Οι τουρκικές επιδρομές στις κυπριακές θάλασσες

Print Friendly, PDF & Email

26 Απρίλιος 2017

Σημερινή

Η χλιαρή αντίδραση της Κυβέρνησής μας έναντι των συστηματικών τουρκικών παραβιάσεων στις κυπριακές θάλασσες (και όχι μόνον), επεξηγήθηκε εύγλωττα από τον Πρόεδρο του ΔΗΣΥ (Ράδιο Πρώτο, «Όλα στο Φως») με τα εξής ρητορικά ερωτήματα: «Έχω τη δύναμη να σηκώσω τα Φάντομ από την αεροπορική βάση; Έχω τη δυνατότητα από τη ναυτική βάση να βγάλω τις φρεγάτες και να ξεκινήσω να διώχνω αυτούς που με πόλεμο πήραν τη μισή μου πατρίδα;».

Κανένας δεν εισηγήθηκε να κτυπήσουμε τα πλοία και τα αεροπλάνα της Τουρκίας, που παραβιάζουν την κυριαρχία και την επικράτεια της ΚΔ. Αυτό θα το έκανε μια χώρα που διαθέτει αυτοσεβασμό και ικανή αμυντική θωράκιση. Εμείς διαθέτουμε μόνο το διεθνές δίκαιο.

Φυσικά, όπως έχει καταντήσει η διεθνής έννομη τάξη δεν είναι και τόσο αποτελεσματικό όπλο, αλλά έστω και τύποις είναι εκεί και ο αδύνατος μπορεί να το χρησιμοποιήσει, τουλάχιστον για να διαφυλάξει στο ελάχιστο την αξιοπρέπειά του. Αν δεν το κάνει, τα πράγματα μόνο να χειροτερέψουν μπορούν. Ο επιδρομέας θα εκτραχυνθεί ακόμα περισσότερο και η διεθνής κοινότητα δεν θα υποχρεωθεί καν να αξιολογήσει τα δεδομένα και να πάρει θέση – έστω και φραστικά. Κατά συνέπεια, ο κ. Νεοφύτου περιορίζεται στη μισή αλήθεια, όταν προβάλλει το αυταπόδεικτο -πλην αδικαιολόγητο- της αδυναμίας μας.

Αποφεύγει, για παράδειγμα, να πει πως θα μπορούσαμε να προβούμε στις ελάχιστες αμυντικές κινήσεις, όπως θα ήταν ο απλός εγκλωβισμός των τουρκικών πλοίων και αεροπλάνων με τα ραντάρ μας, ώστε να ανησυχήσει -αν μη τι άλλο- η διεθνής κοινότητα που κόπτεται για τη διαφύλαξη της ειρήνης.

Αποφεύγει να πει ότι ταυτόχρονα θα μπορούσαμε να ζητήσουμε έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε., για να καταγγείλουμε την κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας. Ακόμα και ένα ήπιο αλλά σαφές καταδικαστικό ψήφισμα θα ενίσχυε τη θέση μας και ίσως να οδηγούσε την Άγκυρα σε δεύτερες σκέψεις. Θα μπορούσαμε να αποταθούμε στον ΟΑΣΕ και να ζητήσουμε το πάγωμα της συμμετοχής της Τουρκίας στις δράσεις του, αν όχι την αποβολή της από τα όργανα και τις συνεδριάσεις του.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να κάνουμε και με το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μια άλλη διαθέσιμη οδός είναι η καταφυγή στα δικαστικά σώματα των χωρών που προμήθευσαν την Τουρκία με τα πλοία και τα άλλα μέσα με τα οποία παραβιάζει ασύστολα το διεθνές δίκαιο (ουσιώδη άρθρα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, το Δίκαιο της Θάλασσας – έστω κι αν στο τελευταίο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, κ.ο.κ.) και να ζητήσουμε την εφαρμογή κάποιας μορφής εμπάργκο ή τουλάχιστον την πιεστική διαμεσολάβησή τους για τερματισμό των παραβιάσεων.

Τέλος -κι αυτό θα έπρεπε να ήταν η πρώτιστη αντίδρασή μας- θα έπρεπε να αποταθούμε στα όργανα και στους ίδιους τους εταίρους μας στην Ε.Ε., και να απαιτήσουμε αντίμετρα που θα αποδείκνυαν την προσήλωσή τους στις αρχές που διακηρύττουν και στα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι σχέσεις με τρίτες χώρες, καθώς και οι διαδικασίες αναβάθμισης αυτών των σχέσεων, όπως είναι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας και η παροχή προς αυτήν των κονδυλίων εναρμόνισης, τα οποία έμμεσα επιδοτεί και η ΚΔ.

Στις 21/4/17, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος δήλωσε στα ΜΜΕ ότι η Κυβέρνηση προβαίνει ήδη σε συγκεκριμένες αποτρεπτικές ενέργειες προς διάφορες κατευθύνσεις, αποφεύγοντας να δώσει διευκρινίσεις. Ευχόμαστε να μάθουμε ή, καλύτερα, να δούμε σύντομα τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών. Ώς τότε η δυσπιστία μας θα συνεχίσει να αναπαράγεται από τοποθετήσεις όπως εκείνες του Προέδρου του «κυβερνώντος κόμματος».

Υ.Γ.: Κάποιος πρέπει επιτέλους να μας πει, αν εξακολουθούν να λειτουργούν τα Υπουργεία μας της Άμυνας και των Εξωτερικών, ή αν έβαλαν λουκέτο.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΣΚΑΡΠΑΡΗΣ