Η Aνάπτυξη των Aρμάτων Mάχης (Μέρος Α’)

Print Friendly, PDF & Email

13/3/2020

Το άρμα μάχης αποτελεί ένα ισχυρό οπλικό σύστημα, μεταφοράς ισχύος πυρός στο πεδίο της μάχης, προσφέροντας ταυτόχρονα στο πλήρωμα προστασία από τα εχθρικά πυρά. Το άρμα μάχης , ή τανκ, όπως καθιερώθηκε η ονομασία του από το ευρύ κοινό, αποτελεί έναν από τους τύπους των Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μάχης.

Γράφει ο Διονύσης Μουρατίδης

Τρία είναι τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ξεχωριστό: η Δύναμη Πυρός, η Προστασία και η δυνατότητα ελιγμών. Κατά αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται δύναμη πυρός ακριβείας εναντίον στόχων, όπου και όταν χρειάζεται παρουσιαστεί η ανάγκη, είτε βρίσκεται σε κίνηση είτε είναι σταθερό.

Η δύναμη πυρός είναι αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό  και ο βασικός λόγος ύπαρξης του εν λόγω οπλικού συστήματος.  Ο τύπος και το μέγεθος των πυρομαχικών μπορεί να ποικίλει. Ζωτικής σημασίας, ώστε το άρμα να πετύχει την αποστολή του είναι  η ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων προστασίας του πληρώματος που το χειρίζεται. Συνήθως συναντάται η πιο συνήθης μορφή η οποία είναι κάποια θωρακισμένη πλάκα από χάλυβα, αλουμίνιο, συνθετικά υλικά , κεραμική , αντιδραστική κ.α. Αναπόφευκτα το μέγεθος των πυρομαχικών και το είδος της προστασίας μεταβάλλουν το μέγεθος του άρματος και το βάρος του.

Α. Οι Απαρχές – περίοδος πριν το Α’ΠΠ

Το 1903 ο μηχανικός του αυστριακού στρατού Γκύντερ Μπουρστίν (Gunther Burstyn) αναζητούσε έναν τρόπο να προστασίας των στρατιωτών, από την αποτελεσματικότητα του πυροβολικού της εποχής. Εμπνέεται από τα πλοία που προστατεύονται από παχιά θωράκιση χάλυβα.

Για τον σκοπό αυτό κατευθύνεται προς τη χρήση κινητήρα εσωτερικής καύσης, μίας εφεύρεσης μόλις λίγο ετών. Στην έκθεση αυτοκινήτου της Βιέννης αντίκρυσε ένα θωρακισμένο όχημα της Daimler το οποίο όμως επειδή κινούνταν σε τέσσερις τροχούς ήταν ακατάλληλο για χρήση πέρα του ομαλού δρόμου. Έχει την ιδέα να χρησιμοποιήσει αλυσίδα από μεταλλικά ελάσματα τα οποία θα συνδέονται γύρω από τους τροχούς. Με την προσθήκη τεσσάρων τροχών σε κάθε πλευρά θα επιτυγχάνεται ίση κατανομή βάρους του οχήματος.

Το σχέδιο που αναπτύσσει το ονομάζει Motorgeschütz. Θα διέθετε περιστρεφόμενο πυργίσκο με πυροβόλο όπλο όπως τα πολεμικά πλοία, το οποίο θα του επέτρεπε να βάλλει διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που κατευθυνόταν. Η θωράκιση θα αποτελούνταν από παχιά ελάσματα χάλυβα και για να περνάει από ορύγματα, επεκτάσιμοι βραχίονες στα μπροστινά και όπισθεν του άρματος θα ήταν τοποθετημένοι. Μετά από 8 χρόνια έρευνας και προσπάθειας, το 1911 υπέβαλλε τα σχέδια του στο Υπουργείο Άμυνας της Αυστροουγγαρίας και έπειτα στης Γερμανίας. Και οι δύο χώρες απέρριψαν το σχέδιο.

Κάτοψη και τομή του προτεινόμενου άρματος  Motorgeschütz.

Πριν τον Α’ΠΠ υπήρχαν ήδη κάποια σχέδια τόσο στη Βρετανία όσο και τη Γαλλία , τα οποία όμως δεν έτυχαν της απαραίτητης προσοχής ή δεν θεωρήθηκαν βιώσιμα. Οι στρατοί της εποχής δεν αντιλαμβάνονταν ακόμα την ανάγκη για ένα τέτοιο όπλο.

Β. Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Στις 28 Ιουλίου του 1914 ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην απαρχή του όλοι περιμένουν να εξελιχθεί όπως οι προηγούμενοι πόλεμοι που ξεσπούσαν στην Ευρώπη, δηλαδή σαν μια πιο μοντέρνα εκδοχή των ναπολεόντειων πολέμων. Μέχρι όμως τα Χριστούγεννα του 1914 οι απώλειες είχαν ήδη αγγίξει το 1 εκατομμύριο στρατιωτών λόγω της φονικότητας και της ακρίβειας των νέων όπλων, όπως το πολυβόλο.

Στο Δυτικό Μέτωπο για να προστατευτούν από τις εχθρικές σφαίρες αλλά και τα θραύσματα από τις οβίδες, οι στρατιώτες και των δύο παρατάξεων κατασκεύασαν χαρακώματα σε ένα πεδίο που εκτείνονταν από τις βελγικές ακτές μέχρι τα ελβετικά σύνορα. Οι αμυντικές αυτές θέσεις, ενισχυμένες με συρματοπλέγματα και άλλα εμπόδια, ήταν κατάλληλες για την ανάσχεση επιθέσεων πεζικού και ιππικού, ταυτόχρονα όμως οδήγησαν την κατάσταση στο μέτωπο σε αδιέξοδο, στα τέλη του 1914.

Η Επιτροπή Σκαφών Ξηράς  (Landship Committee)

Για να αρθεί το αδιέξοδο στο μέτωπο οι εμπλεκόμενές παρατάξεις προσπαθούν να βρουν ένα τρόπο. Ο αξιωματικός μηχανικού του Βρετανικού στρατού, Έρνεστ Σουίντον (Ernest Swinton), προτείνει την δημιουργία ενός θωρακισμένου οχήματος, το οποίο χάρη στις αμερικάνικες ερπύστριες για τρακτέρ της εποχής, θα είχε τη δυνατότητα κίνησης και σε ανώμαλο έδαφος.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1915 με την υποστήριξη του τότε υπουργού Ναυτικών της Μεγάλης Βρετανίας Ουίνστων Τσώρτσιλ, συστάθηκε η Επιτροπή Landships (Πλοία Ξηράς), υπό τον Τέννυσον Ντεϊνκουρ (Tennyson D ’Eyncourt), Επιθεωρητή Ναυτικών Κατασκευών.

Στην επιτροπή ανήκαν πρόσωπα όπως ό Γουίλιαμ Τρίτον (William Tritton) υπεύθυνος διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας William Foster & Co Ltd. , η οποία έμελλε να είναι η πρώτη εταιρεία η οποία έφταιξε τα πρώτα άρματα μάχης, τους ανθυποπλοίαρχους του Βασιλικού Ναυτικού Βάλτερ Γκόρντον Γουίλσον (Walter Gordon Wilson) και Άλμπερτ Στέρν (Albert Stern), και φυσικά τον ίδιο τον Έρνεστ Σουίντον. Οι Τρίτον και Γουίλσον πέτυχαν στην κατασκευή της πρώτης «μηχανής» με την ονομασία Lincoln No1.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1915 μετά από τον απαιτούμενο επανασχεδιασμό πήρε το πιο γνωστό όνομα «Little Willie» (Μικρός Γουίλι). Ζύγιζε 18 τόνους και προοριζόταν να διαθέτει έναν πυργίσκο, σχεδιασμός ο οποίος ποτέ δεν υλοποιήθηκε πέρα από τα χαρτιά. Το όχημα ήταν βασισμένο στο αμάξωμα και τις ερπύστριες του γεωργικού ελκυστήρα της αμερικανικής εταιρείας Bullock. Οι επιδόσεις του δεν υπήρξαν ικανοποιητικές για τις ανάγκες του Βρετανικού Στρατού, λόγω της αδυναμίας να διασχίζει χαρακώματα μεγάλου πλάτους.

Αμέσως μετά έκανε την εμφάνισή του και το επόμενο μοντέλο , το « Big Willie» επίσης γνωστό ως “HMLS Centipede” (Σαρανταποδαρούσα), οπλισμένο με δύο μακρύκαννα πολυβόλα των 6-pdr. Ο «Big Willie» ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1916 και πέρασε υπό άκρα μυστικότητα τις δοκιμασίες στο πεδίο δοκιμών, στο Hatfield Park. Στις 8 Φεβρουαρίου 1916, έγινε επίδειξη των δυνατοτήτων του νέου άρματος μπροστά στον Βασιλέα της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος εντυπωσιάστηκε βαθύτατα από την επίδειξη. Ο «Big Willie» έμελλε να αποτελέσει τη βάση για μια ολόκληρη γενιά βρετανικών αρμάτων μάχης που έδρασαν στον Α’ ΠΠ.

