1974: 800 Ε/κ θύματα βιασμού, το θέμα παραμένει ανοικτό

Print Friendly, PDF & Email

13/6/2021

γράφει ο  Μάριος Δημητρίου   

Αναφερόμενη στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο η Αλίκη Χατζηγεωργίου, πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού ιδρύματος ZOE vs War Violence, είχε πει στην ιδρυτική εκδήλωση του ιδρύματος τα ακόλουθα: «Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν τι πραγματικά έγινε στην Κύπρο το 1974; Πόσες αθώες γυναίκες και κορίτσια υπέστησαν εξευτελισμούς, βιασμούς, ατομικά ή και μαζικά, δημόσια ή ενώπιον της οικογένειας τους; Πόσες από αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες  και υπέστησαν αναγκαστικές  εκτρώσεις; Φυσικά, λυπάμαι να πω πως κάποιοι σύζυγοι εγκατέλειψαν τις συζύγους τους που είχαν βιαστεί, μη μπορώντας να κατανοήσουν, αλλά και να σταθούν επάξια στο ύψος των περιστάσεων. Τα στοιχεία μιλούν για 800 περίπου εκτρώσεις σε εγκυμονούσες που είχαν βιαστεί». 

Σε σχέση με αυτό η Σκεύη Κουκουμά, τέως βουλευτή του ΑΚΕΛ και Γενική Γραμματέα της γυναικείας οργάνωσης ΠΟΓΟ, τόνισε στον «Φ» ότι «οι βιασμοί γυναικών στη διάρκεια της εισβολής ήταν ένα έγκλημα οργανωμένο και προγραμματισμένο από τον τουρκικό στρατό. Τα μέλη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού –πρόσθεσε– που δραστηριοποιούνταν στο νησί εκείνη την περίοδο το γνώριζαν και γύριζαν τα χωριά κι έδιναν αντισυλληπτικά χάπια στις κοπέλες, κατέγραφαν τις περιπτώσεις που έμειναν έγκυοι και τις μετέφεραν στο νοσοκομείο της Βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου όπου έκαναν έκτρωση. Δύο από τις γυναίκες που απευθύνθηκαν σε μένα για βοήθεια το τελευταίο διάστημα, μου εκμυστηρεύτηκαν ότι τις μετέφερε ο Ερυθρός Σταυρός με λεωφορείο, ανάμεσα σε 16 άλλες κοπέλες για έκτρωση στο Ακρωτήρι». Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι είναι ιστορικά καταγραμμένο –όπως τεκμαίρεται από σχετική μας έρευνα- ότι μετά από αίτημα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και της κυπριακής Κυβέρνησης, η Διοίκηση των Βρετανικών Βάσεων ενέκρινε στις 21 Οκτωβρίου 1974 το Διάταγμα 9/1974 Cyprus -The Abortion Ordinance 1974 που επέτρεψε τη διεξαγωγή δεκάδων εκτρώσεων στο νοσοκομείο Princess Mary στο Ακρωτήρι σε Ελληνοκύπριες θύματα βιασμού. 

Για το θέμα αυτό έγραψε και η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Σεβγκιούλ Ουλούνταγ αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων ότι «36 κορίτσια στο χωριό Βώνη κατά τη διάρκεια του πολέμου έμειναν έγκυοι και γι’ αυτό στάλθηκαν στον νότο της Κύπρου για να κάνουν εκτρώσεις» – η Βώνη είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων από τα γύρω χωριά και υπήρξε χώρος τρομερών εγκλημάτων από τον τουρκικό στρατό. Εξάλλου στο βιβλίο «Οι τουρκικές ωμότητες στην Κύπρο» που έγραψε και κυκλοφόρησε το 1975 ο ανώτερος αστυνόμος Παναγιώτης Μαχλουζαρίδης (ο οποίος αφυπηρέτησε με το βαθμό του Βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας το 1977), αλλά και σε πολυσέλιδη υπηρεσιακή έκθεση των υπηρεσιών ασφαλείας της Δημοκρατίας προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 1976 με τίτλο «Τουρκικαί Ωμότηται», καταγράφονται από αυτόπτες μάρτυρες συγκλονιστικά περιστατικά βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης εκατοντάδων Ελληνοκυπρίων γυναικών και κοριτσιών.

