Η Ελλάδα ενώπιον της Ρητής Απειλής της Τουρκίας για την Κατάληψη Ελληνικού Εδάφους – Μέρος Α’

Print Friendly, PDF & Email

18 ΙΟΥΛΊΟΥ 2022 

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Το ελληνικό αφήγημα περί εμπλοκής της χώρας σε πόλεμο με την Τουρκία περιέγραφε, μέχρι πρότινος, ότι αυτό το ενδεχόμενο ήταν αδύνατο να συμβεί, επειδή η όποια σοβαρή κρίση προέκυπτε μεταξύ των δύο χωρών θα ήταν σημειακή, δηλαδή κάτι αντίστοιχο με αυτή των Ιμίων, στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ηττηθήκαμε βαριά. Το ενδεχόμενο εξέλιξης μίας θερμής ελληνοτουρκικής κρίσης σε πόλεμο, και μάλιστα μεγάλης διάρκειας, δεν συγκέντρωνε σοβαρές πιθανότητες, επειδή, κατά τους «ειδικούς», ήταν και είναι αδιανόητο τον 21ο αιώνα να τίθενται υπό αμφισβήτηση οι συνθήκες και τα σύνορα, οι δε πόλεμοι έχουν εξοβελιστεί από την Ευρώπη. Επιπλέον ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν αδύνατο να συμβεί αφενός επειδή οι ΗΠΑ θα παρενέβαιναν και θα απέτρεπαν την πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των δύο νατοϊκών συμμάχων, αφετέρου επειδή η Ελλάδα διαθέτει σοβαρή αποτρεπτική ισχύ και συνεπώς η Τουρκία θα απέφευγε να εισέλθει σε ένα πόλεμο εξ αιτίας του οποίου θα υφίστατο μεγάλη ζημιά, ενώ θα αποκόμιζε ελάχιστο όφελος. Αυτά ισχυρίζονταν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, οι διεθνολόγοι και οι δημοσιολογούντες, με τους διαφωνούντες να αποτελούν θλιβερή μειοψηφία.

Η Μέχρι Σήμερα Ακολουθούμενη Ελληνική Πολιτική για την Αποτροπή ενός Ελληνοτουρκικού Πολέμου

Ο σημαντικότερος λόγος που απέκλειε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο μέχρι και σήμερα ήταν ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούσαν παγίως πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας, αποδέχονταν κάτω από πίεση να υποχωρήσουν στις προκλήσεις, στις απειλές και στις απαιτήσεις της (βλ. Σεπτεμβριανά 1954, αποχώρηση της Μεραρχίας από την Κύπρο, μη εγκατάσταση των S-300 στην Κύπρο, εγκατάλειψη του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου, μη επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., μη ανακήρυξη ΑΟΖ), ή να παραχωρήσουν κάποια μικρά ή μεγάλα φιλέτα των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, (συμφωνίες Βέρνης, Νταβός και Μαδρίτης) και τέλος η μεν Χούντα να παραδώσει στους Τούρκους την Κύπρο, έδαφος εθνικό, η δε Κυβέρνηση Σημίτη να αποδεχθεί ότι τμήμα της ελληνικής επικράτειας αποτελεί έδαφος ακαθόριστης κυριαρχίας επειδή, λέει,… δεν μπορούσαμε να αρχίσουμε πόλεμο για μία βραχονησίδα. Βεβαίως το ζήτημα των Ιμίων ήταν ευρύτερης σημασίας, αν και ο τότε πρωθυπουργός και οι περί αυτόν, αλλά και οι διάδοχες καταστάσεις, θέλησαν να καλύψουν το μέγεθος της ήττας. Η κατάληψη από τους Τούρκους της βραχονησίδας Δυτικά Ίμια αποτέλεσε το πρώτο βήμα για να ξεδιπλώσει η Τουρκία τη στρατηγική της για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας αρχικά επί των μικρονήσων και βραχονησίδων του Αιγαίου που δεν αναφέρονται ονομαστικά στη συνθήκη της Λωζάνης, πράγμα που το πέτυχε αφού αποφεύχθηκε ο πόλεμος(!), και αργότερα επί όλων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, μία στρατηγική που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη την παρούσα περίοδο.

Προφανώς το ζήτημα των Ιμίων δεν είναι ότι αποφεύχθηκε ο πόλεμος για μία βραχονησίδα. Το ζήτημα είναι ότι η Ελλάδα το 1996 δεν ήταν έτοιμη να διεξαγάγει πόλεμο με την Τουρκία, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ότι δηλαδή κατά την κρίση των Ιμίων χάσαμε την ευκαιρία να βουλιάξουμε τον τουρκικό στόλο και να κατατροπώσουμε τους Τούρκους. Η Ελλάδα, και πριν αλλά και μετά τη Μεταπολίτευση, ουδέποτε ήταν έτοιμη να διεξαγάγει πόλεμο. Την περίοδο μάλιστα 2010-2020 η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης, της εξοπλιστικής παραίτησης, της ελλιπούς συντήρησης των υπαρχόντων μέσων και όπλων, καθώς και άλλων παραγόντων, όπως η συνεχής αναστάτωση στην κορυφή της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων από τις συνεχείς αντικαταστάσεις των Αρχηγών, η μείωση της θητείας των κληρωτών κ.α.. [Σ.σ.: Υπόψη ότι την ευκαιρία να βάλουμε ένα τέρμα στην αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας την χάσαμε τις δύο πρώτες ημέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όταν αυτοί που οργάνωσαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και έφεραν τον Αττίλα (Ιωαννίδης, Μπονάνος, Γκιζίκης) αποφάσισαν -συνηγορούντων και των αρχηγών του ΠΝ και της ΠΑ- να μη στείλουν τα ελληνικά φτερά και υποβρύχια στην Κύπρο για να προσβάλουν το ευάλωτο αρχικό τουρκικό προγεφύρωμα δυτικά της Κερύνειας].

Δυστυχώς οι περισσότεροι των δημοσιολογούντων έχουν την τάση να εξετάζουν τη σχετική μαχητική ισχύ μεταξύ δύο αντιπάλων μόνο με βάση τη σύγκριση των πολεμικών μέσων και όπλων που διαθέτουν, και να παραβλέπουν όλους τους πολλούς άλλους μη μετρήσιμους παράγοντες που καθορίζουν το αποτέλεσμα του πολέμου. Ο κρατικός οργανισμός το 1996 έπασχε δραματικά στο επίπεδο που διευθύνεται ο πόλεμος. Και στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε αυτό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Πρωθυπουργός δεν είχε καμία σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις -και ουδέποτε απέκτησε- ούτε και με τα ζητήματα της στρατιωτικής ισχύος και της διεύθυνσης ενός πολέμου. Ο Υπουργός Εξωτερικών τις κρίσιμες ώρες της κρίσης των Ιμίων συνεντευξιαζόταν και ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ βρισκόταν στον προθάλαμο του Πρωθυπουργικού Γραφείου, μη διαθέτοντας καμία επικοινωνία με το επιτελείο του και τους Αρχηγούς των Κλάδων. Ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν μάλλον ανύπαρκτοι. Το Δ΄ Σώμα Στρατού -προφανώς και η ΑΣΔΕΝ, το ΠΝ και η ΠΑ- δεν διέθεταν εντολές και οδηγίες περί του πώς να ενεργήσουν. Οι Ένοπλες Δυνάμεις στην πραγματικότητα ήταν ακέφαλες. Δεν υπήρχε Αρχιστράτηγος για να διατάξει. Αν άρχιζε αιφνιδιαστικά πόλεμος από ένα ατύχημα δεν θα υπήρχε ενιαία διεύθυνση, πλέον της απουσίας κάθε ιδέας διακλαδικότητας από τον καιρό της ειρήνης. Ο κάθε Κλάδος θα έκανε το δικό του πόλεμο. Σχετικά βλέπε τη συνέντευξη του τότε Διοικητή του Δ΄ Σώματος Στρατού, Στρατηγού Μανούσου Παραγιουδάκη, στις 12/1/1921 στο ΚΡΗΤΗ TV:

«Την ίδια στιγμή που διαδραματίζονταν αυτά στα Ίμια είχε παραλύσει και η διοίκηση για να πούμε την αλήθεια. Δεν εύρισκες ούτε Διοικητή Στρατιάς, ούτε Αρχηγό του ΓΕΣ, τα έχει γράψει αυτά ο Λυμπέρης στο βιβλίο του, … και στη Θράκη έπρεπε εγώ να εφαρμόσω το πολεμικό σχέδιο αυτοβούλως, αλλά και με το μακαρίτη, έναν Δήμου, ήταν αντιστράτηγος, Α΄ Υπαρχηγός του ΓΕΣ , είχε επιχειρησιακή ευθύνη. Του ζητούσα λοιπόν: «Αποδεσμεύστε μου κανόνες (εμπλοκής)», τηλεφωνικά .. και μάλιστα «να κάνω επιστράτευση». Μου λέει «Τι να σου πω…» Ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ είναι ήδη … ήταν εγκλωβισμένος στη Βουλή».[1]

Προφανώς δεν έχουμε χρεία άλλων μαρτύρων προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι τη νύκτα των Ιμίων οι Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας ήταν ακέφαλες, δεν διέθεταν κεντρική διοίκηση και κανόνες εμπλοκής, και επομένως ήταν αδύνατο να εισέλθουν σε επιχειρήσεις ομαλά και σύμφωνα με τα σχέδια. Βεβαίως κατά τη διάρκεια της κρίσης διαπιστώθηκαν και πολλές άλλες αδυναμίες και ελλείμματα, που η αναφορά τους δεν είναι του παρόντος.