Ως αποτέλεσμα των θετικών εντυπώσεων 100 άρματα τύπου Mark I (Mk I) παραγγέλθηκαν. Το σχήμα του Mk I ήταν ρομβοειδές, επιτρέποντάς του να υπερπηδά εμπόδια και να διασχίζει χαρακώματα. Οι ερπύστριες διέτρεχαν και το άνω τμήμα του σκάφους. Ανέπτυσσε μέγιστη ταχύτητα 8χλμ την ώρα, μετά βίας πιο γρήγορο από ένα στρατιώτη.

Είχε μήκος 8μ. ύψος 2,5μ. και βάρος 28 τόνων. Η θωράκιση του άρματος είχε πάχος από 6 έως 12 χιλιοστά. Το άρμα διέθετε έναν εξακύλινδρο κινητήρα Daimler/Knight ισχύος 105hp και η ταχύτητά του δεν υπέρβαινε τα 5χλμ την ώρα. Είχε την δυνατότητα να διασχίσει ένα χαράκωμα πλάτους 3,5μ. Το πλήρωμα ανέρχονταν σε οκτώ άτομα, τον αρχηγό του πληρώματος, τον οδηγό, δύο χειριστές κιβωτίων ταχυτήτων και τέσσερεις πυροβολητές. Αποκομμένοι από τον έξω κόσμο , το πλήρωμα επικοινωνούσε με ταχυδρομικά περιστέρια, με το σταθμό διοίκησης. Στο εσωτερικό του άρματος επικρατούσε ζέστη και θόρυβος.

Το άρμα κατασκευάστηκε σε δύο εκδόσεις: το «αρσενικό» (male) που ήταν εξοπλισμένο με δύο πυροβόλα Hotchkiss των 6pdr., τοποθετημένα σε δύο προεξέχοντα ατρακτίδια στα πλευρά του σκάφους, και τέσσερα πολυβόλα Hotchkiss των 0,303in . Η θηλυκή έκδοση (female), διέθετε τέσσερα πολυβόλα Vickers και ένα πολυβόλο Hotchkiss.

Λόγω του σχήματος αλλά και για λόγους απόκρυψής από τον εχθρό, οι Βρετανοί έδωσαν στο νέο όπλο το παρατσούκλι «Tank», το οποίο μεταφράζεται ως δεξαμενή νερού, το οποίο και καθιερώθηκε ως κοινή ορολογία.

Άρμα μάχης Mk I κατά τη μάχη του Thiepval που έλαβε μέρες στις 26 Σεπτεμβρίου του 1916.

Οι πρώτες αφίξεις στο μέτωπο

Στις 13 Αυγούστου του 1916, το πρώτο απόσπασμα Βρετανικών αρμάτων αναχώρησε για τη Γαλλία. Τα πληρώματα αναχώρησαν από το Σαουθάμπτον ενώ τα άρματα έφυγαν από το Avonmouth επειδή δεν υπήρχαν ακόμα κατάλληλοι γερανοί με δυνατότητα να τα μεταφέρουν. Έπειτα αναχώρησαν με τραίνο για το Σομ όπου η μεγάλη συμμαχική αντεπίθεση είχε εξαπολυθεί κατά την 1η Ιουλίου 1916. Οι απώλειες των Βρετανών σημειώνεται ότι κατά τη πρώτη ημερά της μάχης έφτασε στις 60.000 άνδρες.

Ο Αρχιστράτηγος του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος , Στρατηγός Sir Douglas Haig, προσπαθώντας να βρει μια λύση για τις ολοένα και αυξανόμενες απώλειες, αποφάσισε τη χρήση των διαθέσιμων 49 αρμάτων, με το σκεπτικό να τα χρησιμοποιήσει σε όλη την έκταση του μετώπου σε ομάδες των δύο ή των τριών αρμάτων.

Το πρωινό της 15ης Σεπτεμβρίου 1916, κατά την μάχη του Σομ , στις 6:20, τα άρματα κινήθηκαν πιο νωρίς με αποτέλεσμα ορισμένα να πάθουν μηχανικές βλάβες ενώ όσα απέμειναν μπήκαν στη μάχη κατά μόνας ή σε δυάδες. Παρά όμως την περιορισμένη αριθμητική τους παρουσία , της ανεπαρκούς εκπαίδευσης των πληρωμάτων, των μηχανικών βλαβών αλλά και της απειρίας στην ανάπτυξη τεθωρακισμένων σχηματισμών, υπήρξαν κάποια πρόσκαιρα εδαφικά οφέλη για τους επιτιθέμενους. Μόνο 10 από τα 50 άρματα επέστρεψαν στη βάση τους. Αξιοσημείωτη υπήρξε και η ψυχολογική επίδραση στη γερμανική πλευρά. Εξαιτίας των αρχικών επιτυχιών συνεχίστηκε να δρουν σε μικρές ομάδες κατά μήκος όλου του μετώπου για ένα έτος ακόμα.

Γαλλική Ανάπτυξη

Οι Γάλλοι, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Saint Baptiste Estienne, ανέπτυξαν το δικό τους «πλοίο ξηράς», (Cuirasse terrestre). Μετέπειτα στρατηγός, ο Estienne, δικαίως αποκλήθηκε αργότερα «πατέρας των γαλλικών αρμάτων».

Όντας ο διοικητής της αποτελεσματικότερης μοίρας Πυρ/κού κατά αρχική φάση του πολέμου, είχε πολύ εύστοχα προβλέψει ότι “Αυτό τον πόλεμο θα τον κερδίσει η πλευρά που θα τοποθετήσει πυροβόλα σε οχήματα παντός εδάφους”.

Αποτέλεσμα της προσπάθειας ήταν η δημιουργία των βαρέων, για την εποχή αρμάτων από την εταιρεία Schneider, τα CA1. Τα αναποτελεσματικά Saint-Chamond, με θωράκιση 8 χιλιοστών, διέθεταν ένα θηριώδες για τα δεδομένα της εποχής πυροβόλο των 75χιλ. Προεξείχε το εμπρόσθιο άκρο του άρματος κατά 2,5μ. από τις ερπύστριες με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να διαβεί πάνω από χαρακώματα. Παρόλα αυτά παραγγέλθηκαν από τον Γαλλικό Στρατό 400 CA1 και 400 Saint-Chamond.

Το άρμα  Saint-Chamond showμε το μεγάλο για την εποχή πυροβόλο  M.1897 των 75 χιλιοστών. Η τοποθέτηση αυτού του είδους πυροβόλου είχε ως αποτέλεσμα να προεξέχει το μπροστινό μέρος του σκάφους.

Η κατασκευή αρμάτων κατά τον Α’ ΠΠ εκτός της καχυποψίας που είχε να αντιμετωπίσει από τις ιεραρχίες πιο παραδοσιακών όπλων, σκόνταφτε και σε άλλα προβλήματα όπως ότι τα σχέδια ήθελαν χρόνο να υλοποιηθούν , και τα διαθέσιμα εργοστάσια είχαν δεσμεύει στην κατασκευή άλλων μηχανών αναγκαίων όπως τρακτέρ και ατμομηχανών.

Πέντε μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1917, στη τοποθεσία Berry-au-Bac, τα 132 γαλλικά άρματα τύπου Schneider υπό τον Estienne, έλαβαν το πρώτο βάπτισμα του πυρός . Εξαιτίας του εχθρικού πυροβολικού και των πολλών εμποδίων στο πεδίο της μάχης 76 άρματα βγήκαν εκτός μάχης. Τα Schneider ήταν ευάλωτα στην καινούργια αντιαρματική σφαίρα “K” που εφηύραν οι Γερμανοί. Τα μισά άρματα των Γάλλων καταστράφηκαν την πρώτη μέρα της μάχης. Όμως αυτό οδήγησε τους Γάλλους στην υιοθέτηση των πολύ πετυχημένων οχημάτων FT-17. Η εταιρεία Renault συνείσφερε σημαντικά παράγοντας τα πολύ αποτελεσματικά ελαφρά άρματα τύπου FT-17. Το μικρότερο μέγεθος το καθιστούσε ταχύτερο από ό λα τα άλλα άρματα, και απαιτούσε μόνο δύο άτομα για να λειτουργήσει, έναν οδηγό κι ένα πυροβολητή. Η κύρια καινοτομία του προέρχονταν από το πυροβόλο που ήταν τοποθετημένο σε περιστρεφόμενο πυργίσκο, δίνοντάς του τη δυνατότητα να βάλλει εναντίον στόχων σε οποιαδήποτε κατεύθυνσή. Υπήρξε κατάλληλο για μαζική παραγωγή, η οποία επεκτάθηκε όταν την άδεια κατασκευής τα την πούλησε ο Renault στις ΗΠΑ την άνοιξη του 1917. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρήγγειλε 4.000 άρματα FT όταν κάλεσε σε επιστράτευση.

Ο Αντισυνταγματάρχης (τότε) Τζώρτζ Πάττον, μπροστά από ένα άρμα μάχης Renault FT, το καλοκαίρι του 1918 στην Αργόννη.

Γερμανική ανάπτυξη

Η γερμανική πλευρά θεώρησε αρχικά τα άρματα ως μη αποτελεσματικά όπλα. Παρά τις συνεχείς βρετανικές επιτυχίες οι Γερμανοί δεν εκτιμούσαν τις δυνατότητες που προσέφερε το νέο όπλο. Εν τέλει προσέλαβαν τον λαμπρό μηχανικό αυτοκινήτων Γιόζεφ Βολμέρ, ώστε να σχεδιάσει την κατασκευή του πρώτου γερμανικού άρματος. Τέκνο αυτής της προσπάθειας υπήρξε το A7V, ταχύτερο από τα βρετανικά άρματα, με καλύτερη θωράκιση και καλύτερα όπλα, 1 πυροβόλο κι έξι πολυβόλα. Για να λειτουργήσει απαιτούνταν πλήρωμα 18 ατόμων, με τον αρχηγό και τον οδηγό να κάθονται σε ανυψωμένη πλατφόρμα ώστε να έχουν καλύτερη ορατότητα.

Οι κινητήρες ήταν τουλάχιστον 200hp ισχύος. Στις δοκιμές πέτυχε εξαιρετικές επιδόσεις και τελικά εγκρίθηκε. Αν και απαιτούνταν να κατασκευαστούν 200 άρματα, εν τέλει κατασκευάστηκαν μόνο 20 σε όλη τη διάρκεια του πολέμου λόγω ελλείψεως σε βασικά μέταλλά όπως ό χάλυβάς και ο χαλκός και έλλειψης ανταλλακτικών. Στις 21 Μαρτίου 1918 οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελική επίθεσή τους εναντίον του Δυτικού Μετώπου. Καθώς προελαύνουν προς το Παρίσι  σε ένα δάσος έξω από την πόλη , τα FT του συντ/χη Estienne απωθούν τους εισβολείς. Τον Ιούλιο ο γερμανικός στρατός είναι εξουθενωνόμενός και έχει πλέον χάσει όλα σχεδόν τα άρματά του μαζί με τις ελπίδες νίκης του.

Γερμανικό A7V Sturmpanzer

Η Μάχη του Καμπραί

Ο Στρατηγός Χαίηγκ επέτρεψε στον Χιου Έλς (Hugh Elles) ο οποίος έλαβε την διοίκηση των αρμάτων από τον Έρνεστ Σουίντον, να σχεδιάσει επιχειρήσεις στο πεδίο μάχης που θεωρούσε ο ίδιος κατάλληλο. To Καμπραί αποτελούσε το ιδανικό έδαφος για άρματα, διότι ήταν στέρεο και στεγνό χωρίς αυλακώσεις από προηγούμενες μάχες. Σαν αποτέλεσμα στις 20 Νοεμβρίου 1917, στις 6:00 π.μ., ολόκληρη η δύναμη 476 αρμάτων πήρε μέρος στη μάχη του Καμπραί (Cambrai) , με τον ίδιο τον Έλς μέσα στο δικό του άρμα διοίκησης.

Τα άρματα περνάν από τα πρώτα ορύγματα των Γερμανών και διέρρηξαν την πρώτη γραμμή των Γερμανών σε μήκος 10χλμ. Το σύστημα επικοινωνίας είναι ακόμα πρωτόγονο και το ιππικό μαθαίνει για την νίκη μόλις στις 03:00μμ. Είναι πολύ αργά ώστε να φτάσουν εγκαίρως οι ενισχύσεις και να εκμεταλλευτούν το κενό που άνοιξε στις γραμμές του εχθρού. Η γερμανική αντεπίθεση βρίσκει τα βρετανικά άρματα χωρίς υποστήριξη και έτσι αποτελούν εύκολη λεία.

Καταστρέφονται 179 άρματα. Ορισμένα αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς. Μετά από 10 ώρες η μάχη είχε στεφθεί με αποτυχία όμως τα άρματα παρουσιάζουν την η πιο ταχεία προέλαση σε ολόκληρη την διάρκεια του πολέμου έως τότε. Ο ίδιος ο Χαίηγκ έγραφε στα υπομνήματα των αναφορών του ότι «η μεγάλη αξία των αρμάτων έχει οριστικά αποδειχτεί».

Άρματα προς το τέλος του πολέμου: (Πάνω) βρετανικό άρμα Whippet και (κάτω) γερμανικό LK II

Γ. Περίοδος του Μεσοπολέμου

Αμέσως μετά τον πόλεμο για κάποιο χρονικό διάστημα παρά τις επιτυχίες τους στα πεδία των μαχών, τα άρματα μάχης έπεσαν σε δυσμένεια, τόσο εξαιτίας του κόστους τους, όσο και διαφόρων προκαταλήψεων. Το Σώμα Βρετανικών Αρμάτων μειώθηκε από 25 επιλαρχίες κατά τη λήξη των εχθροπραξιών σε 5 μέσα σε μόλις ένα έτος, Το 1922 αποφασίστηκε να διατηρηθεί ένα μόνιμο Σώμα Τεθωρακισμένων, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ υπέβαλλαν τα άρματα στον έλεγχο του πεζικού.

Στη Γαλλία επίσης ενώ τα τεθωρακισμένα παρέμειναν ως ξεχωριστός κλάδος , αντιμετωπίζονταν ως υποστήριξη των δυνάμεων του πεζικού. Ταυτόχρονα το Ιππικό αναδύθηκε ξανά ως όπλο παρά το γεγονός ότι η πρόσφατη πολεμική εμπειρία το είχε καταστήσει αμετάκλητα ξεπερασμένο. Βρετανικά άρματα στάλθηκαν σε κατεχόμενες περιοχές της Γερμανίας και στον αγώνα εναντίον της νεαρής τότε Σοβιετικής Ρωσίας. Τον Ιούνιο του 1919 ο Βρετανός Ταγματάρχης Έιβεν Κάμερον Μπρους (Ewen Cameron Bruce) δέχτηκε εθελοντικά να διοικήσει δυνάμεις αρμάτων βοηθώντας τις αντι-επαναστατικές δυνάμεις των Λευκών. Με μόνο ένα άρμα , και κάτω από καταιγισμό πυρών σε αντίξοές συνθήκες, κατέλαβε με το άρμα του την οχυρωμένη πόλη Τσαρίτσιν, με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία 40,000 ανδρών του εχθρού. Η δράση του βρετανικού άρματος υπό τον Μπρους σχολιάστηκε από τον ιστορικό και θεωρητικό του πολέμου, Sir Basil Henry Liddell Hart, ως “έναν από τους πιο αξιοσημείωτους άθλους σε ολόκληρη την ιστορία του Σώματος των Τεθωρακισμένων”. Το Τσαρίτσιν, ήταν η πόλη η οποία μετά την επικράτηση της μπολσεβίκικής επανάστασης, θα μετονομαζόταν σε Στάλινγκραντ.

Οι προκαταλήψεις στην Βρετανία ξεπεράστηκαν κατά το 1926 οπότε ξεκίνησαν οι διαδικασίες ανάπτυξης των μηχανοκίνητων μέσων των μονάδων του στρατού. Η μηχανοποίηση του Βρετανικού στρατού όμως δεν κατορθώθηκε να ολοκληρωθεί μέχρι την έναρξη του Β’ΠΠ. Ο Ταγματάρχης Γκίφαρντ Μαρτέλ (Giffard Le Quesne Martel) στο ΗΒ σχεδίαζε φτηνά , μικρά άρματα κατάλληλα για εκπαίδευση.

Κατά τη δεκαετία του 1920 αναδείχθηκαν διάφοροι θεωρητικοί του πολέμου των τεθωρακισμένων. Ο Φούλερ και ο Λίντελ Χαρτ έγραψαν πάρα πολλά βιβλία πάνω στο ζήτημα. Στην Βρετανία τέτοια πονήματα αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, σε αντίθεση με την ηττημένη Γερμανία όπου απέσπασαν την προσοχή.

