6/10/2026
Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα και η συμμετοχή του στην 6η Στρατηγική Συνάντηση Ελλάδας–ΗΠΑ, δεν έρχεται σε μια ουδέτερη συγκυρία. Στο τραπέζι βρίσκονται η άμυνα, η ενέργεια, η Ανατολική Μεσόγειος, η Κύπρος και ασφαλώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Όμως πίσω από τη διπλωματική γλώσσα υπάρχει ένα πολύ πιο συγκεκριμένο ζήτημα:
Τι θα συμβεί όταν η Ελλάδα προχωρήσει σε έργα που η Τουρκία θεωρεί ότι επηρεάζουν τις δικές της θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Great Sea Interconnector/ GSI, δηλ. η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και, σε επόμενο στάδιο, Ισραήλ. Πρόκειται για έργο ευρωπαϊκής σημασίας και όχι απλώς για ένα ελληνικό ή κυπριακό καλώδιο. Η συμμετοχή γαλλικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων του προσδίδει διαφορετικό βάρος και περιορίζει την υπόθεση στα στενά όρια μιας ελληνοτουρκικής διαφοράς.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ζήτημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Η Τουρκία έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι δραστηριότητες στην περιοχή που θεωρεί ότι εμπίπτει στη δική της υφαλοκρηπίδα δεν μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Η Ελλάδα, από την άλλη, δεν αποδέχεται ότι χρειάζεται τουρκική άδεια για την άσκηση των δικαιωμάτων της ή για την υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού έργου.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφοράς.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα η ενημέρωση και η άδεια.
Ένα κράτος μπορεί, για λόγους αποφυγής παρεξηγήσεων και αποκλιμάκωσης, να ενημερώνει για μια δραστηριότητα. Εάν όμως η ενημέρωση μετατραπεί σε διαδικασία έγκρισης από τρίτο κράτος, τότε δημιουργείται στην πράξη ένα προηγούμενο που μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από το συγκεκριμένο έργο.
Και αυτό είναι που η Αθήνα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα;
Η Τουρκία δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να πει ότι «απαγορεύει το καλώδιο». Μια πολύ πιο έξυπνη διπλωματικά θέση είναι να υποστηρίξει ότι δεν έχει αντίρρηση επί της αρχής στο έργο, αλλά ότι απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματά της στις περιοχές όπου θεωρεί ότι έχει θαλάσσια δικαιοδοσία.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το «αν επιτρέπεται το έργο» στο «ποιος έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει πού και υπό ποιους όρους θα γίνει».
Εκεί βρίσκεται και ο κίνδυνος ενός νέου επεισοδίου τύπου Κάσου.
Το 2024 είδαμε πόσο εύκολα μια τεχνική δραστηριότητα στη θάλασσα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικοστρατιωτική κρίση. Ένα ερευνητικό ή τεχνικό πλοίο, μια τουρκική NAVTEX, η παρουσία πολεμικών πλοίων και η ελληνική αντίδραση αρκούν για να δημιουργηθεί ένα σκηνικό έντασης, χωρίς να χρειαστεί να υπάρξει ούτε μία πραγματική σύγκρουση.
Αντίστοιχη δοκιμασία μπορεί να προκύψει και με το GSI.
Εάν οι εργασίες συνεχιστούν και η Τουρκία εκδίδει συνεχώς NAVTEX ή επιχειρήσει να επιβάλει στην πράξη τη θέση ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση, τότε η Αθήνα θα βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Θα πρέπει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της χωρίς να επιτρέψει στην κατάσταση να εξελιχθεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση.
Αυτό πιθανότατα είναι ένα από τα ζητήματα που οι Αμερικανοί θέλουν να προλάβουν.
Ο Ρούμπιο δεν έρχεται στην Αθήνα για να «λύσει» το θέμα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Ούτε είναι ρεαλιστικό να περιμένει κανείς μια θεαματική αμερικανική δήλωση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς.
Το αμερικανικό ενδιαφέρον είναι διαφορετικό. Να παραμείνει η Ελλάδα σταθερός πυλώνας της αμερικανικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς ταυτόχρονα να προκληθεί μια ελληνοτουρκική κρίση που θα υποχρεώσει την Ουάσιγκτον να διαχειριστεί ένα νέο μέτωπο.
Για την Ουάσιγκτον η Ελλάδα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική αξία.
Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, οι υποδομές LNG, οι ενεργειακοί διάδρομοι προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο και, πλέον, οι έρευνες για υδρογονάνθρακες νότια της Κρήτης συνθέτουν ένα πλέγμα που υπερβαίνει κατά πολύ το παραδοσιακό ελληνοτουρκικό δίπολο.
Η Κρήτη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες που έχουν εμπλακεί στις έρευνες νότια και δυτικά της Κρήτης προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα στο παιχνίδι. Εάν η περιοχή εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό πεδίο, τότε η Ανατολική Μεσόγειος δεν θα είναι μόνο ζήτημα θαλάσσιων οριοθετήσεων. Θα είναι ζήτημα ενέργειας, επενδύσεων, ευρωπαϊκής ασφάλειας και αμερικανικών συμφερόντων.
Η Τουρκία το γνωρίζει.
