1974 – 2024: Ας ακούσουμε την εκκωφαντική σιωπή των γυναικών θυμάτων βιασμών

Print Friendly, PDF & Email

«H απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση των γυναικών στην Κύπρο, κατά και μετά την εισβολή του 1974, συνιστά μια από τις λιγότερο δημοσιοποιημένες πτυχές της κυπριακής τραγωδίας και είναι απαραίτητο να την θυμίσουμε, γιατί οι βιασμοί αποτελούν έγκλημα κατά των γυναικών σε καιρό πολέμου», είπε η πρώην βουλεύτρια του ΑΚΕΛ και γενική γραμματέας της ΠΟΓΟ Σκεύη Κουκουμά στη συγκλονιστική εκδήλωση του ιδρύματος «ΖΩΗ κατά της Εμπόλεμης Βίας» που πραγματοποιήθηκε στο μέγαρο της ΕΤΥΚ στη Λευκωσία την Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024 με την ευκαιρία της Διεθνούς Ημέρας για την Εξάλειψη της Σεξουαλικής Βίας σε Ένοπλες Συγκρούσεις, που είναι η 19η Ιουνίου κάθε έτους, αλλά και των 50 χρόνων από την τουρκική εισβολή και κατοχή του 1974.

Η εκδήλωση με τίτλο «Ο βιασμός ως  όπλο πολέμου: Η περίπτωση της Κύπρου και η διεθνής νομική πτυχή», ήταν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος σε μήνυμά του που μετέφερε η Επίτροπος Ισότητας Τζόζη Χριστοδούλου, ανέφερε ότι εξετάζεται από την κυβέρνηση, το αίτημα του ιδρύματος για ανέγερση μνημείου και αναγνώριση ως μαρτύρων, των γυναικών στην Κύπρο που έχουν υποστεί βιασμούς σε περιόδους διενέξεων ανάμεσα στις δυο κοινότητες και κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής το 1974. Πρόσθεσε ότι εξετάζεται επίσης το αίτημα του ιδρύματος για την υλοποίηση του ψυχο-εκπαιδευτικού προγράμματος «Ζωή Ξανά» που απευθύνεται σε άτομα με τραυματικές εμπειρίες σε εμπόλεμες ζώνες.

«Στη σημερινή μας εκδήλωση, 50 χρόνια μετά», είπε στον χαιρετισμό της η αντιπρόεδρος του ιδρύματος Νατάσα Φρειδερίκου, «μιλούμε γι’ αυτές τις γυναίκες, χωρίς αυτές – χωρίς να είναι παρούσες. Η απουσία τους, όπως και η αφωνία τους – πρόσθεσε – δεν σημαίνει ότι δεν είναι εδώ. Ότι δεν υπήρξαν. Αυτές οι γυναίκες ζουν ανάμεσά μας. Οι φωνές τους δεν ακούστηκαν, γιατί η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να ακούσει. Ο κόσμος ήξερε, αλλά η ντροπή, το στίγμα, κράτησαν τις φωνές και τα ουρλιαχτά τους να κατασπαράζουν τις ψυχές τους. Μόνες τους όλα αυτά τα χρόνια. Από σήμερα, ας ακούσουμε την επιβλητική τους σιωπή, ας νιώσουμε τη δύναμη της αφωνίας τους. Ας μας ξυπνήσει επιτέλους ο εκκωφαντικός ήχος της σιωπής τους. Ας γίνουν η κινητήρια μας δύναμη για να δουλέψουμε, ώστε καμία άλλη γυναίκα να μην βιώσει αυτό που έζησαν οι γυναίκες της Κύπρου, να μην μείνει μόνη, έχοντας ζήσει τέτοιο μαρτύριο».

