Προκλήσεις και ευκαιρίες για τον νέον Πρόεδρο της Ταϊβάν-Ηλίας Ηλιόπουλος

Print Friendly, PDF & Email

Ηλίας Ηλιόπουλος*

Προσφάτως (20 Μαΐου 2024) ανέλαβε τα καθήκοντά του ο από Ιανουαρίου ενεστώτος έτους εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) Δρ. Lai Ching-te.

Ο Δρ. Lai διαδέχεται την απερχομένη Πρόεδρο κυρία Tsai Ing-wen, κατά την διάρκεια της Προεδρίας της οποίας διετέλεσε Αντιπρόεδρος και Πρωθυπουργός. Μαζί με τον Πρόεδρο Lai Ching-te ανέλαβε καθήκοντα και η Αντιπρόεδρος κυρία Bi-khim Hsiao, επίσης στενή συνεργάτις της απερχομένης Προέδρου κυρίας Tsai Ing-wen και μέχρι πρό τινος Πρέσβειρα της Ταϊβάν υπηρετούσα στις Η.Π.Α. Και η νέα πολιτειακή Ηγεσία της νησιωτικής πολιτείας προέρχεται εκ του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP) όπως και η απελθούσα. Διευκρινίζεται εν προκειμένω ότι το πολίτευμα της Ταϊβάν είναι Προεδρική Δημοκρατία.

Ο Δρ. Lai Ching-te αναλαμβάνει την Προεδρία της χώρας του σε μία χρονική περίοδο, κατά την οποίαν το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται, άνευ υπερβολής, από την μεγαλύτερη ρευστότητα και αβεβαιότητα της τελευταίας τριακονταετίας, από της εποχής της καταρρεύσεως της πάλαι ποτέ Ε.Σ.Σ.Δ. και των κομμουνιστικών καθεστώτων της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Ο νέος Πρόεδρος καλείται να οδηγήσει αλώβητον το σκάφος της χώρας του εν μέσω τρικυμιωδών υδάτων, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι η ιθύνουσα κομματική και κρατική γραφειοκρατική ελίτ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας παγίως και διαρκώς διακηρύσσει ότι «η Ταϊβάν πρέπει να επανενωθεί – και θα επανενωθεί – με την [ηπειρωτική] Κίνα».

Εξ άλλου, καθ’ όσον αφορά την λεγομένη Δύση, παρά τις αντιφάσεις της, την στρατηγική μυωπία της και το πρόδηλον έλλειμμα Ηγεσίας της, κατέστη κοινώς παραδεκτόν εις ολοένα περισσότερες Δυτικές πρωτεύουσες, κατά τα τελευταία έτη, ότι η δημοκρατική Ταϊβάν είναι εξεχούσης σημασίας για την ασφάλεια και διατήρηση της λεγομένης φιλελευθέρας διεθνούς τάξεως.

Πράγματι, η νησιωτική χώρα είναι το στρατηγικόν νευραλγικόν κέντρον της υφηλίου. Το ήμισυ των διεθνών θαλασσίων εμπορευματικών μεταφορών διέρχεται καθ’ εκάστην το Στενόν της Ταϊβάν. Προσέτι, η εν λόγω χώρα κατασκευάζει το μεγαλύτερο μέρος των ημιαγωγών, των απολύτως απαραιτήτων για την λειτουργία των ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και των μικροεπεξεργαστών/ μικροκυκλωμάτων (microchip). Αυτονοήτως, η Ταϊβάν κατέχει κρίσιμη θέση στην διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα. Ως εκ τούτου, πάσα σύρραξις στο Στενόν της Ταϊβάν θα επέφερε ολέθριες επιπτώσεις επί της παγκοσμίου οικονομίας.

Προσέτι, η Ταϊβάν φέρει υπερηφάνως ότι, αφ’ ότου κατηργήθη το επί δεκαετίες ισχύσαν στρατιωτικόν καθεστώς, είναι μία Δυτικού τύπου δημοκρατία par excellence στην Νοτιοανατολική Ασία. Συγχρόνως είναι δε μία διαρκής υπόμνηση του τι είναι εφικτόν στις διεθνείς σχέσεις. Αυτή ταύτη η ύπαρξις της χώρας αποδεικνύει ότι είναι εφικτή η πολιτική και, συνάμα, οικονομική ανάπτυξη, ότι είναι δυνατός ο εκδημοκρατισμός μη Δυτικών χωρών –   χωρίς να απαιτείται έξωθεν επέμβασις. Η κοινωνία της Ταϊβάν εκπροσωπεί όλες εκείνες τις αξίες του πάλαι ποτέ Ελευθέρου Κόσμου, τις οποίες η Δύσις αποπειράται να «εξαγάγει», από καιρού εις καιρόν – πλην όμως επί ματαίω και προκαλούσα ποταμούς αίματος (όρα Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία, Κοσσυφοπέδιον και αλλαχού). Αντιθέτως, η Ταϊβάν επέτυχε πάντα ταύτα. Και τα επέτυχε εις πείσμα όλων των περιορισμών των επιβληθέντων εις βάρος της, από της δεκαετίας του 1970 και εντεύθεν.