Γι’ αυτό και η τουρκική πολιτική δεν περιορίζεται πλέον στην κλασική αμφισβήτηση ελληνικών θέσεων. Επιχειρεί να επηρεάσει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο ενεργειακός και γεωπολιτικός χάρτης της Ανατολικής Μεσογείου.
Το καλώδιο GSI, επομένως, είναι σημαντικό όχι μόνο επειδή συνδέει ηλεκτρικά την Κύπρο με την Ελλάδα. Είναι σημαντικό επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική συνδεσιμότητας στην οποία η Τουρκία κινδυνεύει να βρεθεί εκτός.
Από την ελληνική πλευρά, το κρίσιμο είναι να μη μετατραπεί η ανάγκη αποκλιμάκωσης σε αποδοχή τετελεσμένων.
Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να ενημερώνει τους συμμάχους της, να εξηγεί τις κινήσεις της και να επιδιώκει συνεννόηση. Δεν έχει όμως λόγο να αποδέχεται ότι μια τρίτη χώρα ( Τουρκία ) αποκτά δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει έργα που πραγματοποιούνται βάσει ελληνικών, κυπριακών και ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Αυτό είναι και το πιθανότερο μήνυμα που θα μεταφέρει ο Ρούμπιο, έστω και με διπλωματική διατύπωση.
Προχωρήστε στα έργα σας. Μην εγκαταλείπετε τα δικαιώματά σας. Αλλά ενημερώνετε την Ουάσιγκτον εγκαίρως, ώστε μια κρίση στη θάλασσα να μη μετατραπεί σε στρατιωτική κρίση.
Για τις ΗΠΑ η κόκκινη γραμμή δεν είναι μια τουρκική NAVTEX από μόνη της. Μια NAVTEX μπορεί να απαντηθεί διπλωματικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η NAVTEX συνοδεύεται από πολεμικά πλοία, παρεμπόδιση ερευνητικού ή τεχνικού σκάφους και, κυρίως, φυσική παρεμπόδιση της δραστηριότητας, ακόμα και με δολιοφθορά , βλ.: GSI: Αν ένα άγνωστο υποβρύχιο drone κόψει το καλώδιο, τι θα συμβεί στην Ανατολική Μεσόγειο; – Militaire.gr
Εδώ η υπόθεση αλλάζει επίπεδο.
Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον εάν Ελλάδα και Τουρκία συμφωνούν για την υφαλοκρηπίδα. Θα είναι εάν ένα κράτος μπορεί να παρεμποδίσει στην πράξη ένα ευρωπαϊκό έργο επικαλούμενο μονομερείς αξιώσεις.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Γαλλία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το GSI δεν είναι πλέον ένα έργο που αφορά μόνο την Αθήνα και τη Λευκωσία. Όσο περισσότερο ενσωματώνεται στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και όσο περισσότερο εμπλέκονται ευρωπαϊκοί θεσμοί και εταιρείες, τόσο δυσκολότερο είναι να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως διμερής ελληνοτουρκική διαφορά.
Η επόμενη δοκιμασία, επομένως, δεν θα κριθεί στις δηλώσεις.
Θα κριθεί στη θάλασσα.
Εάν οι εργασίες του GSI επανέλθουν στο προσκήνιο τις επόμενες εβδομάδες, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε όχι μόνο τις NAVTEX αλλά κυρίως την πραγματική παρουσία πλοίων στην περιοχή, τις κινήσεις της Άγκυρας και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει η Αθήνα.
Εκεί θα φανεί εάν έχει υπάρξει πραγματική αλλαγή σε σχέση με την κρίση της Κάσου ( 2024) ή εάν απλώς περιμένουμε το επόμενο επεισόδιο με διαφορετικό όνομα.
Η επίσκεψη Ρούμπιο στην Αθήνα, λοιπόν, έχει μεγαλύτερη σημασία από μια ακόμη ελληνοαμερικανική συνάντηση.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε ένα γεωπολιτικό σταυροδρόμι όπου συναντώνται η ενέργεια, η ασφάλεια, η Κύπρος, η Κρήτη, το Ισραήλ, η Ευρώπη και η Τουρκία.
Η αμερικανική επιλογή φαίνεται να είναι σαφής: ισχυρή Ελλάδα, ενεργειακά και στρατηγικά συνδεδεμένη με την Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά χωρίς μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση με την Τουρκία.
Για την Αθήνα η εξίσωση είναι δυσκολότερη.
Πρέπει να προχωρήσει. Πρέπει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της και ταυτόχρονα πρέπει να αποφύγει να δώσει στην Άγκυρα την ευκαιρία να μετατρέψει κάθε τεχνικό έργο σε πεδίο επιβολής νέων τετελεσμένων.
Το πραγματικό τεστ, λοιπόν, δεν θα είναι τι θα πει ο Ρούμπιο στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.
Θα είναι τι θα συμβεί στη θάλασσα όταν το καλώδιο μπεί στην πράξη στον χάρτη.
Και τότε θα φανεί εάν το «Κάσος 2» θα μείνει ένα σενάριο ή θα γίνει η επόμενη μεγάλη δοκιμασία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
ΠΗΓΗ:https://www.militaire.gr/o-roympio-stin-athina-to-kalodio-i-kriti-i-kypros-kai-periptosi-kasos-2/