 Όπως  αποκάλυψε στη δική της ομιλία με τίτλο «Γυναίκες-Ειρήνη-Ασφάλεια: Το τραύμα ενός πολέμου», η διεθνολόγος-ιστορικός και τέως υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Άννα Κουκκίδη Προκοπίου, περίπου 1500 Ελληνοκύπριες γυναίκες υπέστηκαν βιασμούς από Τούρκους στρατιώτες και αξιωματικούς, σύμφωνα με υπολογισμούς που βασίζονται στις υπάρχουσες μαρτυρίες γυναικών θυμάτων βιασμών. Για τη «νομική πτυχή της σεξουαλικής βίας στη διεθνή Δικαιοσύνη», μίλησε διαδικτυακά στην εκδήλωση ο  Ιωάννης Τζιβάρας διδάκτωρ Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και διδάσκων του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Επεσήμανε ότι «τα Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια, φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας και την ανάγκη προστασίας που χρήζουν τα θύματα και γι’ αυτό απαιτείται να πραγματοποιηθεί ορθή και πλήρης εφαρμογή των ρυθμίσεων που προβλέπει το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο για την αντιμετώπιση της ατιμωρησίας των υπευθύνων». Τη συζήτηση που ακολούθησε, συντόνισε η Τώνια Σταυρινού, ενώ την όλη παρουσίαση ανέλαβε η γραμματέας του ιδρύματος Ρίτα Χατζηλοϊζου Καρατζιά. Στη διάρκεια της εκδήλωσης, προβλήθηκαν σκηνές και συνεντεύξεις από το εμβληματικό ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου Πέτρου Μελαϊση για τους βιασμούς του 1974 που μεταδόθηκε στην εκπομπή του ΡΙΚ «Κώδικας Σιωπής» τον Νοέμβριο 2023.

Η εγκατάλειψη από πολιτεία και κοινωνία

«Το 1974, γυναίκες της Κύπρου έζησαν όχι μόνο τη φρίκη του βιασμού, αλλά και τα επακόλουθά του – την εγκατάλειψη από την πολιτεία και την εγκατάλειψη και απομόνωση από ολόκληρη την κοινωνία», είπε μεταξύ άλλων η Νατάσα Φρειδερίκου και πρόσθεσε: «Στην πρόσκληση της σημερινής ημερίδας, όλες αυτές οι φράσεις και λέξεις που βρίσκονται στο εξώφυλλο, δεν είναι τυχαίες. Τις βρήκαμε σε εφημερίδες της εποχής που μιλούσαν για τους βιασμούς που έγιναν. Η κοινωνία του 1974 αντιμετώπισε τους βιασμούς ως απαγορευμένο ταμπού, που δεν έπρεπε να συζητείται, που έφερε ντροπή στα θύματά του. Και οι βιασμοί κατά τη διάρκεια ενόπλων συρράξεων, αυτό ακριβώς τον σκοπό έχουν. Διαπράττοντας σεξουαλική βία, δημόσια πολλές φορές, ή εξαναγκάζοντας μέλη της οικογένειας και της κοινότητας να γίνουν μάρτυρες σε αυτές τις φρικαλεότητες, αυτά τα εγκλήματα επηρεάζουν ολόκληρη την κοινότητα, καταστρέφοντας κοινωνικούς δεσμούς και σχέσεις. Η μόνη ντροπή που θα έπρεπε να υπάρχει βέβαια, είναι από τους θύτες. Όμως η αντιμετώπιση της πολιτείας και της κοινωνίας, άφησε αυτές τις γυναίκες μόνες τους, όλα αυτά τα χρόνια. Χρειάστηκε να περάσουν 41 ολόκληρα χρόνια για να συζητηθεί το θέμα στη Βουλή από την Σκεύη Κουκουμά και την αείμνηστη, τότε υπουργό Εργασίας Ζέτα Αιμιλιανίδου, για να αναγνωριστούν οι γυναίκες αυτές ως παθούσες για να μπορούν να λάβουν κάποιο ειδικό επίδομα από το κράτος. Το ίδρυμά μας από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του, ζήτησε από το κράτος να ανεγείρει μνημείο για τις γυναίκες θύματα βίας σε εμπόλεμες ζώνες και την αναγνώρισή τους ως μάρτυρες, για να αποτελέσει φόρο τιμής στις γυναίκες αυτές και να στείλει το μήνυμα ότι είναι άξιες σεβασμού».

Η κυρία Φρειδερίκου επικαλέσθηκε αξιόπιστες έρευνες Αμερικανών ακαδημαϊκών όπως η Elisabeth Wood του Πανεπιστημίου Yale και η Dara Kay Cohen του Πανεπιστημίου Harvard, που αποδεικνύουν ότι η σεξουαλική βία σε περίοδο ενόπλων συρράξεων, δεν είναι αναπόφευκτη και ότι υπάρχουν τρόποι να αποτραπεί. Σύμφωνα με τις έρευνες αυτές, υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ πολέμων, αλλά ακόμη και μέσα στην ίδια σύγκρουση, ορισμένες ένοπλες ομάδες προβαίνουν σε πράξεις σεξουαλικής βίας σε μεγάλη κλίμακα και άλλες όχι. Στις έρευνες επισημαίνεται ότι αν  οι ηγέτες μιας ένοπλης ομάδας,  ξεκαθαρίζουν ότι δεν ανέχονται τη σεξουαλική βία σε μια σύγκρουση, τότε συνήθως δεν συμβαίνει. Αλλά η βία συμβαίνει, όταν η ηγεσία, είτε κάνει τα στραβά μάτια, είτε το διατάζει σκόπιμα. Μακάρι να μη χρειαζόταν να υπάρχει ένα ίδρυμα σαν το δικό μας, «ΖΩΗ κατά της Εμπόλεμης Βίας» που ήταν έμπνευση της προέδρου μας κυρίας Αλίκης Χατζηγεωργίου, αλλά η χώρα μας δυστυχώς, συνδέεται με το θέμα με διάφορους τρόπους, αφού έγινε μάρτυρας φρικτών εγκλημάτων πολέμου κατά κοριτσιών κα γυναικών το 1974. Επίσης η Κύπρος, είναι σήμερα χώρα διέλευσης, αλλά και προορισμού, για γυναίκες που προέρχονται από περιοχές που επηρεάζονται από συγκρούσεις. Πολλές από αυτές τις γυναίκες που φτάνουν, πιθανόν να είναι θύματα σεξουαλικής βίας».

Οι 80 γυναίκες που μίλησαν…

«Στην Κύπρο, είπε η Σκεύη Κουκουμά,  εξαιτίας της απουσίας γυναικών όλα αυτά τα χρόνια από την πολιτική και δημόσια ζωή, έχουν μείνει στην αφάνεια, αποσιωπήθηκαν και δεν αντιμετωπίστηκαν  οι συνέπειες που βίωσαν οι γυναίκες της Κύπρου κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής. Σημαντικότερος βέβαια, είναι ο άνισος συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες και τι κρίνεται σημαντικό και τι όχι, τα κοινωνικά στερεότυπα και τα θέματα «τιμής» που είναι ακόμη και σήμερα ταμπού να τα συζητάς».

