Το πραγματικό διακύβευμα των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων

18/8/2026

Το πραγματικό διακύβευμα των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων : η μετατροπή του δόγματος σε άσκηση δικαιοδοσίας ;

Οι Τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις της 15ης Αυγούστου, της 16ης Αυγούστου, θεσπίζουν το Fethiye–Kaş Marine National Park (21.706 km²) και το North Aegean Marine National Park (1.742 km²). Η ελληνική πλευρά απαντά ότι, στον βαθμό που οι ζώνες υπερβαίνουν την τουρκική δικαιοδοσία και εισέρχονται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ούτε δημιουργούν τετελεσμένα.

Της Στέλλας Κυβέλου*

Η απόφαση της Τουρκίας να θεσπίσει δύο «Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν πρέπει να ερμηνευθεί απλώς ως μία ακόμη κίνηση στον εκτεταμένο κατάλογο των ελληνοτουρκικών διαφορών.   

Το κρίσιμο ερώτημα είναι βαθύτερο:  επιχειρεί η Άγκυρα να μετατρέψει σταδιακά την περίφημη «Mavi Vatan» από γεωπολιτικό δόγμα σε συνεκτικό σύστημα εσωτερικών διοικητικών και κανονιστικών πράξεων και, στη συνέχεια, σε πρακτική άσκηση δικαιοδοσίας στη θάλασσα ; Οι δύο Προεδρικές Αποφάσεις της 15ης Αυγούστου 2026 αφορούν το θαλάσσιο πάρκο Fethiye–Kaş στην Ανατολική Μεσόγειο και το North Aegean Marine National Park στο βορειοανατολικό Αιγαίο. Το πρώτο εκτείνεται σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη γεωπολιτικά θαλάσσια περιοχή στην ευρύτερη ζώνη απέναντι από το Καστελλόριζο, ενώ το δεύτερο αναπτύσσεται προς τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης. Τα όριά τους, σύμφωνα και με την ελληνική αντίδραση, υπερβαίνουν σαφώς τα όρια  της τουρκικής εθνικής δικαιοδοσίας.

Η απάντηση του ελληνικού ΥΠΕΞ ήταν νομικά σαφής: κανένα κράτος δεν μπορεί να θεσπίζει μονομερώς εθνικές θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές σε περιοχές πέραν της εθνικής του δικαιοδοσίας, ενώ οι συγκεκριμένες τουρκικές πράξεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ούτε ως προς τις διεθνείς θαλάσσιες περιοχές ούτε ως προς τα ελληνικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να δημιουργήσουν «τετελεσμένα» ούτε να μεταβάλουν δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο. Η θέση όμως αυτή αν και σημαντική, ουδόλως  εξαντλεί την πολιτική και γεωπολιτική διάσταση του προβλήματος.

Από τη διεκδίκηση στη θεσμοποίησή της

Μια εσωτερική τουρκική διοικητική πράξη δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει διεθνή δικαιώματα εκεί όπου αυτά δεν υπάρχουν. Ούτε ένα Προεδρικό Διάταγμα μπορεί να μεταβάλει τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή το καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών. Ωστόσο, οφείλουμε να διακρίνουμε την  νομική παραγωγή δικαιωμάτων   από την σταδιακή παραγωγή μιας διοικητικής και επιχειρησιακής πραγματικότητας.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, το κρίσιμο ζήτημα. Η «Mavi Vatan» επί χρόνια λειτουργούσε κυρίως ως γεωπολιτικό δόγμα και ως χαρτογραφική απεικόνιση μιας ιδιαίτερα διευρυμένης αντίληψης της Τουρκίας για τον θαλάσσιο χώρο τον οποίο θεωρεί ότι της αναλογεί. Σταδιακά όμως παρατηρείται μια διαφορετική τάση: οι τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις αποκτούν θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, λεπτομερείς χάρτες, διοικητικές πράξεις, περιβαλλοντικές οριοθετήσεις και θεσμικά εργαλεία. Έτσι, η «Γαλάζια Πατρίδα» κινδυνεύει να πάψει να είναι μόνο ένας χάρτης ή ένα πολιτικό αφήγημα. Μπορεί κάλλιστα  να εξελιχθεί σε σύστημα διοίκησης του θαλάσσιου χώρου.

Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η εφαρμογή

Γι’ αυτό το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι μόνο η έκδοση των συγκεκριμμένων Προεδρικών αποφάσεων. Είναι τι θα επιχειρήσει να κάνει η Τουρκία βάσει αυτών.  Επί παραδείγματι, τι θα συμβεί εάν οι χαρακτηρισμένες ως «εθνικά θαλάσσια πάρκα» περιοχές συνοδευθούν αύριο από συγκεκριμένα διαχειριστικά σχέδια; Η άν επιβληθούν περιορισμοί στην αλιεία; Αν απαιτηθούν τουρκικές άδειες για συγκεκριμένες δραστηριότητες; Αν καθορισθούν ζώνες προστασίας και χρήσεων; Αν πραγματοποιείται συστηματική επιτήρηση και περιβαλλοντικοί έλεγχοι με ψηφιακά μέσα ; Αν εκδίδονται διοικητικές πράξεις προς ερευνητικά σκάφη ή άλλους χρήστες της θάλασσας;

Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα περνά από το επίπεδο της κανονιστικής διεκδίκησης στο επίπεδο της πρακτικής άσκησης δικαιοδοσίας. Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση. Μία τέτοια πρακτική ενδέχεται να μην δημιουργεί  διεθνή έννομα αποτελέσματα. Επιχειρεί όμως σαφέστατα να παράγει διοικητική κανονικότητα επί του πεδίου.

