Εγγυήτρια της Ασφάλειας η ΕΕ

1/7/2018

του   Ανδρέα Πιμπίσιη  

Την ενίσχυση της ικανότητας να δρα ως εγγυήτρια της ασφάλειας και αφετέρου τη στρατηγική της αυτονομίας επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τελευταία σύνοδος των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήθελε ακριβώς να δώσει περαιτέρω ώθηση σ’ αυτό τον στόχο της ΕΕ. Έναν στόχο που δεν μπορεί να περνά απαρατήρητος από την Κυπριακή Δημοκρατία, λαμβανομένης της συνεχούς προσπάθειάς της να περάσει το μήνυμα στις διαπραγματεύσεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να λειτουργήσει ως εγγυήτρια δύναμη για την παροχή ασφάλειας στο νησί. Η τοποθέτηση αυτή, στην τελευταία σύνοδο υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας της ΕΕ, προσφέρει ένα σημαντικό όπλο ενόψει των νέων πρωτοβουλιών που αναμένονται στο Κυπριακό. 

Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων σχετικά με την ασφάλεια και την άμυνα, στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 25ης Ιουνίου 2018, κινήθηκε πάνω σε δύο άξονες: 

α) Τον τομέα ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ, και

β) τις σχέσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ. 

Ξεκινώντας από την καθαρά ευρωπαϊκή ατζέντα, στην κοινή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας των κρατών μελών της ΕΕ συζητήθηκε η εφαρμογή της παγκόσμιας στρατηγικής της Ένωσης στους τομείς Ασφάλειας και Άμυνας. Πρόκειται για δύο τομείς στους οποίους έχει επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος, που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει ενισχυμένο ρόλο στο διεθνές πλαίσιο ως παράγοντας διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στους εν λόγω τομείς είναι η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (Permanent Structured Cooperation – PESCO), η Συντονισμένη Ετήσια Επισκόπηση για την Άμυνα (Coordinated Annual Review on Defence – CARD), όπως επίσης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Άμυνα (European Defence Fund – EDF) που στοχεύει στη χρηματοδότηση προγραμμάτων έρευνας, τεχνολογίας και ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων.

Οι εν λόγω θεματικές πρωτοβουλίες συνθέτουν ένα καινοτόμο και πρωτοποριακό πλαίσιο πολιτικής, διευρύνουν τα εργαλεία της ΕΕ στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), και ενισχύουν τη δυνατότητα της ΕΕ να δρα αυτόνομα στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων. Παράλληλα ενδυναμώνουν τη Στρατηγική της Αυτονομίας, συμβάλλουν στην ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών της ΕΕ και ενθαρρύνουν την αμυντική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης.

Βασική πρωτοβουλία προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση αποτελεί η PESCO, η οποία λειτουργεί εντός του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ, σύμφωνα και με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης της ΕΕ. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η PESCO αποτελεί μια αμιγώς ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, η οποία δεν έχει καμιά θεσμική διασύνδεση με το ΝΑΤΟ, πέραν της ανάγκης διασφάλισης συνοχής και διαλειτουργικότητας προγραμμάτων με τα αντίστοιχα του ΝΑΤΟ για αποφυγή αχρείαστων επικαλύψεων και πρόσθετου κόστους. Η διασφάλιση συνοχής και διαλειτουργικότητας των προγραμμάτων της PESCO με το ΝΑΤΟ είναι απαραίτητη, αφού 22 από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ είναι μέλη και των δύο Οργανισμών. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να υιοθετούν πολιτικές εντός της ΕΕ που να αντιβαίνουν ή να μην είναι συμβατές με δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο της Συμμαχίας.

Για την Κύπρο, η οποία δεν έχει καμιά θεσμική σχέση με το ΝΑΤΟ, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στους τομείς ασφάλειας και άμυνας μέσω των επιμέρους πρωτοβουλιών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία. Υποστηρίζουμε τον αυτόνομο χαρακτήρα της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας ΚΠΑΑ καθώς επίσης και την ενδυνάμωση των μηχανισμών, εργαλείων και επιλογών της ΕΕ.  

Μέχρι στιγμής η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκφράσει πρόθεση συμμετοχής σε 6 θεματικά προγράμματα PESCO, μέσω των οποίων επιχειρεί να αναδείξει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να προσφέρει η Κύπρος σε αυτή την αμυντική συνεργασία. Τα προγράμματα αφορούν συνεργασία στους τομείς θαλάσσιας ασφάλειας, θαλάσσιας επιτήρησης, ανταλλαγής πληροφοριών για τη θαλάσσια δραστηριότητα, λογιστικής υποστήριξης και διευκόλυνσης της στρατιωτικής κινητικότητας.

