18.4.2018
του Αντώνη Στ. Στυλιανού*
Η πρόσφατη πυραυλική επίθεση εναντίον της Συρίας από τη συμμαχία Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας εις απάντηση της κατ’ ισχυρισμόν, αφ’ ης στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητο οργανισμό, χρήσης χημικών όπλων από το καθεστώς του Άσαντ εναντίον πολιτών στην πόλη Ντούμα της Ανατολικής Γούτα έχει, πέραν των σημαντικών της γεωπολιτικών προεκτάσεων, σημαντικές επιπτώσεις στη γενική και ειδική θεωρία του διεθνούς δικαίου που αφορά στη χρήση ένοπλης βίας.
Μια από τις βασικότερες και θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου είναι η απαγόρευση χρήση βίας, όπως αυτή εντοπίζεται στο Άρθρο 2(4) του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, «όλα τα μέλη στις διεθνείς τους σχέσεις θα απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας, που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους είτε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών.» Η ρήτρα αυτή διαβάζεται μαζί με το Άρθρο 2(7) του Καταστατικού Χάρτη που αναφέρεται στην απαγόρευση επέμβασης σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους, αρχή όμως που δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή των εξαναγκαστικών μέτρων που προβλέπονται από το Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη.
Οι μοναδικές συμβατικές εξαιρέσεις στα πιο πάνω, αυτές δηλαδή που περιλαμβάνονται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και οι οποίες αναγνωρίζονται παράλληλα ως κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου (αυτού δηλαδή που δεν συμπεριλαμβάνονται σε Διεθνείς Συμβάσεις, αλλά είναι επίσης νομικά δεσμευτικοί) παρατίθενται στο Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη που τιτλοφορείται «Ενέργειες σε περίπτωση απειλής εναντίον της Ειρήνης, Διαταράξεως της Ειρήνης και Επιθετικών Πράξεων.» Πρωτίστως, αναφέρεται ότι την αρμοδιότητα για το αν υπάρχει απειλή για την ειρήνη, διατάραξη της ειρήνης ή επιθετική ενέργεια έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αυτό, στην περίπτωση της Συρίας δεν έχει καταστεί δυνατόν λόγω της άσκησης σε διάφορες περιπτώσεις του δικαιώματος της αρνησικυρίας (βετο) από τη Ρωσία. Η πρώτη λοιπόν εξαίρεση στην απαγόρευση ένοπλης βίας είναι η εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας της ανάληψης ένοπλης βίας από Μέλη του Οργανισμού σύμφωνα με το Άρθρο 42 του Καταστατικού Χάρτη. Πάλι, στην περίπτωση της Συρίας αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της άσκησης βέτο από τη Ρωσία. Η δεύτερη εξαίρεση στην απαγόρευση χρήσης βίας είναι το φυσικό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας σε περίπτωση που ένα κράτος δέχεται ένοπλη επίθεση. Ούτε αυτή η εξαίρεση συντρέχει ως προς τη νομιμοποίηση της άσκησης ένοπλης βίας από τις ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία.
Αυτό που προτάθηκε ως νομιμοποίηση της άσκησης βίας στην πρόσφατη περίπτωση της Συρίας ήταν μια σημαντική προσπάθεια νομιμοποίησης της έξω από τα πλαίσια του Καταστατικού Χάρτη και στη βάση του εθιμικού δικαίου. Συγκεκριμένα, το Ηνωμένο Βασίλειο προέβαλε ως αιτιολόγηση της ανάληψης χρήσης βίας το κατ’ ισχυρισμόν δικαίωμα στην ανθρωπιστική επέμβαση, δηλαδή τη χρήση βίας στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχουν μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θα πρέπει να τονιστεί, όμως, ότι αυτό δεν αποτελεί αναγνωρισμένο και υπαρκτό δικαίωμα στο διεθνές συμβατικό δίκαιο και ούτε, μέχρι στιγμής, στο διεθνές εθιμικό δίκαιο. Η προώθηση, όμως, μιας τέτοιας αιτιολογίας, δυνατόν, εάν επαναληφθεί με την απαραίτητη πεποίθηση δικαίου, να δημιουργήσει ένα τέτοιο δικαίωμα στο εθιμικό δίκαιο, αλλάζοντας άρδην του κανόνες του διεθνούς δικαίου που αφορούν στη χρήση ένοπλης βίας.
*Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.BLaw (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/f-me-apopsi/paremvaseis-ston-f/article/514077/syria-kai-diethnes-dikaio