Η περιβαλλοντική πολιτική ως γεωπολιτικό εργαλείο 

Υπάρχει μία ακόμη διάσταση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Τα θαλάσσια πάρκα  αποτελούν εργαλεία θαλάσσιας διακυβέρνησης. Προϋποθέτουν χωρική οριοθέτηση, στόχους προστασίας, ρυθμίσεις χρήσεων, επιστημονικά δεδομένα, παρακολούθηση, μηχανισμούς διαχείρισης και, φυσικά, μια αρχή που εμφανίζεται ως αρμόδια να αποφασίζει ποιος κάνει τι και πού.  Ευλόγως λοιπόν, η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ευρύτερη σημασία. Δείχνει πώς εργαλεία που δημιουργήθηκαν για την προστασία της βιοποικιλότητας μπορούν, σε περιοχές αμφισβητούμενης ή μη οριοθετημένης θαλάσσιας δικαιοδοσίας (ΑΟΖ), να αποκτήσουν βαρύνουσα γεωπολιτική λειτουργία. Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε όχημα μονομερούς χωρικής διεκδίκησης.

Αν και το ελληνικό ΥΠΕΞ ορθώς επισημαίνει ότι οι τουρκικές μονομερείς πράξεις δεν παράγουν νομικά τετελεσμένα έναντι της Ελλάδας, το κρίσιμο ζήτημα είναι η πιθανή δημιουργία de facto διοικητικών τετελεσμένων: μέσω επαναλαμβανόμενων πρακτικών δηλαδή χαρτογράφησης, σχεδιασμού, επιτήρησης, ελέγχων και αδειοδοτήσεων,  η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να κανονικοποιήσει σταδιακά την άσκηση κρατικής διοίκησης σε αμφισβητούμενους θαλάσσιους χώρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πρακτική αυτή νομιμοποιείται. Σημαίνει όμως ότι η μη παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη μη παραγωγή γεωπολιτικών αποτελεσμάτων. Και ίσως αυτή να είναι η ουσία της σημερινής εξέλιξης.

Η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να αρκεσθεί σε μία νομική απάντηση

Η σταθερή επίκληση του Διεθνούς Δικαίου είναι μεν αναγκαία αλλά όχι ικανή για την παραγωγή επαρκούς στρατηγικής θαλάσσιας πολιτικής. Η Ελλάδα  οφείλει να συνδέσει το Διεθνές Δίκαιο με μια ενεργητική πολιτική θαλάσσιας διακυβέρνησης: ολοκλήρωση και εφαρμογήτων Θαλάσσιων Χωροταξικών Σχεδίων το συντομότερο δυνατόν,   συνεκτική πολιτική θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών και όχι μόνο εντός των χωρικών υδάτων των 6 ν.μ, επιστημονική παρακολούθηση, χαρτογραφική τεκμηρίωση, παρουσία στη θάλασσα και συστηματική διεθνή προβολή των ελληνικών θέσεων. Διότι στον σύγχρονο θαλάσσιο χώρο η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα προστατεύονται ασφαλώς με το Διεθνές Δίκαιο, αλλά η γεωπολιτική παρουσία οικοδομείται επίσης μέσω σχεδιασμού, θεσμών, δεδομένων και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Η απάντηση λοιπόν στη “Mavi Vatan” δεν μπορεί να είναι ένας ανταγωνισμός μονομερών χαρτών και περιβαλλοντικών χαρακτηρισμών και μάλιστα με άνισο τρόπο              (στα χωρικά ύδατα των 6 ν.μ η Ελλάδα, στα διεθνή ύδατα των 12 ν.μ η Τουρκία). Πρέπει να είναι μια συνεκτική ελληνική στρατηγική για τη θάλασσα, πλήρως θεμελιωμένη στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά ταυτόχρονα ικανή να μετατρέπει τα ελληνικά δικαιώματα σε σχεδιασμό, πολιτική, προστασία του περιβάλλοντος και πραγματική παρουσία.

Το σημαντικότερο μήνυμα των νέων τουρκικών θαλάσσιων πάρκων δεν βρίσκεται στα ίδια τα πάρκα. Βρίσκεται στη σταδιακή μετατροπή του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε πρακτική άσκηση δικαιοδοσίας, μέσω διοικητικής πρακτικής. Και αυτή είναι μια εξέλιξη που η Ελλάδα δεν αρκεί απλώς να απορρίπτει νομικά. Πρέπει άμεσα και αποφασιστικά να αποτρέψει την κανονικοποίησή της επί του πεδίου. Τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια θα ήταν μια λύση αλλά δυστυχώς καθυστερούν…έχουμε μείνει τελευταία χώρα στην Ευρώπη χωρίς θεσμοθετημένα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια !

*Η Στέλλα Κυβέλου είναι καθηγήτρια θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (ΘΧΣ) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εμπειρογνώμων της ΕΕ για τον ΘΧΣ στην Ανατολική Μεσόγειο.

ΠΗΓΗ:https://www.militaire.gr/to-pragmatiko-diakyveyma-ton-toyrkikon-thalassion-parkon/