«Αβοήθητες και στιγματισμένες»

Στην παρέμβαση της στην ιδρυτική εκδήλωση του ZOE vs War Violence η τότε βουλευτίνα του ΑΚΕΛ Σκεύη Κουκουμά μίλησε συναισθηματικά έντονα φορτισμένη για τις γυναίκες που υπέστηκαν βιασμό στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974 «και τις οποίες», όπως είπε, «αφήσαμε αβοήθητες, μόνες τους να τα βγάλουν πέρα με τον στιγματισμό που έχουν βιώσει». Πρόσθεσε ότι «πήρε το λόγο για να αναφέρει αυτά που ως Κύπρος αφήσαμε στο περιθώριο τόσα πολλά χρόνια, κρυμμένοι πίσω από τα ταμπού της κοινωνίας μας. Εδώ και δύο χρόνια – συνέχισε – με τη συζήτηση στην Επιτροπή Προσφύγων της Βουλής αναδείξαμε αυτό το θέμα και μετά την πρώτη δήλωση που έκανα σε σχέση με αυτό, άρχισαν να μου τηλεφωνούν γυναίκες για να μου πουν ακριβώς την τραγωδία που βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν. Πραγματικά ένιωσα μπορώ να πω και ντροπή, γιατί και ως μέλος Γυναικείας Οργάνωσης δεν είχα μπει νωρίτερα μπροστά για να στηρίξουμε αυτές τις γυναίκες. Έχω συνομιλήσει μέχρι τώρα με περίπου 50 γυναίκες και την περασμένη βδομάδα με τον δεύτερο άντρα που με πήρε τηλέφωνο (ο πρώτος ακύρωσε το ραντεβού μας την τελευταία στιγμή και μου είπε ότι δεν έχει το θάρρος να μιλήσει). Δεν έχουμε δημοσιοποιήσει πολύ αυτό το θέμα, το κρατάμε χαμηλά γιατί και οι ίδιες οι γυναίκες δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να φανούν και είναι με τη δέσμευση και την υπόσχεση τη δική μου και της Υπουργού Εργασίας – που και η ίδια μπήκε μπροστά – και καταφέραμε ώστε οι γυναίκες αυτές να αναγνωριστούν ως παθούσες σύμφωνα με τον Περί Παθόντων Νόμο και να παίρνουν ένα επίδομα περίπου χίλια ευρώ που είναι το 50% του επιδόματος που παίρνουν άτομα με αναπηρία που προκλήθηκε το 1974. Το επόμενο στάδιο είναι με τη δική μας ενθάρρυνση και στήριξη ως Γυναικείες Οργανώσεις, ως Εθνικός Μηχανισμός για τα Δικαιώματα της Γυναίκας στο υπουργείο Δικαιοσύνης και ως υπουργείο Εργασίας να τολμήσουν να ζητήσουν βοήθεια  και ψυχολογική στήριξη, όσες μέχρι τώρα δεν το έκαναν».

Kαταλυτικός o ρόλος της Ζέτας Αιμιλιανίδου

Τον Ιανουάριο 2016 η υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου διαβεβαίωσε με δήλωση της ότι οι γυναίκες θύματα βιασμού στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής «αν αιτηθούν, θα τύχουν οικονομικής βοήθειας μέσα από μια διακριτική διαδικασία, λόγω της ευαισθησίας του θέματος». Πρόσθεσε ότι «η πολιτική μας είναι ότι αυτές οι γυναίκες καλύπτονται από το Νόμο των Παθόντων και θα βοηθηθούν και με το Νόμο, αλλά και με επιπρόσθετη βοήθεια. Σε καμιά περίπτωση δεν θα περάσουν ιατρική εξέταση. Θα γίνεται με πάσα διακριτικότητα και ευαισθησία. Υπάρχει Επιτροπή που θα εξετάσει τα γεγονότα χωρίς τη φυσική τους παρουσία. Το όλο θέμα μπορεί να θεωρείται λήξαν. Έχουμε προχωρήσει και εξετάσει περιπτώσεις που ήρθαν πρόσφατα. Η θέση μου είναι –και ήδη το έχω στείλει γραπτώς σε όλους τους εμπλεκόμενους– ότι ως πολιτική είναι να βοηθήσουμε αυτές τις γυναίκες με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε». Η υπουργός κάλεσε όλες τις γυναίκες θύματα να προσέλθουν και να αιτηθούν, δηλώνοντας ότι «θα τηρηθεί πλήρης εμπιστευτικότητα και διακριτικότητα, από την αρμόδια Επιτροπή και δεν θα παραπεμφθούν σε οποιοδήποτε ιατροσυμβούλιο. Ήταν καιρός άλλωστε, η Πολιτεία να επιτελέσει το χρέος της και προς αυτές τις γυναίκες που υπόφεραν τόσο, αλλά και που συνεχίζουν να ζουν το δικό τους καθημερινό εφιάλτη από τότε».

