσέγγιση αντιτίθεται στην αποστολή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ και τους όρους εντολής της «δεν είναι κατά το ελάχιστο υποστηρικτική τής προσπάθειας για επανέναρξη των συνομιλιών».

ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΑ ΤΡΙΑ ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

Ψήφισμα 2453(2019)

Το πρώτο βήμα για την πραγματοποίηση στρατιωτικού διαλόγου έγινε με το ψήφισμα 2453 του Ιανουαρίου 2019 όπου επισημαίνεται ότι θα ήταν ένα μέτρο για να αντιμετωπιστούν ζητήματα που προκύπτουν σ’ ολόκληρο το νησί. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 του 2453(2019) αναφέρεται ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας: 

«Καλεί τις δύο κοινότητες (sides) και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (relevant involved parties), να διερευνήσουν τρόπους για τη σύσταση μηχανισμών και να ενισχύσουν υφιστάμενες πρωτοβουλίες, με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ ως διαμεσολαβητή (facilitator) μέσω του συνδετικού της ρόλου, για αποτελεσματική αντιμετώπιση εντάσεων και να συμβάλει στην αντιμετώπιση ζητημάτων σε όλο το νησί που επηρεάζουν όλους τους Κύπριους». 

Σ’ αυτή την πρώτη κίνηση που γίνεται από πλευράς των Ηνωμένων Εθνών δεν γίνεται αναφορά για στρατιωτικούς και προσεγγίζεται κατά έναν τρόπο γενικό. 

Ψήφισμα 2483(2019)

Θα έρθει στη συνέχεια, σε έξι μήνες, το Συμβούλιο Ασφαλείας με το ψήφισμα 2483 του Ιουλίου 2019 για να καταστήσει τα πράγματα πιο συγκεκριμένα ως προς τη μορφή του διαλόγου που θα πρέπει να γίνει. Στην παράγραφο 5 του 2483 το Συμβούλιο Ασφαλείας: 

«Καλεί τις δύο κοινότητες και τα εμπλεκόμενα μέρη, με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ ως διαμεσολαβητή μέσω του συνδετικού της ρόλου, να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους για σύσταση ενός μηχανισμού για απευθείας επαφές σε στρατιωτικό επίπεδο, και να συνεχίσουν να διερευνούν τρόπους για σύσταση μηχανισμών και να ενισχύσουν υφιστάμενες πρωτοβουλίες όπου είναι αναγκαίο για αποτελεσματική αντιμετώπιση εντάσεων, αυξάνοντας κοινές προσπάθειες επί ζητημάτων ποινικών υποθέσεων και να συμβάλουν στην αντιμετώπιση ζητημάτων σε όλη την νήσο και τα οποία επηρεάζουν όλους τους Κύπριους».

Με μια σχετική διαφοροποίηση του λεκτικού, το Συμβούλιο Ασφαλείας ξεκαθάρισε ότι ο διάλογος στον οποίο αναφερόταν έξι μήνες προηγουμένως ήταν σε στρατιωτικό επίπεδο και δεν ήταν ένας ακόμα πολιτικός διάλογος. 

Ψήφισμα 2506(2020)

Το τρίτο βήμα έγινε τον περασμένο Ιανουάριο με το ψήφισμα 2506 (2020) όπου τα Ηνωμένα Έθνη ζητούν από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ να καταθέσει προτάσεις επί του συγκεκριμένου. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο Ασφαλείας στο ψήφισμα 2506(2020) στην παράγραφο 6: 

«Ζητά τη σύσταση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού για απευθείας στρατιωτικές επαφές ανάμεσα στις δύο κοινότητες (sides) και τα εμπλεκόμενα μέρη (relevant involved parties), και παροτρύνει την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, ως διαμεσολαβητή (facilitator) μέσω του συνδετικού της ρόλου, να καταθέσει προτάσεις σ’ αυτό το πλαίσιο». 

Ετοιμότητα των ηγετών καταγράφει ο ΓΓ ΟΗΕ στην έκθεσή του

Στην έκθεσή του, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών εμφανίζεται ικανοποιημένος για την ανταπόκριση που υπάρχει στο να δημιουργηθεί μηχανισμός για στρατιωτικές επαφές. Συγκεκριμένα γίνονται αναφορές σε δύο περιπτώσεις στο θέμα του στρατιωτικού διαλόγου ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η πρώτη αναφορά γίνεται στην παράγραφο 7:

«Όπως είχε ζητηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας στο ψήφισμα 2506(2020), την 1η Μαΐου η Ειδική Αντιπρόσωπός μου παράδωσε προς τα εμπλεκόμενα μέρη πρόταση για τη σύσταση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού για απευθείας επαφές σε στρατιωτικό επίπεδο, με πρόθεση την αντιμετώπιση εντάσεως κατά μήκος της γραμμής καταπαύσεως του πυρός στη νεκρή ζώνη. Στη διάρκεια τής υπό εξέταση περιόδου έλαβα και από τους δύο ηγέτες επιστολές στις οποίες εκφράζουν την ετοιμότητα τής πλευράς τους καθώς και προϋποθέσεις για τη σύσταση ενός τέτοιου μηχανισμού. Στη βάση αυτή της ανταπόκρισης, η Ειδική Αντιπρόσωπός μου και η ομάδα της συνεχίζουν εκ του σύνεγγυς επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές προκειμένου να επιτύχουν  ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο λειτουργίας». 

Στην παράγραφο 67 της έκθεσής του (η οποία δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα) ο Αντόνιο Γκουτέρες αναφέρει: 

«Καλωσορίζω τη δεδηλωμένη δέσμευση των δύο κοινοτήτων (parties) στο να δουν να υλοποιείται ένας μηχανισμός στρατιωτικών επαφών. Ελπίζω ειλικρινά ότι, πέραν από γενικές δηλώσεις, συγκεκριμένη δράση μπορεί να αναπτυχθεί μετά και την κατάθεση από μέρους της Ειδικής μου Αντιπροσώπου πρότασης την 1η Μαΐου. Παραμένω πεπεισμένος ότι η επίτευξη προόδου στο θέμα θα επιτρέψει στις κοινότητες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά καθημερινές εντάσεις (day-to-day tensions) και θα αποτελέσει ένα σημαντικό στρατιωτικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Παροτρύνω τις δύο κοινότητες να εργαστούν με την Ειδική μου Αντιπρόσωπο για τη σύσταση ενός μηχανισμού, και ως εκ τούτου να υπάρξει ανταπόκριση στις προσδοκίες του Συμβουλίου Ασφαλείας».

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/980370/etoimi-kai-ga-stratiotiko-dialog-i-kybernisi