Η Κύπρος υποστηρίζει και ενθαρρύνει τις εν λόγω πρωτοβουλίες ΕΕ, αφού συνάδουν με τις πάγιες θέσεις και είναι συμβατές με τον προσανατολισμό τον οποίο επιθυμεί να προσδώσει στην ΕΕ σε θέματα Άμυνας και Ασφάλειας. Η Λευκωσία έχει τονίσει πολλές φορές ότι η περιφερειακή πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα μπορούν να προσδώσουν αξία στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας της ΕΕ.  

Το δεύτερο σημαντικό κεφάλαιο που απασχόλησε τη σύνοδο του Λουξεμβούργου ήταν οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας. Οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας αντάλλαξαν απόψεις και ανασκόπησαν την επιτευχθείσα πρόοδο στη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο εφαρμογής των 74 πρακτικών δράσεων συνεργασίας σε επίπεδο στελεχών των δύο Οργανισμών, αλλά και ενόψει της νέας Κοινής Διακήρυξης ηγετών θεσμικών οργάνων ΕΕ-ΝΑΤΟ που θα υπογραφεί τον προσεχή Ιούλιο. 

Η συζήτηση συνεχίστηκε στην παρουσία Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, ο οποίος ενημέρωσε το Συμβούλιο για τον τρόπο με τον οποίο το ΝΑΤΟ αντιλαμβάνεται τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επίσης και για τις προετοιμασίες ενόψει επικείμενης Συνόδου Αρχηγών Κρατών ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στις 11 και 12 Ιουλίου στις Βρυξέλλες.

Στη διάρκεια της συζήτησης για τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΝΑΤΟ ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Χριστοδουλίδης, ανέδειξε τη σημασία μιας αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας ΕΕ-ΝΑΤΟ, η οποία θα πρέπει να οδηγεί σε μια πραγματική σχέση Οργανισμού προς Οργανισμό. Υπογράμμισε την ανάγκη σεβασμού των αρχών της Συμπερίληψης, της Αμοιβαιότητας, της Διαφάνειας και της Αυτονομίας λήψης αποφάσεων της ΕΕ, τονίζοντας ότι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να έχουν δικαίωμα συμμετοχής, συμβολής και οφέλους από αυτή τη συνεργασία. Επιπλέον, ζήτησε από τον ΓΓ ΝΑΤΟ να μεριμνήσει για την υπερπήδηση των υφιστάμενων θεσμικών επιπλοκών, για τη δημιουργία και συντήρηση των οποίων ευθύνεται αποκλειστικά η Τουρκία.  

Ο υπουργός Εξωτερικών άδραξε την ευκαιρία προκειμένου να καταθέσει τις θέσεις της Λευκωσίας χωρίς την ίδια ώρα να ανοίγει κεφάλαιο συζήτησης. Οι παρεμβάσεις, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ενότητας του Συμβουλίου, είχαν ως στόχο την κατάθεση απόψεων κρατών μελών. Χωρίς να υπάρξουν επιμέρους σχόλια επί των παρεμβάσεων έκαστου κράτους μέλους. Αυτή εξάλλου είναι και η πρακτική που ακολουθείται, όταν τα θέματα αποσκοπούν στην ενημέρωση των κρατών μελών και έχουν ως στόχο την ανασκόπηση και αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου.

Οι αρχές και παράμετροι συνεργασίας, τις οποίες η Λευκωσία επιζητεί και απαιτεί να γίνονται σεβαστές (αρχή συμπερίληψης, διαφάνειας, αμοιβαιότητας και αυτονομίας λήψης αποφάσεων ΕΕ) έχουν περιληφθεί σε όλα τα Συμπεράσματα Συμβουλίου της ΕΕ για τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ, δεσμεύοντας και διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι η συνεργασία θα συνεχίσει να διεξάγεται με έναν αμοιβαία επωφελή τρόπο και χωρίς επιπλοκές.

ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ 

Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ θα προχωρήσουν σε υπογραφή κοινής διακήρυξης. Πρόκειται για Κοινή Διακήρυξη επί της συνεργασίας ΕΕ-ΝΑΤΟ, η οποία θα υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τον ΓΓ ΝΑΤΟ. Η Διακήρυξη θα αφορά στη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ και θα αποτελεί συνέχεια αντίστοιχης Διακήρυξης που υπογράφηκε στη Βαρσοβία την 8η Ιουλίου 2016. Θα καταγράφει την επιτευχθείσα πρόοδο στη συνεργασία μεταξύ των δύο Οργανισμών, η οποία διεξάγεται σε επίπεδο στελεχών και θα εκφράζει την εκατέρωθεν ετοιμότητα για συνέχισή της με στόχο την αντιμετώπιση διαφόρων προκλήσεων ασφαλείας. 