Υπογραμμίζεται ότι καταλυτική για την αποτελεσματική αυτή παρέμβαση της υπουργού Ζέτας Αιμιλιανίδου, υπήρξε η δημόσια τοποθέτηση της Σκεύης Κουκουμά τον Δεκέμβρη 2015, όταν μιλώντας στη Βουλή κατά τη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού, αναφέρθηκε σε ένα ζήτημα που όπως επεσήμανε, «ελάχιστα έχει δει το φως της δημοσιότητας και ίσως ορισμένοι να το θεωρήσουν εκτός τόπου και χρόνου. Υπάρχει –συνέχισε–  μια πτυχή της κυπριακής τραγωδίας, ίσως από τις πιο οδυνηρές και δύσκολες, που εδώ και 41 χρόνια έμεινε μακριά από τη δημοσιότητα, που αφέθηκε στο περιθώριο χωρίς ποτέ να ασχοληθεί κάποιος μαζί της και είναι το ζήτημα της στήριξης των γυναικών που έχουν υποστεί το έγκλημα του βιασμού από άνδρες του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974». Πρόσθεσε ότι «ορισμένες γυναίκες θύματα βιασμών του 1974 επικοινώνησαν μαζί μας. Συγκλονιστικές, απερίγραπτες μαρτυρίες, που δεν ειπώθηκαν ποτέ σε εκδηλώσεις, ντοκιμαντέρ και ρεπορτάζ. Ένας εφιάλτης που δεν τέλειωσε ποτέ. Ένας εφιάλτης τον οποίο πέρασαν και περνούν μόνες τους. Πριν μερικούς μήνες συμφωνήθηκε όπως το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ασχοληθεί με διακριτικότητα με τις περιπτώσεις αυτών των γυναικών και να τις στηρίξει».

Μια 9χρονη είναι το πιο μικρό σε ηλικία θύμα

«Για πολλά χρόνια ακούγαμε για τους βιασμούς Ελληνοκυπρίων γυναικών που είχαν διαπράξει Τούρκοι στρατιώτες στη διάρκεια της εισβολής το 1974, αλλά δεν υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρίες, οπότε γύρω στο 2015 άρχισα να το ψάχνω διερωτώμενη πού είναι αυτές οι γυναίκες» ανέφερε στον «Φ» η Σκεύη Κουκουμά. «Το ότι κατάφερα να κάνω κάτι», πρόσθεσε, «έχει σχέση και με το ότι έτυχε να είναι γυναίκα η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων Εγκλωβισμένων Αγνοουμένων και Παθόντων…οι γυναίκες αυτές μίλησαν γιατί είμαι γυναίκα και γιατί ένιωθαν εξευτελισμένες, ντροπιασμένες και αβοήθητες». Απαντώντας σε ερωτήσεις μας η κυρία Κουκουμά ανέφερε ότι της μίλησαν μέχρι τώρα περίπου 50 γυναίκες και ότι «συνολικά οι γυναίκες θύματα βιασμών του 1974 είναι μερικές εκατοντάδες το λιγότερο»… Πρόσθεσε ότι ανάμεσα στα θύματα είναι και δύο αδελφές που ήταν 9 και 13 χρονών όταν τις βίασαν οι Τούρκοι και ότι τα δύο παιδιά παραθέριζαν εκείνο το καλοκαίρι στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς τους σε χωριό της Κερύνειας. «Νομίζω η 9χρονη είναι το πιο μικρό σε ηλικία θύμα», είπε. Μας αποκάλυψε ακόμα ότι της μίλησε για το μαρτύριο του και ένας άνδρας που το 1974 ήταν 18χρονος στρατιώτης και που είχε υποστεί βιασμό στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στην Τουρκία. «Μου είπε ότι τότε ήταν αρραβωνιασμένος και ότι αν δεν του συμπαραστεκόταν η αρραβωνιαστικιά του θα αυτοκτονούσε», ανέφερε η κυρία Κουκουμά. «Επίσης διαπίστωσα πριν λίγο καιρό – πρόσθεσε – ότι σε μια τουλάχιστον περίπτωση είχε γεννηθεί στη Λευκωσία μωρό καρπός βιασμού από Τούρκο στρατιώτη που το είχαν δώσει τότε για υιοθεσία…Τονίζω ότι τα θύματα είναι πολύ περισσότερες από όσες έχουν μιλήσει. Κάποιες μάλιστα δεν παραδέχονται με τίποτε τον βιασμό τους και κρύβουν μέχρι σήμερα αυτό το τεράστιο ψυχικό τραύμα».