Ενώ στις χώρες της Αντάντ τα άρματα αντιμετωπίζονταν με προκατάληψη, στη Γερμανία παρά τους περιορισμούς της συνθήκης των Βερσαλλιών, κρυφά σχεδιάζονταν νέα άρματα και ακόμα και μονάδες. Ένας νεαρός υπολοχαγός του μικρού γερμανικού στρατού (Ράϊχσβερ), ο Χάιντς Γκουντέριαν, ενθουσιάζεται με το σύγχρονο θέατρο του πολέμου και ερευνά μετά το 1918 το ρόλο των αρμάτων στον πόλεμο που η χώρα του μόλις είχε χάσει. Εξαιτίας του μειωμένου ενδιαφέροντος που επικρατούσε ακόμη, γρήγορα αποκτά τη φήμη του ειδικού σε ζητήματα αρμάτων. Γίνεται εκπαιδευτής σε τακτικές αρμάτων. Τοποθετώντας μεταλλικές ελάσματα σε αυτοκίνητα, προσπερνούν τον σκόπελο της συνθήκης των Βερσαλλιών η οποία ρητά απαγορεύει την κατοχή αρμάτων μάχης και βαρέων όπλων στη Γερμανία. Η προσωρινή αυτή λύση υπήρξε σαφώς ατελής.

Η κρυφή ανάπτυξη τεθωρακισμένων αρμάτων και οχημάτων από την πλευρά της Γερμανίας γινόταν σε ένα ιδιόκτητο από γερμανικά συμφέροντα εργοστάσιο στην Σουηδία. Η Daimler, Krupp και η Rheinmetall κατασκεύαζαν στα κρυφά άρματα , ονομάζοντάς τα πολλές φορές ως αγροτικά μηχανήματα για την αποφυγή ελέγχου. Με το γερμανό- σοβιετικό σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της ΕΣΣΔ δινόταν η δυνατότητα σε στελέχη των μικρών πλέον Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, να εκπαιδευτούν σε σύγχρονα όπλα μακριά από τους περιορισμούς που τους επέβαλαν οι συνθήκες των νικητών του Μεγάλου Πολέμου. Μάλιστα στο Καζάν της Ρωσίας, 800χλμ από τη Μόσχα, διατέθηκαν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις, από τους Σοβιετικούς για την εκπαίδευση πληρωμάτων αρμάτων και νέων πρωτότυπων οχημάτων. Χάιντς Γκουντέριαν.

Η νεοϊδρυθείσα ΕΣΣΔ δεν ενδιαφέρθηκε για το καινούργιο όπλο παρά μονό το 1929, έτος έναρξης του πρώτου πενταετούς προγράμματος ανάπτυξης της οικονομίας της. Η χώρα δεν είχε στη διάθεση της εξαρχής μηχανικούς και χρήματα για να αναπτύξει το δικό της αρματικό στόλο. Το κέρδος από την συνεργασία με τη γερμανική πλευρά στο μεσοπόλεμο , για τη ΕΣΣΔ ήταν η παροχή τεχνογνωσίας εκ μέρους των Γερμανών. Τον Δεκέμβριο του 1926 κτίζεται μία τεράστια μονάδα παραγωγής με γερμανική χρηματοδότηση. Η μονάδα ονομάζεται “Κάμα”. Εκεί μηχανικοί κι από τις δύο χώρες μελετούσαν τους τελευταίους τύπους γερμανικών αρμάτων. Όλο το προσωπικό έφερε σοβιετικού τύπου στολές για λόγους μυστικότητας. Οι Σοβιετικοί μηχανικοί σε έκθεσή τους αναφέρουν ότι τα οχήματα είναι υπερβολικά αργά και περίπλοκα. Αρχίζουν έτσι να κατασκευάζουν τη δική τους εκδοχή άρματος που είναι απλούστερη και ταχύτερη. Το αρχικό αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μεγάλων σε αριθμό αλλά κακής ποιότητας αρμάτων.

Το 1931 επισκέπτεται τη Κάμα ο Συνταγματάρχης Γκουντέριαν ο οποίος αντιλαμβάνεται το μειονέκτημα των γερμανικών αρμάτων στη βραδύτητά τους. Με βάση τις υποδείξεις του ο γερμανικός στρατός ζητά από τη βιομηχανία μια νέα έκδοση. Παράγεται το Panzer I, το ταχύτερο και πιο ευέλικτο άρμα την περίοδο παραγωγής του. Με θωράκιση περιορισμένη στο ελάχιστο, 13cm στη μπροστινή πλευρά , όσο χρειαζόταν για να αποκρούει ριπές πολυβόλων. Έφερε κινητήρα 57ίππων που του επέτρεπε να αναπτύσσει τη ταχύτητα ρεκόρ των 37χλμ/ώρα. Μετά από υπόδειξη του ίδιου του Γκουντέριαν , τοποθετήθηκε ασύρματος στην καμπίνα του πληρώματος. Με αυτή τη καινοτομία o συντονισμός των οχημάτων μπορούσε πλέον να γίνει από ένα κέντρο επιχειρήσεων, χωρίς χρήση σημαιών ή περιστεριών όπως συνέβαινε έως τότε.

Με την άνοδο του στην εξουσία το 1933 , ο Χίτλερ αντιλαμβανόμενος τις δυνατότητες του νέου όπλου , ξεκίνησε από το 1934 κιόλας, την μαζική παραγωγή αρμάτων. Διέταξε το κλείσιμο της Κάμα στη Ρωσία. Καθιερώθηκαν τα Τεθωρακισμένα (Panzerwaffen) ως ξεχωριστός κλάδος του Στρατού Ξηράς (Heer). Τρεις Τεθωρακισμένες Μεραρχίες είχαν σχηματιστεί έως τον Οκτώβριο του 1935.

Η οργάνωσή τους είχε ομοιότητες με αυτή των Βρετανών αντίστοιχων του 1927. Οι αξιωματικοί και τα πληρώματα των μεραρχιών αυτών θα αποκτούσαν πολύτιμη εμπειρία ως «εθελοντές» στην Γερμανική Λεγεώνα Κόνδωρ, πολεμώντας στο πλευρό των εθνικιστικών δυνάμεων του Στρατηγού Φράνκο κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1936-39). Σε αυτή τη χρονική περίοδο τέθηκαν οι βάσεις για τις νέες τακτικές του Κεραυνοβόλου Πολέμου (Blitzkrieg), οι οποίες εισάχθηκαν και τελειοποιήθηκαν.

Νέες καινοτομίες όπως η αεροπορική υποστήριξη με βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως – Στούκας – σε συνδυασμό με τη στενή συνεργασία των αρμάτων άλλαξαν το προφίλ του πεδίου της μάχης για πάντα. Προσωπικότητα πολυσχιδής και ανήσυχη, ο Στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian) – αντιλήφθηκε από νωρίς τη σημασία του νέου όπλου για τον Γερμανικό Στρατό. Οραματίστηκε τεθωρακισμένες μονάδες οι οποίες δεν θα διέθεταν μόνο άρματα, αλλά με τον κατάλληλο συνδυασμό από στοιχεία και άλλων κλάδων και όπλων, θα διαφοροποιούνταν από τις θεωρίες του Φούλερ, τις τακτικές των Γάλλων και των ΗΠΑ που όριζαν το άρμα υπό τις διαταγές του πεζικού.

Στην ΕΣΣΔ ο Στάλιν θεωρεί προδότη όποιον ήρθε σε επαφή με Γερμανούς στη Κάμα. Οι εκκαθαρίσεις της προσεχούς περιόδου μακέλεψαν την όποια ανάπτυξη υπήρχε στο τομέα, συλλήψεις δίκες και εκτελέσεις αξιωματικών, μηχανικών ακόμα και φρουρών της Κάμα. Κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων θύμα έπεσε ο Στρατάρχη Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και την εισαγωγή νέων τακτικών στον Κόκκινο Στρατό , και ιδιαίτερα πάνω στον πόλεμο των τεθωρακισμένων. Αποστάλθηκαν πράκτορες της NVKD (μυστική αστυνομία) στο εξωτερικό για να εντοπίσουν νέες ιδέες για ανάπτυξη των αρμάτων.

Στις ΗΠΑ ο εφευρέτης Τζων Γουόλτερ Κρίστι (John Walter Christie), σχεδίασε ένα καινοτόμο σύστημα ανάρτησης το οποίο έδινε στο άρμα δυνατότητες υψηλής ταχύτητας κατά την κίνηση σε μη ομαλό έδαφος. Ο στρατός των ΗΠΑ δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον κι έτσι εξήγαγε τις ιδέες του στους Ρώσους. Οι εφευρέσεις του που υιοθετήθηκαν από την ΕΣΣΔ συνέδραμαν στην ανάπτυξη των νέων σειρών αρμάτων ΒΤ- και Τ-.