Παρά τους αρχικούς φόβους περί του αντιθέτου, η Προεδρία Biden επέδειξε αξιοσημείωτη πολιτική βούληση να συνεχίσει την εν προκειμένω πολιτική της Προεδρίας Trump, ο οποίος – ένεκεν της ιστορικής δικαιοσύνης οφείλει να ομολογηθεί – υπήρξε ο φιλικώτερος έναντι της Ταϊβάν Αμερικανός Πρόεδρος από εποχής του Ronald Reagan. Πράγματι, και μετά το 2021 συνεχίσθηκε η πολιτική στρατιωτικής και πολιτικής υποστηρίξεως της νησιωτικής πολιτείας, την οποίαν είχαν θεαματικώς εγκαινιάσει και ασκήσει ο πρώην Πρόεδρος των Η.Π.Α.  κ. Donald Trump και ο πρώην Υπουργός επί των Εξωτερικών κ. Mike Pompeo, κατόπιν μακροχρονίου περιόδου αποτελματώσεως των διμερών σχέσεων επί Κυβερνήσεων Clinton, [G.W.] Bush και Obama. Συνάμα, είναι εντυπωσιακή η διαρκώς αυξανομένη διακομματική υποστήριξις προς την Ταϊβάν εντός του Κογκρέσσου και της Κοινής Γνώμης – φαινόμενον αδιανόητον προ εικοσαετίας, όταν, πλην ολίγων εξαιρέσεων, οι comme-il-faut Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί ήσαν ένθερμοι θιασώτες του δεσμού Ουάσιγκτων-Πεκίνου, άλλοι μεν κινούμενοι εξ ιδεολογίας άλλοι δε επειδή προσδοκούσαν εκ της σινο-αμερικανικής σχέσεως τεράστια οικονομικά ωφελήματα για τις Η.Π.Α.

Εν τούτοις, παρά την αναμφιβόλως εντυπωσιακή βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Ταϊπέϊ και Ουάσιγκτων, τόσον επί της ουσίας όσον και επί του συμβολικού πεδίου, είναι γεγονός ότι η Ταϊβάν παραμένει αποκλεισθείσα εκ των θεσμικών πρωτοβουλιών των αναληφθεισών υπό της Ουάσιγκτων. Χαρακτηριστικώς, η Πλανητική Δύναμις, αθορύβως, πλην σαφώς, άφησε την νησιωτική πολιτεία εκτός του ούτω καλουμένου Πλαισίου Οικονομικής Ευημερίας του Ινδο-Ειρηνικού (Indo-Pacific Economic Framework for Prosperity /IPEF).  Ομοίως, η κρισιμωτάτης γεωστρατηγικής σημασίας για τις Η.Π.Α. νησιωτική πολιτεία αφέθη εκτός του Τετραμερούς Διαλόγου [περί] Ασφαλείας (Quadrilateral Security Dialogue / Quad) αλλά και εκτός της στρατιωτικής συμμαχικής δομής των παραδοσιακών [Αγγλοσαξονικών] Θαλασσίων Δυνάμεων AUKUS (Αυστραλία – Ηνωμένον Βασίλειον – Η.Π.Α.).

Το γεγονός δεν διέλαθε την προσοχή αξιολόγων Δυτικών αναλυτών. Σε πρόσφατον πόνημά της, υπό τον τίτλον «Οι σχέσεις Η.Π.Α. – Ταϊβάν και το μέλλον της φιλελευθέρας διεθνούς τάξεως», δημοσιευθέν στην έγκριτη τριμηνιαία επιθεώρηση της Αμερικανικής Σχολής Πολέμου «U.S. Army College: Parameters», η κυρία Christina Lai, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Πολιτικής Επιστήμης της Σινικής Ακαδημίας, προέβη στην κατάθεση λίαν ενδιαφερουσών προτάσεων πολιτικής αναφορικώς προς την ουσιωδέστερη συμμετοχή της Ταϊβάν σε μία πλειάδα αμερικανικών πρωτοβουλιών στην ευρυτέρα γεωπολιτική περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, όπως, επί παραδείγματι, στην λεγομένη Quad. Παρεμπιπτόντως, η γεραρά Σινική Ακαδημία (Academia Sinica) αποτελεί ένα εκ των αρχαιοτέρων και σπουδαιοτέρων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της Κίνας, που εξακολούθησε να υπάρχει, επί της Ταϊβάν, μετά την επικράτηση του Κομμουνισμού στην ηπειρωτική χώρα.    