Απαντώντας σε ερώτηση μας κατά πόσο νιώθει ικανοποιημένη από τις προσπάθειες της, η Σκεύη Κουκουμά ανέφερε: «Νιώθω ικανοποιημένη για ό,τι επιτεύχθηκε μέχρι τώρα, αλλά το θέμα δεν τέλειωσε για μένα γιατί ξέρω ότι υπάρχουν πολλές περισσότερες γυναίκες θύματα που χρειάζονται βοήθεια. Το θέμα είναι και πρέπει να μείνει ανοικτό, μέχρι και η τελευταία να βρει τη δύναμη να βγει μπροστά και να λάβει αυτή τη βοήθεια, γιατί σταθήκαμε σωστά απέναντι της. Για να καταλάβετε, κάποιες γυναίκες μου είπαν ότι παίρνουν φάρμακα ή αλκοόλ για να μπορέσουν να κοιμηθούν, ότι δεν μπορούν να εργαστούν, ούτε να συγκεντρωθούν, ούτε να διεκπεραιώσουν ακόμα και τις πιο απλές εργασίες γιατί εξακολουθούν να βασανίζονται ψυχολογικά τόσες δεκαετίες μετά…».

-Πιστεύετε ότι η νέα Βουλή έχει δουλειά σε αυτό το θέμα;

-Δεν είναι εύκολη η ανακίνηση του θέματος. Η δουλειά που έχουμε να κάνουμε, πρέπει να γίνει χωρίς τυμπανοκρουσίες…να συνεχίσουμε να ψάχνουμε για τις γυναίκες αυτές. Να φτάσει κοντά τους το μήνυμα ότι θα έχουν στήριξη. Τα χίλια ευρώ είναι μεγάλη βοήθεια. Ψυχολογική βοήθεια δεν δόθηκε από το κράτος και η κάθε γυναίκα θύμα την αναζητούσε μόνη. Τώρα μέσω ΓεΣΥ μπορεί να παραπεμφθεί για ψυχολογική στήριξη…

-Τι γνωρίζετε για τις Τουρκοκύπριες θύματα βιασμών;

-Υπάρχουν και Τουρκοκύπριες θύματα βιασμών και αναφέρομαι κυρίως στο μεγάλο έγκλημα που διέπραξαν κάποιοι Ελληνοκύπριοι φασίστες στα τρία τουρκοκυπριακά χωριά Μαράθα, Αλόα και Σανταλάρη τον Αύγουστο του 1974. Όμως τα μαζικά εγκλήματα του τουρκικού στρατού δεν συγκρίνονται με τα μεμονωμένα εγκλήματα που έκαναν Ελληνοκύπριοι. Άλλο η κρατική βία και άλλο η βία κάποιων ατόμων που ενήργησαν μόνοι τους. Αξίζει να αναφέρω ότι λίγο καιρό μετά που ανακίνησα δημόσια το θέμα, βγήκε η Τουρκοκύπρια πολιτικός Ντογούς Ντεριά στη «βουλή» στα κατεχόμενα, μίλησε για τους βιασμούς του Τουρκικού στρατού σε βάρος Ελληνοκυπρίων γυναικών και βέβαια δέχτηκε άγρια επίθεση και απειλές από εθνικιστές στην άλλη πλευρά».