Το άρμα BT-5 δοκιμάστηκε στα πεδία μαχών του ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Διέθετε νέο σύστημα ανάρτησης και πέδησης που του επέτρεπε τη πορεία σε δύσβατο έδαφος , και τον ισχυρότερο κινητήρα 400 ίππων. Παρά το διπλάσιο βάρος του από το Panzer I , επετύγχανε ταχύτητα 80χλμ/ώρα. Παραγγέλθηκαν 6.000 άρματα αυτού του τύπου.

Η εξέλιξη των σοβιετικών αρμάτων μάχης. Εικονίζονται από τα αριστερά BT-7M, A-20, T-34 τύπος 1940, T-34 τύπος 1941

Στις 30 Οκτωβρίου του 1936 , γερμανικά και σοβιετικά άρματα έρχονται αντιμέτωπα για πρώτη φορά στην Ισπανία. Τα σοβιετικά άρματα είχαν το μειονέκτημα ότι αναφλέγονταν εύκολα. Κατεστραμμένα δείγματα στάλθηκαν στο εργοστάσιο παραγωγής αρμάτων στο Χάρκοβο για ανάλυση. Εκεί ο επικεφαλής υπεύθυνος , ήταν ο ενθουσιώδης με τα άρματα Μιχαήλ Κόσκιν. Συνειδητοποίησε ότι το αδύναμο σημείο του ΒΤ είναι η μικρή προστασία του βενζινοκινητήρα του. Έτσι ανέπτυξε νυχθημερόν ένα πρωτότυπο του Τ-34. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη προστασία του τετραμελούς πληρώματος παρέχοντας θωράκιση προστασίας μέχρι και 47χιλιοστών στη μπροστά και πάνω πλευρά του άρματος, τοποθέτηση κινητήρα ντίζελ που αναφλέγεται δυσκολότερα.

Η θωράκιση του Τ-34 ήταν κεκλιμένη ώστε να εξοστρακίζονται τα εχθρικά βλήματα από την επιφάνειά της. Η μέγιστη ταχύτητα του άρματος ήταν τα 53χλμ/ώρα. Παρουσιάζοντας το σχέδιο τον Κόκκινο Στρατό επικρίθηκε για το βάρος των 26 τόνων, διπλάσιο του ΒΤ. Χωρίς όμως να πτοηθεί ο Κόσκιν συνέχισε με τις δικές του δυνάμεις την ανάπτυξη του πρωτοτύπου. Το 1940 έπειτα από προσωπική επιστολή στον ίδιο τον Στάλιν , ο Κόσκιν οδηγεί το άρμα του για 800 χλμ. από το Χάρκοβο στη Μόσχα.

Η πρώτη δοκιμή γίνεται στο πεδίο δοκιμών της Κουμπίνκα έξω από τη Μόσχα. Έπειτα ο Στάλιν διέταξε τη μαζική παραγωγή του Τ-34 που έμελλε να αποτελεί η ραχοκοκαλιά των σοβιετικών αρμάτων μάχης στον Β’ ΠΠ. Αντίστοιχα και στις Ηνωμένες Πολιτείες ο ένθερμος υποστηρικτής της αυτοτέλειας των τεθωρακισμένων, ο Τζωρτζ Πάττον προτιμούσε το νέο όπλο να δραστηριοποιηθεί εκ παραλλήλου με το παραδοσιακό όπλο του ιππικού, με σκοπό την εκμετάλλευση του στοιχείου της ταχύτητας, παρά την αχρήστευσή του όπως θεωρούσε ως βοηθητικό καννόνι του πεζικού. Στον επικείμενο πόλεμο που ερχόταν τα τεθωρακισμένα, θα αποδεικνυόταν η αιχμή του δόρατος των αντιμαχόμενων παρατάξεων.

Δ. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Το πρωινό της 1ης Σεπτεμβρίου 1939, δύο Γερμανικές ομάδες Στρατιών, προέλαυσαν κατά μήκος της Πολωνικής μεθορίου, με εμπροσθοφυλακή της προέλασης εφτά Μεραρχίες Τεθωρακισμένων (Πάντσερ). Πλέον ο Γερμανικός Στρατός διέθετε κι άλλους τύπους αρμάτων βαρύτερα και με καλύτερη θωράκιση από το Panzer I , (Panzer II, Panzer III, Panzer IV). Συνολικά αριθμούσαν 2.750 άρματα.

Ένα γερμανικό Panzer III όπως επιχειρούσε κατά την προέλαση στη Γιουγκοσλαβία

Ο στόχος τους ήταν να περικυκλώσουν και να εξουδετερώσουν τη κύρια δύναμη του Πολωνικού Στρατού σε μία γιγαντιαία κίνηση τύπου «λαβίδας». Οι Γερμανοί εξαπέλυσαν ένα καινούργιο σύστημα τακτικής , το οποίο είχε τελειοποιηθεί από τον Γκουντέριαν, επιτυγχάνοντας την διάτρηση της εχθρικής άμυνας και την περικύκλωση των δυνάμεων της.

Κύρια χαρακτηριστικά ήταν ο αιφνιδιασμός, η ταχύτητα των ελιγμών, η καταιγιστική δύναμη πυρός τόσο στη ξηρά όσο και από τον αέρα, η διαρκής επικράτηση της πρωτοβουλίας στο πεδίο της μάχης. Απαιτούνταν από όλους τους διοικητές μονάδων να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες που δίνονταν, εις το έπακρο.

Στοιχεία αναγνωρίσεως προπορευόταν, συνοδευόμενα από παρατηρητές του πυροβολικού και καταδείκτες της αεροπορίας. Έχοντας εντοπίσει τις εχθρικές θέσεις οι αναγνωρίσεις μπορούσαν να προσπεράσουν τα οχυρωμένα σημεία και να συνεχίσουν την πορεία τους προς επίτευξη των αντικειμενικών τους στόχων. Ταυτόχρονα βρίσκονταν σε διαρκή επικοινωνία με τον διοικητή των κυρίων μονάδων, που μπορούσε να ελέγχει την ταχύτητα της προέλασης. Ενώ παλαιότερα θα έπρεπε να εμπλακεί με μία εχθρική μονάδα τώρα απλά την προσπερνούσε.

Το κέντρο βάρους -Scherpunkt- της επίθεσης ήταν ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου μεγάλη δύναμη πυρός συγκεντρώνονταν όταν το αποφάσιζε ο πολύ καλά πληροφορημένος διοικητής. Ο στόχος της αρχικής επίθεσης ήταν να διατρυπήσει τις εχθρικές γραμμές, δημιουργώντας ένα κενό ανάμεσα, αμέσως ένα επόμενο στοιχείο της δύναμης θα ακολουθούσε και θα πίεζε, αποφεύγοντας τις κύριες εχθρικές θέσεις, δημιουργώντας έτσι χάος στα πλαϊνά και τα μετόπισθεν του εχθρού. Ακολουθώντας, το μηχανοκίνητο πεζικό θα εξουδετέρωνε κάθε εχθρική άμυνα, σιγουρεύοντας ότι το κενό μονιμοποιήθηκε.

Για τέτοιου είδους επιχειρήσεις απαιτούνταν ομαδικότητα, καλές επικοινωνίες, σωστή διοίκηση και αιφνιδιασμός. Δεν υπήρχαν πλέον μεγάλες προετοιμασίες, μεγάλης διάρκειας πυρά πυροβολικού, ή μεμονωμένες επιθέσεις που θα έδιναν στον αντίπαλο το χρονικό περιθώριο να προετοιμαστεί. Αντί αυτού η επιτιθέμενη δύναμη θα χτυπούσε χωρίς προειδοποίηση, και θα προέλαυνε σε ένα στενό μέτωπο. Το προσωνύμιο του Γκουντέριαν που αποδόθηκε από τους άνδρες του ήταν, «ο βιαστικός Χάιντς».

Στη γερμανική προπαγάνδα βέβαια τα άρματα φαινόντουσαν αήττητα. Στη πραγματικότητα τα 900 άρματα του πολωνικού στρατού, που είχαν μεταφερθεί από την Αγγλία και τη Γαλλία, μπορούσαν να σταθούν απέναντι στον αντίπαλό τους, και κατέστρεψαν εκατοντάδες γερμανικά άρματα. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1939, 4.000 Σοβιετικά άρματα μάχης εισέβαλαν στη Πολωνία αποδιοργανώνοντας και συνθλίβοντας την πολωνική αντίσταση. Ο Κεραυνοβόλος Πόλεμος επαναλήφθηκε στις 10 Μάϊου 1940, όταν η Γερμανία επιτέθηκε στις Κάτω Χώρες και μετά διέσχισε τον ποταμό Μεύση στην Γαλλία.