Υπενθυμίζουμε ότι το 2015, ως βουλεύτρια και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τους Παθόντες του 1974, η κυρία Κουκουμά έφερε το θέμα στη δημόσια συζήτηση, με μια παρέμβασή της από το βήμα της ολομέλειας της Βουλής. Είπε ότι το προηγούμενο διάστημα, είχε ερευνήσει το θέμα, τόσο στον Κυπριακό Ερυθρό Σταυρό, όσο και στην έδρα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Γενεύη. «Μέχρι σήμερα – ανέφερε – έχω συναντήσει γύρω στις 80 γυναίκες θύματα του τουρκικού στρατού και η ιστορία της κάθε μιας, είναι πιο συγκλονιστική από της άλλης. Για όσα πέρασαν από τους εισβολείς, αλλά και για την αντιμετώπιση που είχαν από την οικογένεια και την κοινωνία. Γυναίκα θύμα, μού μίλησε ότι υποβλήθηκε σε κολπορραφή σε γυναικολόγο, για να είναι παρθένα. Άλλη, ότι την πάντρεψαν με ένα ηλικιωμένο, για να ξεχαστεί η ντροπή. Μια άλλη γυναίκα που συνάντησα, μου έλεγε ότι συχνά ο σύζυγος της την έβριζε, λέγοντας της ότι «τα ήθελε» και τη βίασαν. Ότι πολλοί τις περιγελούσαν και τις έβριζαν γιατί «τις επιάσαν» οι Τούρκοι. Γυναίκα θύμα, μου είπε ότι πήρε διαζύγιο από τον σύζυγο της, γιατί δεν μπορούσε να αντέξει οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Μια άλλη γυναίκα, μου εξιστορούσε ότι όλοι οι συγγενείς, παρακινούσαν τον σύζυγό της να την εγκαταλείψει, «γιατί είναι βιασμένη και ατιμασμένη από τους Τούρκους» – στην περίπτωση αυτή, όχι μόνο δεν την εγκατέλειψε, αλλά είναι ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια που έχω συναντήσει».

Τα λεχθέντα από τη Σκεύη Κουκουμά, επιβεβαίωσε η παρευρισκόμενη στην εκδήλωση Λήδα Κουρσουμπά αντιπρόεδρος του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, πρώην Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και Επίτροπος Νομοθεσίας. Στη  συζήτηση που ακολούθησε, ανέφερε ότι είχε τότε πάρει καταθέσεις από βιασθείσες γυναίκες, που όπως τόνισε, είχαν φριχτά τραυματιστεί, σωματικά και ψυχολογικά. «Το 1974 – είπε – ήμουν νεαρή δικηγόρος και συνεργαζόμουν με την τότε πρόεδρο του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού και Επίτροπο Νομοθεσίας Στέλλα Σουλιώτη». Η κυρία Κουρσουμπά αναφέρθηκε σε αμβλώσεις γυναικών θυμάτων στα νοσοκομεία Λευκωσίας και βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου, «με διευθετήσεις του κλιμακίου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», που όπως είπε, είχε τότε καταρτίσει κατάλογο με τα ονόματα των γυναικών θυμάτων βιασμού. Αποκάλυψε ότι αντίγραφο του καταλόγου αυτού, που είναι απόρρητος, δόθηκε το 1975 στον Κυπριακό Ερυθρό Σταυρό, μετά που το κλιμάκιο του Δ.Ε.Σ. αποχώρησε από την Κύπρο.

«Ψυχολογικά ερείπια» από 12 μέχρι 71 ετών…

«Στην Κύπρο, είπε μεταξύ άλλων η Άννα Κουκκίδη Προκοπίου,  χρησιμοποιήσαμε τον πόνο των γυναικών, για να προβάλουμε το τι μας συνέβη. Μαυροφορεμένες γυναίκες που θρηνούν για τους πεσόντες, τους αιχμαλώτους, τους αγνοούμενους τους, που πονούν και κλαίνε για τα σπίτια και τους τόπους τους που έχασαν. Κι ενώ τιμούμε τον πόνο των γυναικών μας για τους άλλους, ως κοινωνία και ως Κυπριακή Δημοκρατία ξεχνούμε το τραύμα των γυναικών μας για το τι συνέβη στις ίδιες. Κανένας θρήνος για τις γυναίκες που έχασαν τη νιότη, την αξιοπρέπεια, τη θηλυκότητα, τον ίδιο τους τον εαυτό, εκείνο το φρικτό καλοκαίρι του 1974». Η κυρία Προκοπίου ανέφερε ότι στην έκθεση του 1976 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, με επικεφαλής τον έγκριτο Βρετανό νομικό James Fawcett, η οποία εξέτασε τις διακρατικές προσφυγές της Κυπριακής Δημοκρατίας, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή, υπήρχαν καταχωρημένες από την κυπριακή κυβέρνηση, καταγγελίες εναντίον της Τουρκίας για «αλλεπάλληλους βιασμούς γυναικών όλων των ηλικιών, από 12 μέχρι 71 ετών, που έφτασαν στο σημείο να προκαλέσουν αιμορραγίες στα θύματα ή να τα μετατρέψουν σε ψυχολογικά ερείπια…Σε κάποιες περιοχές – σύμφωνα με την έκθεση – τα θύματα εξωθήθηκαν στην πορνεία από τον τουρκικό στρατό… γυναίκες βιάστηκαν δημόσια ή μπροστά στα μέλη της οικογένειας τους, ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους…οι βιασμοί συνοδεύτηκαν από βίαια δαγκώματα, χτυπήματα, ακόμη και στραγγαλισμό σε σημείο ασφυξίας…κάποια από τα θύματα μαχαιρώθηκαν και αφέθηκαν να πεθάνουν… ανάμεσα στα θύματα συμπεριλαμβάνονταν έγκυοι, παιδιά, γυναίκες με πνευματική στέρηση…».