Εθνική δράση με στόχο την αποτελεσματικότητα

Στις αποφάσεις του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων δίνονται συγκεκριμένες οδηγίες προς τα κράτη μέλη που αφορούν τη βελτίωση της στρατιωτικής κινητικότητας. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν εθνική δράση ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής κινητικότητας και να απλοποιηθούν και να τυποποιηθούν οι σχετικοί κανόνες και διαδικασίες στο πλαίσιο της συνέχειας με το σχέδιο δράσης και τις στρατιωτικές απαιτήσεις για τη στρατιωτική κινητικότητα εντός και πέραν της ΕΕ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, το συντομότερο δυνατό και το αργότερο το 2024, με στόχο να επιτευχθούν τα ακόλουθα πρώτα μέτρα εντός του 2019:

α) να αναπτυχθούν εθνικά σχέδια για στρατιωτική κινητικότητα και να δοθεί υψηλή προτεραιότητα στην εφαρμογή τους,

β) σύμφωνα με τις οικείες τυποποιημένες διαδικασίες και με βάση τις αποφάσεις και τα κριτήρια σε εθνικό επίπεδο, να επιταχυνθούν οι διαδικασίες διέλευσης των συνόρων και, προς τον σκοπό αυτό, να υπάρξει συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές Αρχές για τη χορήγηση αδειών διασυνοριακής κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων για άδειες εισόδου και κυκλοφορίας για όλους τους τρόπους μεταφοράς (διά ξηράς, αέρος και θαλάσσης) και τις πτυχές της στρατιωτικής κυκλοφορίας και μεταφοράς για συνήθεις δραστηριότητες, εντός πέντε εργάσιμων ημερών, και να εξεταστεί το ενδεχόμενο η περίοδος αυτή να μειωθεί περαιτέρω για τις μονάδες ταχείας αντίδρασης,

γ) να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η επικοινωνία και οι διαδικασίες, και προς τον σκοπό αυτό να δημιουργηθεί ισχυρό διασυνδεδεμένο δίκτυο εθνικών σημείων επαφής για όλες τις πτυχές που αφορούν στη στρατιωτική κινητικότητα, προκειμένου να μπορούν, μεταξύ άλλων, να διεκπεραιώνονται ταχέως τα αιτήματα διασυνοριακής κυκλοφορίας,

δ) να προβεί σε κατάλληλες εθνικές και πολυεθνικές ασκήσεις για τακτικότερη πρακτική στρατιωτικής κινητικότητας, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια πραγματικών ασκήσεων, και για κινήσεις με σύντομη προειδοποίηση.

Το Συμβούλιο θα επανεξετάζει την πρόοδο σε ετήσια βάση και θα επανέλθει στο ζήτημα αυτό μέχρι το καλοκαίρι του 2019, μεταξύ άλλων προσδιορίζοντας, ει δυνατόν, πλέον φιλόδοξους στόχους όσον αφορά στα χρονικά όρια.

Τέλος σ’ ό,τι αφορά εταιρικές σχέσεις στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας υπενθυμίζονται τα συμπεράσματά του της 18ης Μαΐου 2017 και τονίζει τη σημασία της ενίσχυσης της συνεργασίας με τους εταίρους, τόσο με τις τρίτες χώρες όσο και με διεθνείς οργανισμούς.

Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο καλεί τα αρμόδια προπαρασκευαστικά όργανα να προωθήσουν τις εργασίες και να υποβάλουν συγκεκριμένες συστάσεις εγκαίρως, βάσει των πρόσφατων προτάσεων της Ύπατης Εκπροσώπου για εκπόνηση πιο στρατηγικής προσέγγισης όσον αφορά στις εταιρικές σχέσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Το Συμβούλιο τονίζει ότι οι εταιρικές σχέσεις ΕΕ και τρίτων χωρών θα πρέπει να είναι αμοιβαία επωφελείς και να συμβάλουν στην ενίσχυση των προσπαθειών της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, με πλήρη σεβασμό του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ και της αυτονομίας της κατά τη λήψη αποφάσεων.

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/548071/engyitria-tis-asfaleias-i-ee