Βεβαίως, η συμβατική σοφία του Σταίητ Ντηπάρτμεντ υποστηρίζει ότι ενδεχομένη τυπική και ουσιαστική ένταξις της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) σε ανάλογη πολυμερή δομή υπό αμερικανική επίνευση θα ηύξανε τον κίνδυνο εμπλοκής με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Ο αντίλογος, πάλιν, επισημαίνει ότι μακρά πείρα εκ της εφαρμογής στρατηγικών τόσον Κατευνασμού (Appeasement) όσον και Ανασχέσεως (Containment) διδάσκει ότι είναι καλλίτερον να χαράσσει η ενδιαφερομένη πλευρά την περιλάλητη «κόκκινη γραμμή» και να καθιστά τούτο απολύτως και πέραν πάσης αμφιβολίας σαφές προς την άλλη πλευρά. Οι θιασώτες αυτής της απόψεως διατείνονται ότι, όσον περισσότερον εντάσσεται η Ταϊβάν, φερ’ ειπείν, στον Τετραμερή Διάλογο Ασφαλείας ή σε παρεμφερή περιφερειακή δομή ασφαλείας – π.χ. σε ένα τριμερές σχήμα Η.Π.Α.-Ιαπωνίας-Ταϊβάν – τόσον θα αυξάνεται η πιθανότης να επενεργήσει μία τοιαύτη εξέλιξις αποτρεπτικώς εν σχέσει προς πιθανόν στρατιωτικόν εγχείρημα του Πεκίνου κατά της Ταϊπέϊ. Εν άλλοις λόγοις, πρόκειται περί του γνωστού επιχειρήματος των ερευνητών της Σχολής του Πολιτικού Ρεαλισμού υπέρ μιας «Στρατηγικής Σαφηνείας» (Strategic Clarity), αντί της συμβατικής αμερικανικής πολιτικής της αποκληθείσης «Στρατηγικής Ασαφείας» (Strategic Ambiguity) έναντι της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

Όσον αφορά εις την Ε.Ε., εξ άλλου, είναι, αναμφιβόλως, αξιοσημείωτη η διαρκώς αυξανομένη τάση υποστηρίξεως της Ταϊβάν εκ μέρους ολοένα περισσοτέρων κρατών-μελών αλλά και συλλογικών θεσμών. Τα τελευταία έτη έλαβαν χώρα, πράγματι, επισκέψεις πολυμελών αντιπροσωπειών τόσον των Εθνικών Κοινοβουλίων διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών όσον και   του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ταϊπέϊ. Ιδίως αρκετές Κυβερνήσεις πρώην κομμουνιστικών χωρών ανεβάθμισαν το επίπεδον της πολιτικοδιπλωματικής παρουσίας τους στην νησιωτική πολιτεία της Άπω Ανατολής. Αλλά και όλες σχεδόν οι χώρες της ΔυτικήςΕυρώπης – και ιδρυτικά κράτη-μέλη της πάλαι ποτέ Ε.Ο.Κ. – έχουν de facto αναβαθμίσει την παρουσία τους στην Ταϊβάν, έστω και αν αυτή καλύπτεται υπό το σχήμα ενός (Πολιτιστικού ή άλλου) «Ινστιτούτου».

Η Τουρκία, τέλος, καίτοι θεωρουμένη υπό Δυτικών αναλυτών όχι απλώς ως στρατηγικός εταίρος αλλ’ ως «κράτος-πελάτης» (Client State) της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, έχει μεριμνήσει ώστε να διαθέτει ισχυρά παρουσία και επιρροή και στην Ταϊβάν, στις σημερινές και, κυρίως, αυριανές πολιτικές, κοινωνικές και ακαδημαϊκές ελίτ – συν τοις άλλοις υπό την μορφή ενός λίαν αξιόλογου Ινστιτούτου Τουρκικού Πολιτισμού!

Η Αθήνα παραμένει απούσα, ως συνήθως…

*Διδάκτωρ Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπιστημίου Μονάχου. Διετέλεσε επί σειράν ετών Καθηγητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου και του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος (Deree College). Σήμερα διδάσκει στο Τμήμα Τουρκικών και Συγχρόνων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΗΓΗ:https://www.militaire.gr/prokliseis-kai-eykairies-gia-ton-neon-proedro-tis-taivan-ilias-iliopoylos/