UNHCR: Ευάλωτες γυναίκες πρόσφυγες στην Κύπρο

Η λειτουργός ενημέρωσης της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο (UNHCR) Αιμιλία Στροβολίδου ανέφερε τα ακόλουθα στον «Φ» απαντώντας σε σχετική μας ερώτηση: «Με τη βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας στην Κύπρο, το Γραφείο της Ύπάτης Αρμοστείας επανεκκίνησε τις προσωπικές συναντήσεις με την προσφυγική κοινότητα εστιάζοντας σε γυναίκες πρόσφυγες για να καταγράψει τις ανάγκες και ν’ αφουγκραστεί τις ανησυχίες τους. Αναφορές καταδεικνύουν ότι γυναίκες πρόσφυγες/αιτήτριες ασύλου αντιμετωπίζουν αυξημένα φαινόμενα βίας με βάση το φύλο, όπως για παράδειγμα βία στην οικογένεια – φαινόμενο που γενικότερα έχει οξυνθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σύμφωνα με έρευνες παγκοσμίως.  

Ο κίνδυνος για άλλες μορφές βίας λόγω φύλου, όπως σεξουαλική εκμετάλλευση, έχει επίσης αυξηθεί και αφορά κυρίως μόνες μητέρες ή νεαρές γυναίκες. Η πανδημία επέφερε επιπρόσθετες προκλήσεις στην πρόσβαση σε στέγη, εργασία και σε κοινωνικές παροχές με αποτέλεσμα οι ιδιαίτερα ευάλωτες γυναίκες πρόσφυγες/αιτήτριες ασύλου να είναι σε συνεχή κίνδυνο εκμετάλλευσης προκειμένου να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, όπως στέγαση και φαγητό. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να εντοπίζονται οι ευάλωτες ομάδες γυναικών όσο το δυνατό πιο γρήγορα μετά την άφιξή τους, να γίνεται αξιολόγηση των αναγκών τους και να υπάρχει άμεση αντιμετώπιση των κινδύνων που εντοπίζονται. Γυναίκες που μπορεί να κινδυνεύουν από βία λόγω του φύλου τους, μπορεί να μην προβούν σε καταγγελία ή αναφορά των παραπόνων τους αν δεν υπάρχουν οι μηχανισμοί και οι δομές που θα τις προστατεύσουν από τη βία που αντιμετωπίζουν. Χρειάζεται παράλληλα η συστηματική παροχή πληροφόρησης και συμβουλευτικής προς γυναίκες πρόσφυγες/αιτήτριες ασύλου που βρίσκονται σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως νεαρές μητέρες μόνες ή γυναίκες που ενδεχομένως να είναι θύματα βίας. 

Χαιρετίζουμε τη θεσμοθέτηση διαδικασιών και την ίδρυση του Σπιτιού της Γυναίκας που διασφαλίζει τον συντονισμό των διαδικασιών και εμπλεκόμενων υπηρεσιών, όπως Αστυνομία, Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και Ιατρικές Υπηρεσίες. Χρειάζεται περαιτέρω η παρουσία επαρκούς αριθμού διερμηνέων σε όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες όπου μια γυναίκα δυνατό ν’ αποταθεί, όπως νοσοκομεία, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, Υπηρεσία Επιδομάτων ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε μια ευάλωτη γυναίκα ν’ αποκαλύψει περιστατικά βίας σε οποιαδήποτε σχετική υπηρεσία. Μ’ αυτό τον τρόπο θα ενισχυθεί περαιτέρω η αποτελεσματική πρόσβαση στους μηχανισμούς πρόληψης και ανταπόκρισης σε φαινόμενα βίας και εκμετάλλευσης. Με βάση τις πιο πάνω συστημικές προκλήσεις καθώς και τις πληροφορίες που παίρνει η Ύπατη Αρμοστεία από την κοινότητα των προσφύγων και από ΜΚΟ, θα επιδιώξουμε στενότερη συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες περιλαμβανομένων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και Αστυνομίας προκειμένου να ενισχυθούν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί και δομές».

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/koinonia/eidiseis/article/1214077/1974-800-e-k-thymata-biasmoy-to-thema-paramenei-anoikto