Οι Γάλλοι είχαν βασιστεί σε έναν αμυντικό σχεδιασμό σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Δεν δόθηκε σημασία στις απόψεις ανθρώπων όπως του Συνταγματάρχη Ντε Γκολ, ο οποίος στο θεωρητικό του πόνημα, «Προς τον Επαγγελματικό στρατό» , πρότεινε τη δημιουργία μεγάλων αρματικών σχηματισμών, οι οποίοι θα δρούσαν με τη συνδρομή του πεζικού, σε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο από αυτό των προηγούμενων πολέμων.

Το κύριο Γαλλικό άρμα Char B1 της Renault διέθετε διπλάσια δύναμη πυρός από τα περισσότερα γερμανικά άρματα και ικανή προστασία. Αποτελούσε το έναν πολύ επικίνδυνο αντίπαλο για τους Γερμανούς παρά το ότι μειονεκτούσε σε ταχύτητα και κατανάλωση καυσίμων. Η γαλλική πλευρά θεωρώντας ότι το κύριο μέτωπο ήταν οχυρωμένο χάρη στη Γραμμή Μαζινό, έστειλαν την κύρια δύναμη των αρμάτων τους προς το βορρά όπου έμμενε ακάλυπτη η μεθόριος. Το σημείο που έμεινε ακάλυπτο γιατί θεωρούνταν απροσπέλαστο για άρματα μάχης, ήταν το δάσος των Αρδενών.

Ένα άρμα Panzer IV (Ausf H) όπως βρίσκεται εκτεθειμένο στο μουσείο αρμάτων στο Saumur της Γαλλίας. Είναι εμφανής η αντιμαγνητική επίστρωση Zimmerit, και η επιπρόσθετη θωράκιση στον πύργο και στα πλαϊνά του σκάφους του άρματος.

Στις 22 Μαΐου του 1940 , τα γερμανικά στρατεύματα με 2.400 άρματα διέσχισαν τις Αρδένες και προσχώρησαν προς την ενδοχώρα. Οι Γάλλοι έστειλαν 3.300 άρματα να επιταθούν στα πλευρά της Γερμανικής προέλασης. Αυτό αποδιοργάνωσε και έπληξε το ηθικό των Γάλλων, οι οποίοι έχοντας διασκορπισμένα τα άρματά τους, δεν αποτελούσαν πρόβλημα για την γερμανική επίθεση.

Ταυτόχρονα η Βρετανική Εκστρατευτική Δύναμη κατόρθωσε να δραπετεύσει μέσω της Μάγχης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντεπίθεση της 4ης και της 7ης Επιλαρχίας του Βρετανικού Στρατού καθυστέρησαν αρκετά τα άρματα ώστε αυτά να μην αποκόψουν την βρετανική υποχώρηση και εκκένωση. Στις 14 Ιουνίου τα γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στο Παρίσι και στις 24 του ίδιου μήνα η Γαλλία συνθηκολόγησε.

Ο Χίτλερ καλεί τον αυτοκινητοβιομήχανο Φέρντιναντ Πόρσε να αναπτύξει το πιο εξελιγμένο άρμα μάχης της εποχής. Το Tiger όπως ονομάστηκε, όντας οπλισμένο με το θηριώδες πυροβόλο των 88 χιλιοστών, μπορούσε να καταστρέψει σε ακτίνα 2χλμ οποιοδήποτε εχθρικό άρμα. Δεν διέθετε κεκλιμένη θωράκιση αλλά είχε πάχος έως και 120 χιλιοστά μπροστά και πάνω. Αυτό το θηρίο των 54 τόνων με το πενταμελές πλήρωμα χρειαζόταν 2 έτη για να γίνει υπηρεσιακό.

Ένα χρόνο αργότερα στις 22 Ιουνίου 1941, οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην πρώην σύμμαχό τους ΕΣΣΔ. Η γερμανική επίθεση πραγματοποιούνταν από 3 κύρια ομάδες στρατιών, Νότος, Κέντρο, Βορράς. Με την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα 3.500 άρματα και 3,8 εκατομμύρια στρατιώτες εισβάλουν σε ένα μέτωπο έκτασης 3.219χλμ, από την Βαλτική έως την Μαύρη θάλασσα. Όπως και στις εκστρατείες στη Πολωνία και τη Γαλλία, τα τεθωρακισμένα ήταν η αιχμή του δόρατος της επιτιθέμενης δύναμης.

Ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε κατά μήκος όλου του μετώπου, χάνοντας συνολικά 3.000 άρματα. Τα περισσότερα πληρώματα δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς σε αντίθεσή με τους εμπειροπόλεμους Γερμανούς που έχουν εμπιστοσύνη στον εξοπλισμό τους και την ηγεσία τους. Έως το φθινόπωρο η Βέρμαχτ είχε προελάσει 885χλμ και κατείχε μία έκταση 1,3 εκατ. τετρ. χλμ., έχοντας προξενήσει απώλειες 2.500.000 στρατιωτών και έχοντας αιχμαλωτίσει άλλους 500.000. Τα PzKpfk III και τα PzKpfk IV , σχεδιασμένα στις αρχές της δεκαετίας του 30, αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των γερμανικών τεθωρακισμένων. Βρίσκονταν σε παραγωγή και στη δεκαετία του 40΄και μπορούσαν να αναβαθμιστούν τόσο ως προς τον οπλισμό όσο και ως προς τη θωράκιση.

Η εμφάνιση του Τ-34 τον Ιούλιο του 1941 σε πολύ μικρούς αριθμούς προκαλεί την έκπληξη των Γερμανών οι οποίοι περίμεναν να αντιμετωπίσουν έναν υποδεέστερο αντίπαλο, γιατί ήταν πιο ευέλικτο και ταχύτερο από το Panzer IV. Τα περισσότερα αντιαρματικά όπλα των Γερμανών δεν μπορούσαν να το καταστρέψουν. Οι απώλειες των σοβιετικών επίσης αναπληρώνονταν πιο ευκολά γιατί τα εργοστάσια μεταφέρθηκαν στα Ουράλια ώστε να μη πέσουν στα χέρια του εχθρού. Κατά τη παραγωγή αφαιρέθηκαν περιττά στάδια συνυπολογίζοντας ότι το προσδόκιμο ζωής του άρματος στη μάχη κυμαίνονταν στους 3 με 4 μήνες.

Κατά τον Δεκέμβριο του 1941, ο ρωσικός χειμώνας προκαλεί σοβαρά προβλήματα στα τελείως ανέτοιμα για τέτοιες καιρικές συνθήκες (-30°C) γερμανικά άρματα. Οι Γερμανοί έχουν χάσει 3.000 άρματα ενώ αντίστοιχα οι Σοβιετικοί 20.000. Καθώς ο Β’ΠΠ εξελισσόταν, τα περισσότερα έθνη παρήγαγαν μεγαλύτερα και με μεγαλύτερη θωράκιση άρματα. Η Μεγάλη Βρετανία κάποτε πρωτοπόρος στον τομέα, είχε πλέον μείνει πίσω στον ανταγωνισμό, με άρματα ανεπαρκή για τακτικές κεραυνοβόλου πολέμου.

Τα ελαφρά της άρματα, οπλισμένα με πολυβόλα, ήταν κατάλληλα μόνο για εκπαίδευση ή το πολύ αναγνωριστικές επιχειρήσεις. Τα άρματα κατηγορίας Cruiser και τα αντίστοιχα τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού, οπλισμένα με ένα μικροσκοπικό αντιαρματικό πυροβόλο των 2pdr, ή ένα κανόνι Howitzer των 75χιλ. ήταν ανεπαρκή για πόλεμο εναντίον τόσο των εχθρικών αρμάτων αλλά και προς την υποστήριξη του πεζικού. Ταυτόχρονα η διάμετρος του πύργου τους ήταν πολλή μικρή για να επιτρέψει την προσθήκη πυροβόλων όπλων μεγαλύτερου διαμετρήματος.

Crusader Mk III στην Βόρεια Αφρική όπως επιχείρησαν 1943

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι ΗΠΑ άρχισαν να επανεξοπλίζονται με τη βιομηχανίας να δίνει περισσότερο βάρος στα άρματα μάχης, υπό το πρίσμα της εισόδου τους στον πόλεμο. Οι ΗΠΑ αντιλήφθηκαν την ανάγκη για απόκτηση αρμάτων που θα διέθεταν το πλεονέκτημα της σταθεροποίησης του πυροβόλου ώστε να μπορεί να πετυχαίνει βολές και εν κινήσει. Στις αρματομαχίες συνήθως όποιος ρίχνει τη πρώτη βολή , βγαίνει νικητής.

Η εισαγωγή των αμερικανικών αρμάτων Μ3 Lee/Grant σε βρετανική υπηρεσία , κατά την βορειοαφρικανική εκστρατεία, ήταν η πρώτη φορά που διέθεταν άρματα τέτοιου είδους χαρακτηριστικά. Η εμφάνισή τους τον Μάιο του 1942, ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τους Γερμανούς, που ήταν απροετοίμαστοι για την αντιμετώπιση του πυροβόλου των 75χιλ. που διέθεταν τα βρετανικά άρματα. Σύντομα ανακάλυψαν ότι τα M3 μπορούσαν να προσβάλουν στόχους πέρα από το δραστικό βεληνεκές των δικών τους αντιαρματικών πυροβόλων Pak 38, όπως των πυροβόλων των 5 εκ. KwK 39 των Panzer III.

Το πυροβόλο των 75χιλ. παρέμεινε σε υπηρεσία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα οπότε και αντικαταστάθηκε από το βελτιωμένο των 76χιλ. Το Μ4 Sherman αποτελεί το πιο μαζικά παραγόμενο αμερικανικό άρμα μάχης κατά τον Β’ ΠΠ.

Ήταν εύκολο κατά την οδήγηση, πολύ ελαφρύτερο του Tiger και του Τ-34 (34-41 τόνοι), με πιο αδύναμο πυροβόλο των 75 χιλ., με το αρκετά καλό βεληνεκές των 1.500 μ και δραστικό βεληνεκές των 1.000μ. Με γάλο του πλεονέκτημα η πολυχρηστικότητά του διότι πρόσφερε μία ευκολόχρηστη πλατφόρμα στο σκάφος του, όπου μπορούσαν να προσαρμοστούν όπλα διαφορετικών χρήσεων, όπως πυροβόλο μεγαλύτερο της κανονικής έκδοσης, ολμοβόλο, εκτοξευτή ρουκετών, ακόμα και φλογοβόλο! Το καλοκαίρι του 1944 κατασκευάζονταν περί τις 50.000 μονάδες.

Προς μεγάλη τους ανακούφιση οι Βρετανοί προμηθεύονταν άρματα από τις ΗΠΑ για να ενισχύσουν τις τεθωρακισμένες μεραρχίες τους, όπου είχαν ξεμείνει ακόμα παλαιωμένοι τύποι αρμάτων. Οι Βρετανοί παρήγαγαν προς το τέλος του πολέμου το αξιόλογο Α43 Comet με το εξαιρετικό πυροβόλο των 77χιλ , το οποίο μπήκε σε υπηρεσία τον Μάρτιο του 1945.

Βρετανικό άρμα Comet I A34

Σε κάθε πεδίο μάχης το άρμα μάχης είχε να παίξει ένα καθοριστικό ρόλο. Από όλα τα θέρετρα πολέμου το πιο απίθανο ήταν η δυτική έρημος της Βορείου Αφρικής. Παρά τα προβλήματα από τις υπερβολικές θερμοκρασίες του κλίματος, σε συνδυασμό με την άμμο και τα προβλήματα που αυτή προκαλούσε στις μηχανές των οχημάτων, στα γρανάζια και στα πληρώματα, τα άρματα αποδείχτηκαν το πιο κυρίαρχο όπλο στον πόλεμο της ερήμου. Αρχικά τα βρετανικά άρματα εναντίον των υποδεέστερων ιταλικών. Το Matilda II γρήγορα απέκτησε το προσωνύμιο “Βασίλισσα της Ερήμου”.

Η ιταλική επίθεση στην Αίγυπτο και η επακόλουθη απόκρουσή της από μια πολύ μικρότερη σε μέγεθος βρετανική δύναμη, οδήγησε στην παράδοση ολόκληρης της Ιταλικής 10ης στρατιάς στην Beda Fomm της Λιβύης, τον Φεβρουάριο του 1941. Εκεί ήταν που οι άντρες της Βρετανικής 10ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας , αιχμαλώτισαν 20.000 Ιταλούς στρατιώτες, μαζί με μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, πολεμοφοδίων, οχημάτων. Οι απώλειες της βρετανικής μεραρχίας ανέρχονταν σε 9 νεκρούς, 15 τραυματίες και 4 κατεστραμμένα άρματα.

Η καλή τύχη των Βρετανών τελείωσε όταν έφτασε στην έρημο το Γερμανικό Αφρικανικό Σώμα (Afrika Korp, μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε Γερμανικό Εκστρατευτικό Σώμα), υπό την διοίκηση του Στρατηγού Έρβιν Ρόμμελ (Erwin Johannes Eugene Rommel). Η Αλεπού της Ερήμου όπως αποκλήθηκε από τους άνδρες και των δύο παρατάξεων, αποδείχτηκε πολύ εξοικειωμένος, με τον να διοικεί τις δυνάμεις του κατευθείαν από το μέτωπο, στο περιβάλλον της ερήμου. Μεταξύ του Μαρτίου του 1941 και του Οκτωβρίου του 1942, διεξάχθηκε μια σειρά μαχών με αποκορύφωμα την Μάχη του Ελ Αλαμέιν όπου επικράτησαν οι δυνάμεις της Βρετανικής 8ης Στρατιάς υπό τον Στρατηγό Μπέρναρντ Μοντγκόμερι (Bernard Law Montgomery). Το Άφρικα Κορπ συνέχισε να πολεμάει σε όλη την οπισθοχώρησής του έως την Τυνησία, όπου και αναγκάστηκε να παραδοθεί εντέλει στις 12 Μάιου του 1943.

Άλλες χώρες όπως η Ιαπωνία και η Ιταλία προσπάθησαν να αναπτύξουν τα δικά τους άρματα χωρίς όμως ιδιαίτερή επιτυχία. Οι Ιάπωνες με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, έσυραν τις ΗΠΑ στον πόλεμο. Με την πελώρια βιομηχανική ικανότητά τους και την παραγωγή τους οι ΗΠΑ παρήγαγαν κατά τη διάρκεια του πολέμου περισσότερα από 88.400 άρματα, περισσότερα από τη Βρετανία και τη Γερμανία μαζί. Ο αμερικανικός στρατός που σύντομα αριθμούσε τους 12 εκατ. στρατιώτες, πολέμησε τους Ιάπωνες στον Ειρηνικό με τα άρματα μάχης να χρησιμοποιούνται σε πολλούς νέους ρόλους. Στην Άπω Ανατολή επίσης οι Βρετανοί και οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας επίσης ανέπτυξαν τα τεθωρακισμένα στη ζούγκλα, κερδίζοντας μάχες σε ένα περιβάλλον που δεν ενδείκνυται για ανάπτυξη μεγάλων τεθωρακισμένων σχηματισμών.

Από τα μέσα του 1943 η τροπή του πολέμου ήταν εναντίον των δυνάμεων του Άξονα σε όλα τα θέατρα επιχειρήσεων. Στο ανατολικό μέτωπο πλέον οι Σοβιετικοί είχαν να αντιτάξουν τα νέα άρματα, 967 Τ-34 και 508 KV-1 στην αρχική φάση της εισβολής, μεγάλες ποσότητες των οποίων παράγονταν σε εργοστάσια μεταγκατεστημένα ανατολικά των Ουραλίων. Από τις 5 Ιουλίου μέχρι τον Αύγουστο του 1943 στη τοποθεσία γύρω από το Κούρσκ, διεξήχθη η μεγαλύτερη αρματομαχία όλων των εποχών. Έλειπε όμως το στοιχείο του αιφνιδιασμού από τους επιτιθέμενους. Τα σοβιετικά στρατεύματα ανέμεναν σε καλά μελετημένες και προετοιμασμένες αμυντικές θέσεις τα γερμανικά τεθωρακισμένα, επικουρούμενες με 7.000 άρματα κυρίως Τ-34.

Σοβιετικά Τ-34 όπως επιχειρούσαν κατά τη μάχη του Κουρσκ

Το Tiger βρίσκονταν σε υπηρεσία από το 1942 και ήταν σχεδιασμένο από τους καλύτερους Γερμανούς μηχανικούς. Η παραγωγή του όμως είναι περίπλοκη και δαπανηρή. Για ένα Tiger μπορούσαν να παραχθούν 3-4 PzKpfwIII. Παράλληλα οι Γερμανοί ρίχνουν στη μάχη του Κουρσκ το καινούργιο τους απόκτημα, το άρμα μάχης PzKpfwV- Panther, όπως και τους καταστροφείς αρμάτων τύπου Ferdinand. Και οι δύο τύποι οχημάτων παρουσίαζαν προβλήματα κατά την μάχη με πολλά να μένουν εκτός εξαιτίας βλαβών.

Συνολικά καταστρέφονται 2.000 σοβιετικά άρματα και 1.000 γερμανικά . Οι απώλειες είναι πλέον δυσαναπλήρωτες για τη Βέρμαχτ, η οποία δεν θα ξαναποκτήσει την στρατηγική πρωτοβουλία στο Ανατολικό Μέτωπο. Παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί ήταν οι πρωτοπόροι στον τομέα της σχεδίασης αρμάτων, δεν διέθεταν την δυνατότητα μαζικής παραγωγής στο βαθμό που την κατείχαν οι αμερικανική και η σοβιετική πλευρά. Τελείως αναπάντεχα , θυσίασαν μεγάλο μέρος της παραγωγικής τους ικανότητας για τη δημιουργία ακόμα μεγαλύτερών αρτυμάτων.

Αντί να παραχθούν σε μεγαλύτερους αριθμούς μικρότερα άρματα όπως το PzKpfw V Panther κατασκευάστηκαν ατσάλινοι γίγαντες όπως το King Tiger των 68 τόνων, το Jagdtiger των 70 τόνων και το Maus των 180 τόνων το οποίο δεν μπήκε ποτέ σε υπηρεσία. Αυτά τα άρματα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ελιχθούν, ήταν πολύ αργά σε ταχύτητα, χρειάζονταν ειδική ενισχυμένη γέφυροποίηση και κατανάλωναν πολύτιμα καύσιμα. Εντούτοις, μπορούσαν να θέσουν εκτός μάχης οποιοδήποτε εχθρικό άρμα συναντούσαν στο διάβα τους με σχετική ευκολία.

Γερμανικό άρμα μάχης PzKpfwV-“Panther”

Στη Μεσόγειο επίσης τα άρματα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη κατάληψη της Σικελίας και στην προέλαση δια μέσου της Ιταλίας. Στην ΒΔ Ευρώπη , με το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου στις 6 Ιουνίου 1944, ειδικοί τύποι αρμάτων χρησιμοποιήθηκαν στην απόβαση. Κρίσιμης σημασίας στην επιτυχία της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία, υπήρξε η υποστήριξη που είχαν από εξειδικευμένα άρματα ειδικών ρόλων. Η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτά τα παράξενα άρματα, ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους εκπαιδευτές του Βρετανικών τεθωρακισμένων, ο Υποστράτηγος Πέρσυ Χόμπαρτ (Percy Hobart).

Αφού επέδειξε διορατικότητα, πριν τον πόλεμο στις εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις του Salisbury plain, και μετά στην Αίγυπτο, μετέτρεψε την Κινητή Μεραρχία (Mobile Division) του Καΐρου στη θρυλική 7η τεθωρακισμένη μεραρχία, τους “Αρουραίους της ερήμου”. Ακολούθησε ο σχηματισμός και η εκπαίδευση μια ακόμα τεθωρακισμένης μεραρχία, την τρομερή 11η.. Παρόλαυτά η 79η τεθωρακισμένη μεραρχία υπήρξε το επιστέγασμα της επιτυχίας του. Η μεραρχία διέθετε παράξενα στην όψη τους άρματα, ορισμένα τροποποιημένα ώστε να μπορούν να λειτουργούν ακόμα και σε αρκετά μέτρα βάθος κάτω από το νερό, ορισμένα τροποποιημένα σε ρόλο καθαριστών ναρκοπεδίων, άλλα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κινητές γέφυρες, άλλα διαθέταν φλογοβόλα, κι άλλα αποτελούσαν τεθωρακισμένα μπουλντόζερ και θωρακισμένα οχήματα μηχανικού ώστε να παρέχεται κάλυψη πυρών και υποστήριξη στις επιχειρήσεις των συμβατικά άρματα δια μέσου των εμποδίων είτε φυσικών είτε ανθρωπογενών.

Η εν λόγω μεραρχία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και κατά τη διάβαση του Ρήνου όταν η συνολική της δύναμη ήταν 21.000 άνδρες και 1.566 ερπυστριοφόρα οχήματα. Την ίδια περίοδο μια μέση μεραρχία διέθετε 14.000 άνδρες και 350 θωρακισμένα οχήματα. Πάντα επιχειρούσε σε μικρές ομάδες διασκορπισμένες κατά μήκος όλου του μετώπου. Ο διοικητής της φαινόταν να είναι παντού και η συμβολή του στη νίκη των Συμμάχων ήταν τεράστια. Η βάση αυτών των αρμάτων βασίζονταν κυρίως στο αμερικανικό Sherman M4 ή στο βρετανικό Α22 Churchill Mark IV.

Αφότου το προγεφύρωμα είχε επιτευχθεί τα άρματα άνοιξαν τον δρόμο προς όλα τα μέτωπα, όπου οι συμμαχικοί διοικητές σαν τον Στρατηγό Πάττον εφορμούσαν ταχύτερα και μακρύτερα από τους συναδέλφους τους ώστε να μη δώσουν ευκαιρία στους Γερμανούς αντιπάλους τους να ανασυνταχθούν. Παρόλαυτά οι Γερμανοί έκρυβαν έναν άσσο στο μανίκι τους , με τα βαριά άρματα Tiger II ,να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αιφνιδιαστική αντεπίθεση των Αρδενών το χειμώνα του 1944.

Σχεδόν κατόρθωσαν αν διασπάσουν τις γραμμές των Συμμάχων , αλλά ήταν πλέον αργά. Από τη στιγμή που διασχίστηκε ο Ρήνος, με τα συμμαχικά τεθωρακισμένα να προελαύνουν σε όλα τα μέτωπα, οι στρατιές των Συμμάχων εισχωρούσαν βαθύτερα εντός των εδαφών της Γερμανίας. Πλέον τα πιο ελαφρά και ταχύτερα άρματα των ΗΠΑ και της Βρετανίας , ήταν περισσότερο αξιόπιστα, και εμφανιζόμενα σε γιγαντιαίους αριθμούς , ξεπερνώντας το πλεονέκτημα της δύναμης πυρός και της προστασίας των γερμανικών αρμάτων. Το πάλαι πότε περήφανο σώμα των γερμανικών τεθωρακισμένων είχε καταστεί πλέον μια σκιά του εαυτού του. Μεμονωμένα Tigers και Panthers ακόμα προξενούσαν σημαντικές απώλειες στους αντιπάλους τους, μέχρι του σημείου να εξουδετερωθούν από υπεράριθμες αντίπαλες δυνάμεις ή αεροπορικό βομβαρδισμό.

Οι Σύμμαχοι επίσης επιστράτευσαν καλύτερους τύπους αρμάτων, όπως το αμερικανικό βαρύ άρμα M26 General Pershing, με το εξαιρετικά φονικό πυροβόλο των 90χιλ. , το οποίο έφτασε στην Ευρώπη τον Ιανουάριο του 1945 και είδε δράση ακόμα και στον Ειρηνικό. Το εξαιρετικά αποτελεσματικό βρετανικό άρμα Comet μπήκε σε υπηρεσία την ίδια περίοδο με το Pershing. Ο αντικαταστάτης του το Α41 Centurion, βρισκόταν σε στάδιο δοκιμών μέχρι τον Ιανουάριο του 1945, με τα πρώτα 6 οχήματα να μπαίνουν στη Γερμανία για δοκιμή σε μάχης μόλις τον Μάιο του 1945. Αυτό δείχνει πόσο πίσω έμειναν στην κούρσα ανάπτυξης των τεθωρακισμένων οι Βρετανοί. Ταυτόχρονα στο Ανατολικό μέτωπο ο Σοβιετικός οδοστρωτήρας προχωρούσε ολοταχώς με κατεύθυνση προς το Βερολίνο.

Το χαρακτηριστικό σοβιετικό άρμα του Τ-34, και τα καινούργια JS-1, JS-2, και JS-3 με το θηριώδες πυροβόλο των 122χιλ και την αναβαθμισμένη τους θωράκιση αποτελούσαν κάτι παραπάνω από πρόκληση για τους αντιπάλους του.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1945 ο Κόκκινος Στρατός έφτασε στην Ανατολική Πρωσία, Οι δυνάμεις των Συμμάχων περικύκλωσαν το Ράιχ και βρίσκονταν πλέον στις Πύλες του Βερολίνου. Ο γερμανικός στρατός αποδεκατίζεται κάτω από το βάρος της πίεσης χωρίς ανταλλακτικά και καύσιμα για τα οχήματα του με μονάδες μετά βίας υπηρεσιακές. 22 Απριλίου ξεκινά η μάχη του Βερολίνου, και ο Κόκκινος Στρατός το καταλαμβάνει στις 2 Μαΐου 1945. Η Γερμανία συνθηκολογεί στις 7 Μαΐου 1945. Ο πόλεμος στον Ειρηνικό διήρκεσε τρεις μήνες ακόμα. Στις 14 Αυγούστου η Ιαπωνία συνθηκολόγησε έπειτα από τις ρίψεις ατομικών βομβών στις πόλεις Ναγκασάκι και Χιροσίμα. Το άρμα μάχης σύμβολο ισχύος μέχρι εκείνη τη στιγμή επισκιάστηκε από τις ισοπεδωτικές επιπτώσεις της ατομικής βόμβας.

ΠΗΓΗ:https://defencereview.gr