Η Άννα Προκοπίου είπε ότι «ανάμεσα στους μάρτυρες που κατέθεσαν, ήταν η αείμνηστη Στέλλα Σουλιώτη, με την ιδιότητα της ως πρόεδρος του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού, ο Αμμοχωστιανός γιατρός Κώστας Χατζηκακού (1924-1982), που εξέτασε τουλάχιστον 70 βιασθείσες Ελληνοκύπριες γυναίκες και ο πρώην αντιδήμαρχος Κερύνειας γιατρός Ξάνθος Χαραλαμπίδης (1916-2003), στον οποίο ο τουρκικός στρατός απαγόρευσε να περιθάλψει γυναικολογικά, νεαρά κορίτσια που προσπάθησαν να τον δουν, θέλοντας να κρατήσουν μυστικό από τις οικογένειες και τον περίγυρο τους, το τι τους συνέβη».

Πρόσθεσε τα εξής η κυρία Προκοπίου: «Η απόφαση της Επιτροπής που εξέτασε τις προσφυγές και στην οποία συμμετείχε μεταξύ άλλων ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης, είναι καταπέλτης για την Τουρκία και τον τουρκικό στρατό. Παρότι η τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε να συμμετάσχει επίσημα στη διαδικασία, εφόσον δεν αναγνώριζε τη «διοίκηση των Ελληνοκυπρίων», όπως την ονόμαζε, ως αρμόδια και κυρίαρχη στην επικράτεια της Κύπρου, κατονομάζεται εν τούτοις ως υπεύθυνη. Σύμφωνα με την έκθεση  Fawcett του 1976, τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ογκώδη σε αριθμό και θεωρήθηκαν ορθά, αφού οι μάρτυρες κρίθηκαν αξιόπιστοι, χωρίς ίχνος υπερβολής. Και καταλήγει η έκθεση της Επιτροπής: «Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι βιασμοί όντως διαπράχθηκαν από Τούρκους στρατιώτες, ακόμη και σε ορισμένες περιπτώσεις από Τούρκους αξιωματικούς και δεν αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά απειθαρχίας. Τουναντίον, οι τουρκικές αρχές δεν πήραν επαρκή προληπτικά μέτρα, ώστε να παρεμποδίσουν τέτοια περιστατικά, δεν πήραν πειθαρχικά μέτρα, μετά που τέτοια περιστατικά υπέπεσαν στην αντίληψη τους. Μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το γεγονός ότι τέτοια περιστατικά δεν παρεμποδίστηκαν, καθιστά την Τουρκία υπόλογη/αξιόποινη (imputable) γι’ αυτές τις πράξεις. Οι καταθέσεις στην Επιτροπή Fawcett, όπως και πολλές άλλες μαρτυρίες που έχουμε για το τι συνέβη στην Κύπρο, αποτελούν ένα ανατριχιαστικό και σκοτεινό κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας»…

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/kipros/koinonia/article/1484762/1974-2024-as-akousoume-tin-ekkofantiki-siopi-ton-ginekon-thimaton-viasmon/