Η Έλλειψη Πολιτικής Συναίνεσης για την Αντιμετώπιση της Τουρκικής Απειλής

Μέχρι και σήμερα οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και γενικά όλα τα πολιτικά κόμματα αρνήθηκαν να συναινέσουν στην αποτελεσματική προετοιμασία του κρατικού οργανισμού, των Ενόπλων Δυνάμεων και του λαού προκειμένου αφενός να παύσει να μειώνεται το κύρος της χώρας από τις μικρές ή μεγάλες ήττες που υφίσταται εδώ και δεκαετίες, και αφετέρου να αποφευχθεί ο πόλεμος -και αν μας επιβληθεί να νικήσουμε. Επιβάλλεται τα πολιτικά κόμματα, τουλάχιστον αυτά που διεκδικούν την εξουσία, να ασχοληθούν επιτέλους ουσιαστικά και σε βάθος για την ανάπτυξη της πολεμικής ισχύος της χώρας σε ισχυρές βάσεις, ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά και νικηφόρα οι προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η στρατιωτική ισχύς της χώρας δεν είναι μόνο ζήτημα προμήθειας πολεμικών μέσων, αλλά πολλών άλλων δυνατοτήτων, εν πολλοίς άυλων, που αποτελούν και τις κρισιμότερες συνιστώσες της στρατιωτικής ισχύος. Τέτοια συνεννόηση και σε αυτό το επίπεδο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει, επειδή τα κεντροαριστερής κυρίως ιδεολογίας κόμματα, οι πλείστοι των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, μεγάλο μέρος του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου και ισχνές μειοψηφίες που αποτελούν ισχυρές ομάδες πίεσης, δηλώνουν ότι τα προτεινόμενα συνιστούν στρατιωτικοποίηση. Παραδείγματος χάριν, η επιβαλλόμενη αύξηση της θητείας  τουλάχιστον μέχρι τους 18 μήνες, η καθολική επιβολή της για όλους χωρίς εξαιρέσεις, και η διεξαγωγή βασικής εκπαίδευσης μαχητή υψηλών απαιτήσεων για όλους, δεν θα βρει υποστηρικτές σε κανένα κόμμα. Τα κόμματα δεν θέλουν να πιέζονται, να κουράζονται και να ιδρώνουν οι πελάτες τους. Η Χώρα όμως βρίσκεται σε άτυπο ή ψυχρό πόλεμο με την Τουρκία από το 1954, υφίσταται συνεχώς μικρές ή μεγάλες ήττες χωρίς να πέσει τουφεκιά και κάποια στιγμή μπορεί να μας επιβληθεί ο πόλεμος και να ηττηθούμε λόγω της ελλιπούς προετοιμασίας του κράτους, των ενόπλων δυνάμεων και του λαού γενικότερα.

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις τουρκικές προκλήσεις, απαιτήσεις και απειλές με φοβία, σύνδρομο που μεταφέρθηκε στον λαό και, γιατί όχι, στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πλέον τούτου ριζώθηκε στους πάντες -πολιτικούς και πολίτες- η πεποίθηση ότι πόλεμος δεν θα γίνει ποτέ, αφού κάποιοι άλλοι δεν θα το επιτρέψουν. Κατόπιν τούτων κυριάρχησε παντού η αδράνεια, η παθητικότητα, η αδιαφορία, η αναβλητικότητα και τέλος τα αντανακλαστικά αμβλύνθηκαν. Η μόνη αντρίκια και σοβαρή απάντηση στην τουρκική προκλητικότητα, παραμένει μέχρι σήμερα η αποστολή της Μεραρχίας στην Κύπρο από τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου, που την πήρε πίσω ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Η τραγική αυτή κατάσταση, που είναι γνωστή σε όλους, σώζεται κάπως -από το 1974 μέχρι και σήμερα- από του χειριστές των μαχητικών μας που φρουρούν το Αιγαίο, των οποίων όμως τα χέρια είναι δεμένα από τον κανόνα εμπλοκής «όπλα δεσμευμένα».

Μόλις τώρα τελευταία ακούγεται ότι σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, κατά το οποίο θα υπάρξει παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας από τη γείτονα, αυτό δεν θα παραμείνει στο επίπεδο μίας περιορισμένης σημειακής κρίσης, αλλά η Ελλάδα θα αντιδράσει με όλες τις δυνάμεις της. Για να είμαστε ακριβείς αυτό είχε δηλωθεί επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από τον ΥΕΘΑ Ναύαρχο Αποστολάκη,[2] και πρόσφατα από τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ Στρατηγό Κ. Φλώρο. Ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ σε συνέντευξη του σε δημοσιογράφους ανέφερε ότι: «δεν υπάρχει σημειακή κρίση, θα εξαπλωθεί αμέσως, δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι στο Καστελόριζο και να μην εξαπλωθεί παντού», και προειδοποίησε σε αυστηρό τόνο «όποιος αποπειραθεί να καταλάβει ελληνικό έδαφος πρώτα θα τον κάψουμε και μετά θα πάμε να δούμε ποιος ήτανε».[3] [Σ.σ.: Η ταπεινότητά μου προσυπογράφει αυτή τις δηλώσεις του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και εκατομμύρια Συνέλληνες]. Βεβαίως ο Ναύαρχος Αποστολάκης και ο Στρατηγός Φλώρος δεν θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιες δηλώσεις χωρίς την έγκριση του πρωθυπουργού τους. Παρά ταύτα άλλη βαρύτητα θα είχε αν αυτό δηλωνόταν από τον κ. Τσίπρα τότε και τον νυν Πρωθυπουργό σήμερα, πράγμα που θα αποτελούσε πολιτική δέσμευση και θα σηματοδοτούσε την ύπαρξη κόκκινων γραμμών, που δεν θα μείνουν αναπάντητες σε περίπτωση που παραβιαστούν. Μέχρι και σήμερα αγνοούμε τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας, εν αντιθέσει με την Τουρκία που μας έχει καταστήσει σαφές ότι σε περίπτωση που επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ν.μ. θα μας επιτεθεί.

Η Αναβάθμιση της Τουρκικής Απειλής

Μετά το 2016 η Τουρκία χειραφετήθηκε σταδιακά από την επιρροή των ΗΠΑ και ακολουθεί σε πολλά ζητήματα ανεξάρτητη πολιτική, που βρίσκεται σε σύγκρουση με τα αμερικανικά συμφέροντα. Το πραγματικό αυτό γεγονός παροξύνεται λόγω της σημαντικής εξοπλιστικής αυτάρκειας που απέκτησε η Τουρκία, ακόμη και σε πολεμικά μέσα υψηλού τεχνολογικού επιπέδου, που παράγονται από τη δική της πολεμική βιομηχανία. Παράλληλα η επιθετική πολιτική της Τουρκίας κατά της Ελλάδας έχει διευρυνθεί και αναβαθμιστεί σε απίστευτα επίπεδα, τόσο όσον αφορά αθέμιτες διεκδικήσεις και απαιτήσεις, όσο και ρητορικά. Η Τουρκία από τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και τον έλεγχο του FIR του Αιγαίου, από τις γκρίζες ζώνες και την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί μη σαφώς προσδιορισμένου αριθμού νησιών του Αιγαίου, καθώς και από την απειλή κήρυξης πολέμου στην περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, έχει περάσει πλέον σε αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, επειδή τα έχει στρατιωτικοποιήσει, λόγω της επαπειλούμενης κατάληψή τους από την Τουρκία.

Η ρητορική που αναπτύσσεται πλέον εντός της Τουρκίας από κυβερνητικούς αξιωματούχους, τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης είναι δηλωτική της απειλής. Η Τουρκία πρέπει να καταλάβει τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπερθεματίζουν και παροτρύνουν τον Ερντογάν να τα καταλάβει και αυτά θα τον στηρίξουν. Όσο σαθρή και αν είναι η επιχειρηματολογία τους, όσο και αν αυτή είναι αντίθετη με τα καθοριζόμενα στη συνθήκη της Λωζάνης για το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου, ο ΑΝΣΚ έχει ρητώς προσδιοριστεί. Τα νησιά του Αιγαίου πρέπει να καταληφθούν. Η προσδιοριζόμενη ρητώς στη συνθήκη της Λωζάνης ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου, πλην εκείνων που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από τις ακτές της Τουρκίας, δεν ισχύει πλέον για την Τουρκία. Ο τουρκικός λαός μετά τις τόσες δηλώσεις περί παράνομης κατοχής των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα φαίνεται να ασπάζεται τα δηλούμενα, φανατίζεται και ετοιμάζεται ψυχικά να πολεμήσει κατά της Ελλάδας.

Σήμερα έχουμε φθάσει στο σημείο μηδέν. Η τουρκική πολεμική αεροπορία παραβιάζει καθημερινά άνευ θερμής αντίδρασης τα ελληνικά σύνορα και υπερίπταται των νησιών μας. Το τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», που αποβλέπει στον ολοκληρωτικό έλεγχο του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου από την Τουρκία, βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης. Το τουρκολιβυκό σύμφωνο υφίσταται και αφαιρεί από την Κρήτη οποιαδήποτε επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να το ακυρώσει με δηλώσεις και όχι με την ανακήρυξη ΑΟΖ, την οποία βεβαίως θα πρέπει να προστατεύσει στην περίπτωση που οι Τούρκοι επιδιώξουν να την ακυρώσουν εμπράκτως. Να υποθέσουμε ότι δεν μπορούμε να προστατεύσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ακόμη και νότια της Κρήτης που διαθέτει τέσσερα στρατιωτικά αεροδρόμια; Ο Ερντογάν, το υπουργικό του συμβούλιο και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Τουρκίας επιτίθενται καθημερινά με προκλητικές, προσβλητικές και αήθεις εκφράσεις κατά της Ελλάδας και του Πρωθυπουργού της Χώρας. Τα νησιά και η Κρήτη χρωματίζονται με τα χρώματα της τουρκικής σημαίας από τον κυβερνητικό εταίρο του Ερντογάν, αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμεί να κλείσει την πόρτα στη διπλωματία. Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες, τηρεί «στρατηγική ψυχραιμία». Στην πραγματικότητα φοβάται, όπως και όλες οι προηγούμενες, να σηκώσει το γάντι. Φοβάται να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα της χώρας, να ανακηρύξει ΑΟΖ, να κλείσει με γραμμές βάσης τους κόλπους και να καταρρίψει τα τουρκικά μαχητικά που υπερίπτανται των νησιών μας. Όμως η στάση αυτή φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο. Η ηττοπάθεια, ή επί το ευγενέστερο ο κατευνασμός, τρέφει την επιθετικότητα του αντιπάλου και τον παροτρύνει να ανεβάσει το επίπεδο της απειλής. Πιθανόν να βρισκόμαστε προ ενός πολέμου που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων. Κατόπιν τούτων τίθεται ευθέως το ερώτημα:

Είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε και να νικήσουμε;  

Τα Χαρακτηριστικά της Τουρκικής Απειλής

Η τουρκική απειλή έχει κατ’ αρχάς χαρακτήρα θρησκευτικής επέκτασης, κάτι που αποφεύγεται επιμελώς να αναφερθεί. Το Ισλάμ είναι μία θρησκεία που επιδιώκει την επέκταση των συνόρων της διά της κατάκτησης νέων εδαφών και του προσηλυτισμού, βίαιου ή εθελουσίου, των κατακτημένων «άπιστων» λαών στην «μόνη αληθινή πίστη». Αυτό συμβαίνει από την εμφάνιση του Ισλάμ στο ιστορικό προσκήνιο. Οι Άραβες και οι Τούρκοι χαλίφηδες και σουλτάνοι διά των οργανωμένων στρατευμάτων τους και τις ορδές των βασιβουζούκων που τα ακολουθούσαν, εκτελούσαν οργανωμένες εκστρατείες με σκοπό την κατάκτηση, τη λαφυραγώγηση και την επέκταση των συνόρων της Ισλαμικής πίστης. Επίσης διάφοροι «οπλαρχηγοί» με τους ακολούθους τους, που κινούνταν στην ακαθόριστη περιοχή των συνόρων με τη χριστιανική Ανατολική Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία, εκτελούσαν τολμηρές επιδρομές κατά της γης των «απίστων» με σκοπό τη λαφυραγώγηση και την κατάκτηση. Στους πολεμιστές αυτούς δινόταν ο τίτλος του Γαζή (Gazi), δηλαδή του μαχητή της πίστης. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι που φονεύονται στον πόλεμο ανακηρύσσονται μάρτυρες του Ισλάμ. Διάφορα χωριά της Μικράς Ασίας φέρουν δίπλα στο όνομά τους και τη λέξη gazi. Π.χ. βόρεια της Κιουτάχειας υπάρχουν τα χωριά Eyenegazi και Cihangazi, καθώς και Βόρεια του Εσκί Σεχίρ, στην κοιλάδα του Σαγγάριου, το χωριό Mihalgazi, από το όνομα του πρώτου Έλληνα εξωμότη και φίλου του εμίρη Οσμάν, του Μιχαήλ Κοσέ, που ήταν ο βυζαντινός κυβερνήτης της περιοχής του Μπιλετζίκ. Πολύ γνωστό επίσης είναι και το χωριό Σεϊντή Γαζή (Seyitgazi), όπου βρισκόταν η έδρα της Ανεξάρτητης Μεραρχίας. Επί του χωριού τούτου δεσπόζει το μνημειακό κτιριακό συγκρότημα που φιλοξενεί τον τάφο (τουρμπέ) του μουσουλμάνου αγίου Seyyyid και πολεμιστή Batalgazi. Τέλος γνωστός και ο Εβρενός Γαζή, ο εξισλαμισμένος Έλληνας που υπηρέτησε τρεις σουλτάνους και είναι αυτός που κατέκτησε τη Βαλκανική. Σε αυτόν αποδίδεται η επιδρομή κάποιων εκατοντάδων πολεμιστών στην Πελοπόννησο το 1397, η καταστροφή του Άργους και η αιχμαλωσία 30.000 κατοίκων της Αργολίδας που σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, ή έγιναν γενίτσαροι. Προς τιμή του η ελληνική πολιτεία αναστήλωσε το μαυσωλείο του στα Γιαννιτσά!!! Ο σουλτάνος Ορχάν σημείωσε στην είσοδο τζαμιού της Προύσας ότι ήταν Γαζής και γιός Γαζή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μία επεκτατική δύναμη και είναι αναρίθμητες οι μικρές και μεγάλες εκστρατείες που διεξήγαγε για την κατάκτηση της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, προκειμένου στη συνέχεια να επιτεθεί στη δυτική. Η Αγιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τους Πολωνούς και τους Ούγγρους στη Βιέννη, οι Ενετοί στο Χάνδακα, οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη στη Μάλτα και ο ενωμένος ευρωπαϊκός στόλος στη Ναύπακτο της έφραξαν τον δρόμο τους προς τη Δύση, όπως προηγουμένως η Ανατολική Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία έφραζε επί τέσσερις αιώνες στα αραβικά χαλιφάτα τον δρόμο τους προς την Βαλκανική. Εν πάση περιπτώσει η κατάκτηση και η επέκταση για τους Μουσουλμάνους βρίσκεται στην πίστη τους, αποτελεί ένδοξο γεγονός και τιμάται. Οι Τούρκοι ως γνήσιοι μουσουλμάνοι δεν αισθάνονται αμηχανία να γιορτάζουν κάθε χρόνο την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Πουθενά αλλού στον πολιτισμένο τουλάχιστον κόσμο δεν συμβαίνει να εορτάζονται κατακτήσεις.

Διατυπώνεται συχνά η θέση ότι η στάση του Τουρκικού Κράτους δεν απηχεί τη διάθεση του τουρκικού λαού αλλά ορισμένων ομάδων εξουσίας που επιβάλλονται επί του λαού και του επιβάλλουν τις θέσεις αυτές. Η θέση αυτή, αν δεν είναι υποκριτική, είναι τουλάχιστον ανόητη.

Κατ’ αρχάς, ακόμη και αν διάφορες «ομάδες εξουσίας» επιβάλλουν την πολιτική τους στο τουρκικό κράτος παρά την «πραγματική» θέληση του τουρκικού λαού, κατ’ αποτέλεσμα δεν υφίσταται καμία διαφορά για την Ελλάδα. Αν ο τουρκικός λαός τελικώς και εμπράκτως υποστηρίζει την πολιτική των ομάδων εξουσίας, είτε το κάνει εκών είτε άκων, είναι αδιάφορο. Κατ’ αποτέλεσμα, η πραγματική πολιτική -αυτή που μας ενδιαφέρει και αυτή που αντιμετωπίζουμε- είναι η επεκτατική πολιτική.

Δεν υφίσταται καμία πραγματική ένδειξη ότι ο «τουρκικός λαός» έχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση από τις «ομάδες εξουσίας» ως προς την ανθελληνική και επεκτατική πολιτική. Οι «ομάδες εξουσίας» της Τουρκίας είναι εμπεπλεγμένες σε θανάσιμους αγώνες εξουσίας από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας, και μέρος του αγώνα αυτού είναι η επίμονη προσπάθεια διασφάλισης της στήριξης λαϊκών στρωμάτων. Στην προσπάθεια αυτή (ολοένα εντεινόμενη προϊόντος του χρόνου) καμία «ομάδα εξουσίας» δεν έχει διακηρύξει κάποια αντίθεση ή έστω αποστασιοποίηση από τις επεκτατικές πολιτικές, προκειμένου να αποσπάσει την υποστήριξη λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, πάγιο χαρακτηριστικό του πολιτικού αγώνα είναι ο υπερθεματισμός σε ανθελληνικές και επεκτατικές θέσεις. Οι αντιμαχόμενες ομάδες εξουσίας, που προφανώς γνωρίζουν πολύ καλύτερα την τουρκική κοινωνία από αφελείς Έλληνες «αναλυτές», γνωρίζουν ποιος είναι ο τρόπος για να διασφαλίζουν λαϊκό έρεισμα.

Τέλος, είναι αξιοπερίεργο το πώς συστηματικά παραβλέπεται το εξής πολύ απλό εμπειρικό δεδομένο. Έλληνες τυγχάνει να συναντούν Τούρκους σε πάμπολλες περιστάσεις, κυρίως στο εξωτερικό. Οι συζητήσεις, σχεδόν πάντοτε φιλικές, κάποια στιγμή φτάνουν και στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η συντριπτική εμπειρία από ένα πολύ μεγάλο πλήθος τέτοιων συζητήσεων, είναι ότι σε όσο φιλικό κλίμα και αν γίνονται, ουδείς Τούρκος ποτέ αποστασιοποιείται από το «δίκαιο» των τουρκικών διεκδικήσεων, όσο ευγενικά και αν διατυπώνεται η συμφωνία αυτή· μιλάμε μάλιστα κατ’ εξοχήν για τους πλέον «μορφωμένους» και «λιγότερο φανατικούς» Τούρκους. Είναι απορίας άξιον από πού αντλείται από κάποιους η θεωρία περί «ειρηνόφιλου» τουρκικού λαού.

Η τουρκική απειλή κατά της εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της έχει αποκτήσει από την έναρξη του Συριακού εμφυλίου πολέμου διττό χαρακτήρα:

1ο. Η Τουρκία ωθεί προς τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, σχεδιασμένα και ακατάπαυστα, κύματα παράνομων μουσουλμάνων μεταναστών, που προέρχονται απ’ όλα σχεδόν τα μουσουλμανικά κράτη της Ασίας και Αφρικής. Τελικός προορισμός των περισσότερων εξ αυτών δεν είναι τα πλούσια Αραβικά βασίλεια αλλά η δυτική και βόρεια Ευρώπη, της οποίας σε βάθος χρόνου θα αναδιαμορφώσουν βίαια τον εθνοτικό χάρτη. Πολλοί επίσης εξ αυτών παραμένουν στην Ελλάδα και μεταβάλλουν την εθνοτική σύνθεση υποβαθμισμένων συνοικιών των μεγάλων πόλεων. Θα ήταν ασύγγνωστη έως εγκληματική αφέλεια να πιστεύεται ότι εντός αυτών των πληθυσμών δεν υπάρχουν θύλακες που ελέγχονται από την Τουρκία. Πως μπορεί να αντιδράσουν οι πληθυσμοί αυτοί σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου και με ποιον τρόπο αυτές οι αντιδράσεις θα ελεγχθούν;

Θα ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθεί από τους αρμοδίους αν σε ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει ως εμπροσθοφυλακές Σύριους ή άλλους φανατικούς ισλαμιστές μισθοφόρους, όπως στη Λιβύη, που επιζητούν να πεθάνουν στον πόλεμο εναντίον των απίστων για να ανακηρυχθούν μάρτυρες και να λάβουν επίζηλη θέση στον παράδεισο. Το μείζον, αν όχι το όλο, μίας τέτοιας δύναμης αποτελεί φυσικούς στρατιώτες, ενώ σε ένα καλά εκπαιδευμένο στράτευμα οι φυσικοί στρατιώτες αποτελούν συνήθως το 10-15% της συνολική δύναμης. Οι εμπειροπόλεμοι και φανατικοί αυτοί πολεμιστές δεν αντιμετωπίζονται από οπλίτες θητείας που έλαβαν εκπαίδευση κάποιων ελάχιστων ημερών, αλλά μόνο από στρατιώτες που έχουν λάβει σκληρή, απαιτητική, εντατική και μεγάλης διάρκειας εκπαίδευση και επιπλέον διαθέτουν υψηλό επίπεδο πειθαρχίας και ηθικού.

2ο. Η Τουρκία απειλεί και προετοιμάζεται να καταλάβει τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη. Τα καλύτερα και ισχυρότερα των στρατευμάτων της Τουρκίας βρίσκονται στην Ανατολική Θράκη και στη Δυτική Μικρά Ασία. Επίσης οι πολίτες της παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, φανατίζονται, πιστεύουν ως μουσουλμάνοι, είτε με την αυστηρά θρησκευτική έννοια είτε με την ευρύτερη πολιτιστική, ακόμη κι αν είναι κοσμικοί, στο δίκαιο της επέκτασης και προετοιμάζονται για πόλεμο.

Η Τουρκία έχει σαφώς προσδιορισμένη και ρητώς δηλωμένη στρατηγική στόχευση. Επιδιώκει να ανατρέψει σε βάρος της Ελλάδας είτε δια του καταναγκασμού, είτε με την απειλή πολέμου, την υπάρχουσα κατά την ίδια «ανορθογραφία» μεταξύ της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής της ισχύος από τη μία μεριά και των καθορισθέντων με συνθήκες συνόρων στο Αιγαίο και στη Θράκη από την άλλη. Η Τουρκία είναι μία μεγάλη χώρα σε έκταση, πληθυσμό και πολεμική ισχύ και ασφυκτιά, ως μουσουλμανικό άλλωστε κράτος, εντός των συνόρων της. Η πρόταξη από τον Ερντογάν και τους ισλαμιστές της Τουρκίας του νεοοθωμανικού μεγαλοϊδεατισμού παροξύνει τις ιδεοληψίες της. Η ανασύσταση της αυτοκρατορίας δια της κατάκτησης δεν αποκρύπτεται. Η Τουρκία θεωρεί ότι τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται εγγύτατα των ακτών της δεν τις επιτρέπουν να αναδειχθεί στη μεγάλη περιφερειακή δύναμη που ονειρεύεται. Έτσι το βλέπει αυτή (κυβέρνηση, κόμματα, στρατός, λαός, ΜΜΕ) και μας το έχει δηλώσει επανειλημμένα, και συνεχίζει να μας το δηλώνει, με πολλούς τρόπους:

Ντεμιρέλ περί το 1970: «Δεν μπορεί κάθε φορά που θα πάμε να πλύνουμε τα πόδια μας στο Αιγαίο να παίρνουμε την άδεια των Ελλήνων». Η Τουρκία τότε ήταν 40 εκατομμύρια άτομα.

Νταβούτογλου: «Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει επικυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλληλο έδαφος, για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοίκησης και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, από αυτά τα νησιά, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας».

Ερντογάν: Ζήτησε ρητώς κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα την αναθεώρηση της συνθήκης της Λοζάνης.

Τσαβούσογλου πρόσφατα: «Η Τουρκία δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στα σύνορα της».

Η Τουρκία ανέκαθεν δηλώνει τους στρατηγικούς σκοπούς της και το τι θα κάνει για την επίτευξή τους – Η Ελλάδα αντιθέτως δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την απειλή

Οι στόχοι της υψηλής στρατηγικής της γείτονος ανακοινώνονται και κοινοποιούνται ευρέως, προετοιμάζοντας τη διεθνή κοινότητα για την αποδοχή τους, όταν «εν καιρώ» θα επιτευχθούν.

Στην Ελλάδα κυριαρχεί η εντύπωση ότι η ευρεία δημοσιοποίηση των επεκτατικών στόχων της Τουρκίας «κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου» την εκθέτει στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης. Δυστυχώς, αυτό δευτερευόντως μόνον, και πολύ βραχυπρόθεσμα λειτουργεί έτσι. Η ευρεία και, κυρίως, μακροχρόνια και σταθερή, προσεκτική αλλά σαφής, διατύπωση των επεκτατικών στόχων της Τουρκίας, τα καθιστά σταδιακά «υπαρκτά ζητήματα» για το διεθνές σύστημα, κατά τρόπο που οψέποτε υπάρξει τουρκική επιθετική ενέργεια, αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως κλιμάκωση ή έκρηξη υπαρκτών, μακροχρόνιων ζητημάτων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αυτό επιτείνεται από την ελληνική στάση, η οποία αποφεύγει να προβεί σε επιθετική και συγκεκριμένη ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, και καταφεύγει σε γενικόλογες και αόριστες καταδίκες της «τουρκικής επιθετικότητας». Όταν όμως το ένα μέρος προβάλλει μία συγκεκριμένη θεωρία των πραγμάτων, και το άλλο προβαίνει σε σχετλιαστικό μόνον σχολιασμό της, είναι προφανές ποιος επικρατεί στις εντυπώσεις.

Οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και εμείς οι πολίτες, κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο και υποκρινόμαστε ότι αγνοούμε το τι επιδιώκει η Τουρκία. Οι πολιτικές ηγεσίες είναι σε τέτοιο βαθμό κατώτερες των περιστάσεων, που ακόμη και μετά τις τόσες ήττες που έχει υποστεί η Χώρα μέχρι σήμερα από την Τουρκία, ελπίζουν ότι διά του κατευνασμού της τουρκικής επιθετικότητας, ή με την υποστήριξη της «εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ», μπορεί να εξημερωθεί το θηρίο και να αλλάξει η συμπεριφορά του. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας αποτελεί εγγενές στοιχείο του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος της χώρας, και δεν ανατρέπεται με πολιτικές που δεν ανατρέπουν το ίδιο το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας. Άλλωστε, όλη η συζήτηση περί εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ – από καιρού υπόθεση νεκρή- έγινε πάντοτε με τη σιωπηρή αποδοχή της ΕΕ ότι στην πράξη θα σεβαστεί τον «ιδιαίτερο» πολιτικό χαρακτήρα της Τουρκίας (που δεν πλησίασε ποτέ, ούτε κατά διάνοια, την τυπική δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία) αλλά θα βρει έναν τρόπο να οικονομήσει τη συντήρηση του καθεστώτος ως έχει. Αδυνατούν επίσης να κατανοήσουν ότι η επιθετική, προκλητική και ιταμή πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας είναι σχεδιασμένη και αποβλέπει στην επίτευξη των στρατηγικών της στόχων, ανεξαρτήτως των κάθε φορά προσωρινής διάρκειας υφέσεων. Άπαντες, κυβερνώντες, αντιπολιτευόμενοι, ομάδες πιέσεως και πολίτες περί άλλων τυρβάζουμε επειδή δεν θέλουμε να σηκώσουμε το βάρος της ευθύνης μας, που δεν είναι άλλο από το εξασφαλίσουμε την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδας μας. Αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την ανάπτυξη της ισχύος του Κράτους μας, μέρος της οποίας είναι και η πολεμική, και την ηθική προετοιμασία του λαού να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Στην περίπτωση που η τουρκική απειλή για την κατάληψη ελληνικών εδαφών υλοποιηθεί με την εκτέλεση ευρέων αιφνιδιαστικών επιθετικών επιχειρήσεων, η προϊστορία, παρελθούσα και πρόσφατη, σε συνδυασμό με την εθελουσία εξοπλιστική παραίτηση της 15ετίας 2005-2020, που επεκτάθηκε στη συντήρηση των υπαρχόντων μέσων, και την τραγική μείωση της θητείας αρχικά στους 12 μήνες και στη συνέχεια στους 9, και η οποία καταβαράθρωσε την εκπαίδευση των οπλιτών θητείας και της εφεδρείας, προκαλούν ανησυχία σε κάθε σοβαρά σκεπτόμενο άνθρωπο για τις δυνατότητες αποτελεσματικής απόκρουσής της.

Ζητήματα που επηρέασαν αρνητικά την ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της Ελλάδας

Μολονότι η τουρκική απειλή ήταν και είναι δεδομένη και σαφώς προσδιορισμένη, η ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας για την αντιμετώπισή της ήταν πάντα αποσπασματική, χωρίς στρατηγική στόχευση και συνοδευόταν από οσμή σκανδάλων, συνήθως όχι αβάσιμα. Μέτρα για την προμήθεια κάποιων οπλικών μέσων λαμβάνονταν πάντοτε υπό την πίεση κάποιων έκτακτων σοβαρών γεγονότων και στη συνέχεια έπαυε κάθε ενέργεια, ακόμη και για τη συντήρηση των αποκτηθέντων, ή για την προμήθεια των όπλων που θα χρησιμοποιούσαν αυτά τα σύγχρονα μέσα (βλέπε απόκτηση συγχρόνων υποβρυχίων χωρίς τορπίλες, αρμάτων χωρίς βλήματα, μαχητικών άνευ συστημάτων αυτοπροστασίας και κατευθυνομένων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και πολλά άλλα που παρέλκει η αναφορά τους). Μετά τα τόσα εγκληματικά που συνέβησαν επί δεκαετίες σε βάρος της άμυνας της χώρας αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται να δαπανάς 3,5 δις ευρώ για την προμήθεια 24 υπερσύγχρονων μαχητικών Ραφάλ και να προμηθεύεσαι σύμφωνα με ανοικτές πληροφορίες μόνο 40 βλήματα Α-Α Μετεόρ, και κανένα κατευθυνόμενο βλήμα αέρος-επιφανείας μεγάλου βεληνεκούς, αν εξαιρέσει κάποιος τα ήδη υπάρχοντα Σκάλπ; Ή πως γίνεται να αποφασίζεται η διάθεση 300 εκατομμυρίων για την προμήθεια 75 μεταχειρισμένων αμφιβίων ερπυστριοφόρων, που ουδέν θα προσφέρουν στην αποτρεπτική ισχύ της χώρας (νησί που δεν είσαι ικανός να κρατήσεις δεν μπορείς να το ανακαταλάβεις εκτελώντας θαλάσσια έφοδο σε απόσταση πλέον των 100 χλμ.), και τα χρήματα αυτά να μην διατίθενται για την προμήθεια βαλλιστικών βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς, ή τον εκσυγχρονισμό των μέσων του συστήματος αεροπορικού ελέγχου της ΠΑ; Εν πάση περιπτώσει η προμήθεια υπερσύγχρονων και πανάκριβων μαχητικών αφήνει βαρύ στρατηγικό αποτύπωμα μόνο στην περίπτωση που αυτά θα διαθέτουν επαρκή φόρτο κατευθυνομένων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς αέρος – επιφανείας. Ομοίως και η απόκτηση βαλλιστικών βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς ενισχύσει το αποτύπωμα της αποτρεπτικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι αποφάσεις για τις δύο τραγικές μειώσεις της θητείας λήφθηκαν εν μία νυκτί, χωρίς οι κυβερνήσεις να διαβουλευθούν με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. Εν μία νυκτί πολλές μονάδες αποψιλώθηκαν πλήρως από το προσωπικό τους. Μόνο στην Ελλάδα, που δέχεται απειλή κατά της εδαφικής της ακεραιότητας μπορεί να λαμβάνονται ατιμώρητα αυτές οι τραγικές και ανεύθυνες αποφάσεις. Ναι, περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Και δυστυχώς αυτοί που ενήργησαν ούτω αντί να εξωπεταχτούν στον Καιάδα της Ιστορίας αμείφθηκαν με την παραχώρηση υψηλών θέσεων εντός και εκτός Ελλάδας.

Όραμα και στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας ουδέποτε υπήρξε, με αποτέλεσμα από τα τεράστια ποσά που δαπανώνται ετησίως για την προμήθεια οπλικών συστημάτων να μην υπάρχουν βιομηχανικές επιστροφές με σκοπό τη μεταφορά τεχνογνωσίας για την ανάπτυξη εγχώριας πολεμικής βιομηχανικής υποδομής και παραγωγής. Άλλωστε τα κόμματα, κυβερνώντα και μη, είδαν τις μετρημένες στα δάκτυλα της μίας χειρός κρατικές πολεμικές βιομηχανίες, όπως και το σύνολο των κρατικών οργανισμών και υπηρεσιών, ως το χώρο για το βόλεμα των της εκλογικής πελατείας του. Ως γνωστό η ηγεσία των συνδικαλιστικών οργάνων των κρατικών οργανισμών, υπηρεσιών και επιχειρήσεων βρίσκεται συνήθως στα χέρια της αριστεράς, που διαθέτει το «ηθικό πλεονέκτημα»!

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα που οφείλονται αυτά τα χρόνια ελλείμματα που οδήγησαν τη χώρα σε αδυναμία να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα αποτελεσματικά; Πολλοί βεβαίως θα θεωρήσουν αιρετική αυτή την αναφορά, αφού οι ιθύνοντες δηλώνουν ότι «το μέτωπο ήταν και είναι ακλόνητο». Βεβαίως για να είμαστε ακριβείς δεν δηλώνουν ευθέως αυτό, αλλά αναφέρουν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να επιτεθούν επειδή γνωρίζουν ότι μπορούμε να τους κάνουμε μεγάλη ζημιά, ενώ το όφελος που θα αποκομίσουν θα είναι ελάχιστο. Προφανώς κατά τους ιθύνοντες παρά τη μεγάλη ζημιά που θα υποστούν οι Τούρκοι στην περίπτωση που επιτεθούν, στο τέλος θα αποκομίσουν κάποιο όφελος. Αποφεύγουν να προσδιορίσουν το τουρκικό όφελος. Μπορεί να χάσουμε κάποιο νησί και αν το χάσουμε αυτό θα ισοφαριστεί με τη ζημιά που θα έχουν πάθει οι Τούρκοι; Όσον αφορά την ουσία της δήλωσης του γράφοντος ασφαλώς αυτή έχει ισχυρή βάση. Η Ελλάδα από το 1967 μέχρι σήμερα υφίσταται μικρές και μεγάλες ήττες και βρίσκεται σε διαρκή υποχώρηση. Ακόμη και το 1987 που κατά πολλούς «νικήσαμε τους Τούρκους», ο Ανδρέας Παπανδρέου αποδέχθηκε στο Νταβός να μη προβούμε σε έρευνες για υδρογονάνθρακες σε κανένα σημείο του Αιγαίου. Αν το μέτωπο είναι ακλόνητο δεν μπορεί να υφίστασαι συνεχώς ήττες, να ανέχεσαι την παραβίαση των συνόρων σου και τις πτήσεις των τουρκικών μαχητικών ακόμη και πάνω από τα νησιά μας, ακόμη και τα μεγάλα, ή να φοβάσαι να ασκήσεις τα κυριαρχικά σου δικαιώματα. Το μέτωπο ποτέ δεν ήταν ακλόνητο και μας το είπε ο Στρατηγός Μ. Παραγιουδάκης. Όταν παραλύει η κεντρική διοίκηση κανένα μέτωπο δεν είναι ακλόνητο.

Η μη ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας στο επίπεδο που θα καθιστούσε αδύνατη την επιτυχία οποιασδήποτε πρόκλησης ή επίθεσης της Τουρκίας κατά της εδαφικής κυριαρχίας, ή κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας οφείλεται κατά την άποψη του γράφοντος στους εξής κυρίως παράγοντες:   

1ο. Στην μη αναγνώριση, περιγραφή και αξιολόγηση από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις κυρίαρχες ελίτ της σοβαρότητας της τουρκικής απειλής

Το σοβαρό αυτό έλλειμμα οφείλεται στη μη ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου οργάνου που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά. Το όργανο αυτό, που διαθέτουν όλες οι σοβαρές χώρες, υπό τον τίτλο συνήθως Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, αποτελεί τον άμεσο σύμβουλο του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης επί των ζητημάτων της εθνικής ασφάλειας. Είναι αυτό που ενεργώντας ανεξάρτητα από τα λοιπά υπουργεία αξιολογεί τις απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα και την επικινδυνότητα της κάθε μίας εξ αυτών και συντάσσει τις αναγκαίες εκτιμήσεις και εισηγήσεις προς τον πρωθυπουργό για την αντιμετώπισή τους. Όλοι οι σημαντικοί και σοβαροί άνθρωποι στην Ελλάδα που ασχολούνται με τα ζητήματα της εθνικής ασφάλεια προτείνουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια τη συγκρότηση αυτού του οργάνου. Τα πολιτικά κόμματα ζητούν τη συγκρότηση ενός πολυκομματικού οργάνου. Δηλαδή «χαβαλές να γίνεται». Η Ελλάδα που αποδεδειγμένα αντιμετωπίζει στρατιωτική απειλή κατά της εδαφικής της κυριαρχίας από της Τουρκία συνεχίζει να στερείται τις υπηρεσίες αυτού του σημαντικού εργαλείου. Η Τουρκία διαθέτει συμβούλιο εθνικής ασφαλείας. Ακόμη και ο σημερινός πρωθυπουργός που είχε ενστερνιστεί την ανάγκη συγκρότησής του, περιορίστηκε στο διορισμό ενός προσώπου ως συμβούλου του επί των ζητημάτων εθνικής ασφαλείας. Κατά τα φαινόμενα η θέση του βρίσκεται στον πάτο της ιεραρχίας του Μαξίμου.

Οι λόγοι για τη μη συγκρότηση μέχρι σήμερα συμβουλίου εθνικής ασφαλείας είναι κατά την άποψη του γράφοντος οι εξής:

* Οι εκάστοτε πρωθυπουργοί θέτουν σε πρώτη προτεραιότητα τα γενικά πολιτικά ζητήματα, τα κοινωνικά ζητήματα και αυτά της οικονομίας και στο τέλος των ενδιαφέροντός τους βρίσκονται τα ζητήματα της άμυνας και της ασφάλειας της χώρας, μολονότι η Ελλάδα είναι ίσως το μόνο κράτος παγκοσμίως που αντιμετωπίζει διακηρυγμένη απειλή κατά της εδαφικής της κυριαρχίας. Τούτο φαίνεται και από το χρόνο που διαθέτουν για να διαβουλευθούν με τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και για να επισκεφθούν σχηματισμούς και μονάδες της Θράκης και των νησιών προκειμένου να ενημερωθούν επί του πεδίου για τις δυνατότητες, τα προβλήματα και τις ελλείψεις τους και να τονώσουν με την παρουσία τους το ηθικό των στρατευμάτων. Πλέον τούτων οι πλείστοι των πρωθυπουργών της μεταπολίτευσης διακατέχονταν από μία μη αποκρυπτόμενη αλλεργία προς τις ένοπλες δυνάμεις.

* Οι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας, ίσως και δημόσιας τάξης, δεν επιθυμούν τη συγκρότηση ενός οργάνου που θα μειώσει το «κύρος της αυθεντίας τους» και τη δυνατότητα παρέμβασής τους στη λήψη των αποφάσεων.

* Η μη ύπαρξη στο εθνικό μας DNA συνείδησης/«κουλτούρας» συλλογικής ευθύνης και εργασίας. Όπως ο κάθε Έλληνας, έτσι και οι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας θέλουν να έχουν το δικό τους «καπετανάτο» και να ασκούν προσωποπαγή πολιτική. Πολλοί από αυτούς που πέρασαν απ’ αυτές τις θέσεις είχαν τη βεβαιότητα ότι κατείχαν τη μόνη αλήθεια. Ο πλέον πληθωρικός εξ αυτών, ο «σοφός ευρωπαίος» Ευάγγελος Βενιζέλος, καθόρισε ο ίδιος προσωπικά τη μορφή της τουρκικής απειλής και ως εκ τούτου και τη στρατηγική για την αντιμετώπισή της, και συνεπώς και την ισχύ που θα πρέπει να διαθέτουν οι ένοπλες δυνάμεις. Τον Νοέμβριο του 2009, κατά την ενημέρωση της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας, δήλωσε ότι «δεν πρέπει να περιμένουμε ούτε να ετοιμαζόμαστε για έναν γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία, αλλά για σημειακές στρατιωτικές κρίσεις μικρής διάρκειας που θα χρησιμοποιηθούν διπλωματικά στη συνέχεια», επισημαίνοντας πως σε αντίθετη περίπτωση «αμφισβητούμε το σύνολο των διεθνών σχέσεων και συμμαχιών της χώρας αλλά και τους διεθνείς οργανισμούς». Η αναβάθμιση της τουρκικής απειλής έρχεται να φανερώσει πόσο έωλη ήταν η στρατηγική που επεξεργάστηκε και επέβαλε.   

Τελικά ποιος ή ποιοι έχουν θεσμικά την αρμοδιότητα να περιγράψουν και να αξιολογήσουν την απειλή και να εισηγηθούν μέτρα αντιμετώπισης της στον πρωθυπουργό; Ο γράφων θεωρεί ότι η επιρροή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των Επιτελείων στην αποτύπωση της απειλής ήταν μειωμένο και τον κυρίαρχο λόγο τον είχαν και έχουν οι υπουργοί των Εξωτερικών και οι συνταγματολόγοι και διεθνολόγοι που συμβουλεύουν τον εκάστοτε πρωθυπουργό.

Να μη διαφύγει της προσοχής ότι η κυρίαρχη άποψη που μέχρι πρότινος διακινούταν από κυβερνώντες, διεθνολόγους, και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ήταν ότι η επιθετικότητα της Τουρκίας οφείλεται στη διαχείριση των εσωτερικών πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων της και ότι η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα της γείτονος εκφέρουν εθνικιστικό λόγο, στην επιδίωξή τους να κερδίσουν πόντους στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό. Προφανώς κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι κάτι το αδιανόητο.

Όλοι οι παραπάνω «εκτιμητές» της απειλής αδυνατούν, ή και δεν ενδιαφέρονται, να εξηγήσουν για ποιον λόγο η Τουρκία διατηρεί στην Ανατολική Θράκη την πανίσχυρη 1η Στρατιά με 3 Σώματα Στρατού, και συνολικά 7 Μ/Κ Ταξιαρχίες, 4 Τεθωρακισμένες Ταξιαρχίες, 2 Ταξιαρχίες Καταδρομών επανδρωμένες με επαγγελματίες οπλίτες και 1 Μηχανοποιημένη Μεραρχία Πεζικού των 3 Μηχανοποιημένων Συνταγμάτων Πεζικού. Η 1η Στρατιά διαθέτει πολλές εκατοντάδες Τεθωρακισμένα Οχήματα (ΤΟΜΑ και ΤΟΜΠ), άρματα, Α/Κ Πυροβόλα, Συντάγματα Μηχανικού εξοπλισμένα με σύγχρονα μέσα ζεύξης υδάτινων κωλυμάτων και εκατοντάδες βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς; Οι τουρκικές Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες είναι ενισχυμένες έναντι των αντίστοιχων ελληνικών σε Μ/Κ πεζικό, άρματα και Α/Κ πυροβόλα. Επίσης οι «εκτιμητές» αδυνατούν να εξηγήσουν για ποιον λόγο οι ταξιαρχίες πεζικού της Στρατιάς Αιγαίου μετέπεσαν σε ταξιαρχίες καταδρομών επανδρωμένες με επαγγελματικό προσωπικό και στο πώς αυτές μπορούν να αντιμετωπισθούν από οπλίτες μικρής θητείας (υπηρετούντες και εφέδρους) και εξαιρετικά προβληματικής εκπαίδευσης.

2ο. Στη δογματική «θρησκευτική» πεποίθηση των κυρίαρχων ελίτ της χώρας ότι τα σύνορα είναι αδύνατο να αλλάξουν κατά τη σημερινή εποχή

Δυστυχώς για όσους πρεσβεύουν τούτο τα σύνορα αυτοκρατοριών και κρατών μεταβλήθηκαν πολλές φορές στο παρελθόν, πάντα ύστερα από πολέμους, και θα συνεχίζουν να αλλάζουν και στο μέλλον. Τροποποιήθηκαν δραματικά τον 20ο αιώνα κατόπιν των δύο μεγάλων πολέμων. Πολύ πρόσφατα άλλαξαν στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Σερβία βομβαρδίστηκε άγρια από το ΝΑΤΟ (οι βομβαρδισμοί αυτοί έγιναν για καλό σκοπό) προκειμένου να αφαιρέσουν από την κυριαρχία της το Κόσσοβο. Άλλαξαν επίσης στην πρώην Σοβιετική Ένωση με την κατάλυση του κομμουνιστικού καθεστώτος και η πρώην αυτοκρατορία της Ρωσίας ακρωτηριάστηκε. Τα σύνορα της Κυπριακής Δημοκρατίας άλλαξαν με την τουρκική εισβολή και η Τουρκία με την ανοχή της Δύσης κατέχει το 40% της επικράτειάς της. Την παρούσα περίοδο θα αλλάξουν στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ουκρανία. Τα «παρανόμως» κτηθέντα κάποια στιγμή νομιμοποιούνται. Τα κτηθέντα με αίμα ανακαταλαμβάνονται μόνο με αίμα.

Ο νυν πρωθυπουργός δείχνει να μην αντιλαμβάνεται τα παραπάνω. Την 21η Ιουνίου δήλωσε σε συνέντευξή του ότι τα σύνορα είναι αδιανόητο να αλλάξουν. Αδιανόητο μεν, συμβαίνει δε. Τη 10η Ιουλίου ο κυβερνητικός συνέταιρος του Ερντογάν, παρουσίασε χάρτη με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη να ανήκουν στην Τουρκία. Η Ελλάδα όπως πάντα αντέδρασε «κοσμίως» αντί να απελάσει το σύνολο του προσωπικού της τουρκικής πρεσβείας.

Το να πιστεύει κάποιος ότι μπορεί να γίνει συνεννόηση με την Τουρκία στη βάση των γενικών αρχών και αξιών που αποδέχονται οι κανονικές δημοκρατίες της Ευρώπης και πολλών άλλων χωρών, αποτελεί ουτοπία, αν όχι ανοησία. Η Τουρκία δεν αποδέχεται το διεθνές δίκαιο, τις συμφωνίες και τις συνθήκες που έχει υπογράψει, όταν θεωρήσει ότι αυτές δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της. Η κατάκτηση και η επέκταση βρίσκεται στο συλλογικό εθνικό/θρησκευτικό DNA της, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Η κατάληψη και η κατοχή του 37% της έκτασης της Κύπρου, εορτάζεται με μεγαλοπρεπείς παρελάσεις, μολονότι η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί εγγυήτρια δύναμη της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ερντογάν επαίρεται επειδή αύξησε την έκταση της Τουρκίας με την κατάληψη περιοχών της βόρειας Συρίας, εκμεταλλευόμενος τον Συριακό εμφύλιο, στον οποίο έχει βάλει το δάκτυλό του. Θεωρώ ότι ο Ερντογάν θα επιθυμούσε να ολοκληρώσει τον κύκλο του με τη μεγέθυνση της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας, ώστε να θεωρηθεί ο νέος Ατατούρκ. Στην περίπτωση που οι Τούρκοι κατορθώσουν να καταλάβουν κάποιο νησί εξ αιτίας της ανικανότητάς μας, ή της απρονοησίας μας, θα το γιορτάζουν ως ένδοξο γεγονός στο διηνεκές. Οι Τούρκοι, όπως και οι πρόγονοί τους Οθωμανοί, αποδείχθηκαν ειδικοί στην εκμετάλλευση των αδυναμιών των αντιπάλων τους. Το ελληνικό έθνος στην ιστορική του διαδρομή υπέστη ήττες και καταστροφές όταν ήταν διχασμένο, ή δεν διέθετε ικανή ηγεσία, ή υπήρχε ακυβερνησία, ή υπήρχε κυβέρνηση που δεν διέθετε δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως συνέβη της περίοδο 1967-1974. Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας δεν έχει την πολυτέλεια να σύρει τη Χώρα σε επαναλαμβανόμενες εκλογές με την κυβέρνηση να ανατίθεται σε υπηρεσιακά πρόσωπα.

3ο. Στην επαναλαμβανόμενη επίκληση του διεθνούς δίκαιου ως του υπερόπλου που κατοχυρώνει την εδαφική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας

Είναι ενδιαφέρον ότι τη στρατηγική της χώρας για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής την επηρέασαν, αν δεν την διαμόρφωσαν, συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι και οικονομολόγοι. Θα έρθει όμως η στιγμή που οι διεθνολόγοι και οι συνταγματολόγοι των «σημειακών κρίσεων και της στρατηγικής ψυχραιμίας» θα «κάψουν τα πτυχία τους».

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, οι δημοσιολογούντες και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και κυρίως οι πολλοί-πολλοί διεθνολόγοι, επαναλαμβάνουν μονότονα τη θέση ότι η κυριαρχία της Ελλάδας επί των νήσων του Αιγαίου κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο. Η θέση αυτή είναι ανιστόρητη και αποδυναμώνει τη θέληση του λαού να πολεμήσει για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα οι συνθήκες, προϊόντα πάντα πολέμων, καθορίζουν τα σύνορα της εδαφικής κυριαρχίας και τα κυριαρχικά δικαιώματα μίας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν τα κατοχυρώνουν. Η προστασία των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της κάθε χώρας κατοχυρώνεται όταν αυτά απειλούνται μόνο από την ακατάβλητη βούληση του οργανωμένου κράτους και των πολιτών του να πολεμήσουν μέχρι την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους για την ακεραιότητα τους. Στο σημείο αυτό κερδίζουν οι Τούρκοι που έχουν κάνει σουρωτήρι με τις υπερπτήσεις της πολεμικής τους αεροπορίας τα σύνορα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, με τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην αντιδρούν δυναμικά, ακόμη και όταν ένα μαχητικό της γείτονος κλαδεύει -στην κυριολεξία- εσκεμμένα ένα ελληνικό μαχητικό και το χειριστή του. Εν πάση περιπτώσει η επίκληση του διεθνούς δικαίου από τις ελληνικές ελίτ τείνει να εκληφθεί, αν δεν έχει ήδη εκληφθεί από τους μη ενημερωμένους πολίτες, ως το απόλυτο όπλο που προστατεύει την εδαφική μας κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Οι περισσότεροι των πολιτών αγνοούν τις προβλέψεις της συνθήκης της Λοζάνης για την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου και τον περιορισμό της τουρκικής κυριαρχίας μόνο στα νησιά που βρίσκονται σε απόσταση μέχρι 3 ναυτικά μίλια από τις ηπειρωτικές ακτές της, με τους Έλληνες πολιτικούς να μη θεωρούν αναγκαίο να ενημερώσουν επ’ αυτού τους πολίτες ώστε να γνωρίζουν για ποιο λόγο θα πρέπει να πολεμήσουν. Προτιμούν να αναφέρονται αόριστα στο διεθνές δίκαιο. Πιθανόν και να μην γνωρίζουν τις προβλέψεις τις συνθήκης της Λοζάνης για τα νησιά του Αιγαίου και να μην ενδιαφέρονται να τις μάθουν.

Η ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών του Αιγαίου προβλέπεται ρητώς στα άρθρα 6, 12, 15 και 16 της συνθήκης της Λοζάνης, και αυτής των Παρισίων του 1947, και κατοχυρώνεται μόνο από το ένοπλο έθνος και την απόφασή του να την υπερασπιστεί χύνοντας το αίμα του. Καμία κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να εκχωρήσει έστω και μία σπιθαμή της εδαφικής μας κυριαρχίας. Αν το κάνει, ή δεν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να την εξασφαλίσει, τούτο αποτελεί προδοσία.

4ο. Στη μετ’ επιμονής καλλιέργεια στην ελληνική κοινή γνώμη της ψευδαίσθησης ότι η Ελλάδα διαθέτει συμμάχους

Τούτο αποτελεί το απόλυτο ψεύδος και επαναλαμβάνεται ηθελημένα εν γνώσει της αναλήθειάς του. Η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει συνθήκη συμμαχίας με κανένα κράτος, πλην του ΝΑΤΟ, που μας προτείνει να τα βρούμε με την Τουρκία. Μόνο με τη Γαλλία υπάρχει συμφωνία παροχής αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, και αυτή δεν είναι βέβαιο αν στηρίζεται σε ισχυρά θεμέλια και σε ποιο βαθμό η συμφωνία μπορεί να τηρηθεί. Όποιος πιστεύει ότι θα έρθουν οι Γάλλοι να πολεμήσουν για λογαριασμό μας, μπορεί να κοιμάται ήσυχος! Η Ελλάδα σε έναν πόλεμο με την Τουρκία δεν θα έχει κανέναν απολύτως σύμμαχο και κανένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν θα σπεύσει να της παράσχει συνδρομή, κατ’ αναλογία με αυτήν που προσφέρουν στην Ουκρανία, που δεν είναι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Άλλωστε μεγάλοι νατοϊκοί σύμμαχοι έχουν αναπτύξει ισχυρούς στρατιωτικούς δεσμούς με την Τουρκία.

Η καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ότι διαθέτουμε συμμάχους αποτρέπει κάθε σοβαρή ενέργεια για την ισχυρή αμυντική θωράκιση της χώρας και την προετοιμασία του κρατικού οργανισμού και του λαού να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον πόλεμο που έρχεται. Επιβάλλεται όλοι εμείς οι πολίτες να κατανοήσουμε ότι θα πολεμήσουμε μόνοι μας, με ότι διαθέτουμε εκείνη την ώρα σε προσωπικό και πολεμικά μέσα. Και αυτή την αλήθεια οι κυβερνήσεις και τα κόμματα έχουν χρέος να την ομολογήσουν ευθέως στους πολίτες.

Ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε κάποια συμφωνία παροχής αμυντικής συνδρομής, αυτή θα ήταν αμοιβαία. Θα έπρεπε και η Ελλάδα να συνεισφέρει στην άμυνα του συμμάχου της. Αλλά εμείς στην Ελλάδα θέλουμε να έρθουν οι άλλοι να πολεμήσουν για μας και όχι εμείς να πάμε να πολεμήσουμε για τους συμμάχους μας. Πέραν τούτου, ακόμη και αν υπήρχε συμφωνία συμμαχίας με κάποιο κράτος, κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα τηρηθεί. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά και η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που αθέτησε τη συμφωνία παροχής αμυντικής συνδρομής στη Σερβία, όταν της επιτέθηκε η Βουλγαρία. Η Ελλάδα αν και μικρή έκανε μία μεγάλη ατιμία. Επίσης η Ελλάδα, η «μεγάλη μητέρα πατρίδα», αν και εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, απέφυγε επιμελώς να συνδράμει στρατιωτικά την θυγατέρα της Κύπρο το 1974. Η Ελλάδα για δεύτερη φορά στην ιστορία της διέπραξε μία ακόμη μεγάλη ατιμία.

5ο. Στην επίμονη αναζήτηση προστασίας από τις ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας

Τα κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, καθώς και έγκριτοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες απαιτούν(!) η παραχώρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ να συνοδεύεται με την παροχή από την υπερδύναμη εγγυήσεων ασφάλειας στη χώρα μας. Καμία όμως μεγάλη δύναμη δεν παραχωρεί εγγυήσεις ασφαλείας σε κάποιο κράτος επειδή αυτό του παραχώρησε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Και οι ΗΠΑ σε κανένα κράτος δεν έχουν παραχωρήσει εγγυήσεις ασφαλείας, πλην Ισραήλ και Κορέας, αν δεν κάνω λάθος. Είναι βέβαιο όμως ότι αν υπήρχαν τέτοιες εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα, που ποτέ δεν θα υπάρξουν, οι Έλληνες πολιτικοί θα μείωναν αμέσως στο ελάχιστο τις αμυντικές δαπάνες και ίσως καταργούσαν και τη θητεία. Αυτοί που ζητούν εγγυήσεις ασφαλείας, στην πραγματικότητα ζητούν εμμέσως πλην σαφώς να αφοπλιστούμε. Αντί η ελληνική κεντροαριστερά, αλλά και οι δημοσιολογούντες, να προτείνουν να ζητήσουμε από τις ΗΠΑ τη δωρεάν παραχώρηση κάποιων μεταχειρισμένων οπλικών συστημάτων, ή την προμήθεια κάποιων όπλων, που δεν επιτρέπεται η αποδέσμευσή τους στην Ελλάδα, επιδιώκουν την απόκτηση «λόρδου προστάτη». Δηλαδή νταβατζή.

Κύριοι, η Ελλάδα δεν είναι πόρνη.

Στο ίδιο πλαίσιο με την παραπάνω απαίτηση ανήκει επίσης η επίμονη επιδίωξη των ελληνικών κυβερνήσεων να αποσπάσουν από την ΕΕ μία ευθεία καταδίκη της τουρκικής επιθετικότητας και την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Μέχρι σήμερα οι ευρωπαίοι εταίροι απέφυγαν επιμελώς να εκδώσουν τέτοιες ντιρεκτίβες, οι οποίες βεβαίως δεν θα είχαν καμία ουσιαστική δύναμη για να αποτρέψουν τους τουρκικούς σχεδιασμούς, ή να εμποδίσουν την Τουρκία να εκτελέσει τα επιθετικά της σχέδια. Κάποια χλιαρά ψηφίσματα της ΕΕ καλούσαν αόριστα όλες τις χώρες να σέβονται το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία δεν αναφερόταν ονομαστικά.

Οι προσπάθειες των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία να στηρίξουν την άμυνα της χώρας σε εγγυήσεις ασφάλειας και δηλώσεις συμπαράστασης, αφενός μειώνουν το ειδικό βάρος της Ελλάδας ως ισχυρού κράτους, αφετέρου αυξάνουν την τουρκική επιθετικότητα και τέλος δεν υπηρετούν την ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Μόλις σήμερα, 27 Ιουνίου, που συνεχίζεται με πολλές διακοπές η συγγραφή του παρόντος, οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας και Ανδρουλάκης, ζήτησαν από την κυβέρνηση να απαιτήσει εγγυήσεις ασφαλείας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Μπροστά στο άπειρο της ανοησίας σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Να απαιτήσει η Ελλάδα από την υπερδύναμη και από την γερμανοκρατούμενη Ευρώπη εγγυήσεις ασφαλείας!!! Να είστε βέβαιοι ότι θα μας τις παραχωρήσουν και ο «ευρωπαϊκός στρατός» θα έρθει να φυλάει τα σύνορα της Ελλάδας. Προσθέστε και 100 μαχητικά Α/Φ και καμιά δεκαριά φρεγάτες….

6ο. Στην ανικανότητα, ή και η αδιαφορία των πολιτικών προσώπων που ανέλαβαν για μεγάλες περιόδους την ευθύνη του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας να ενισχύσουν σοβαρά την αμυντική ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων

Η διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας ανήκει στην Κυβέρνηση και ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας διά του Αρχηγού του ΓΕΕΘΑ και των Αρχηγών των Κλάδων. Προφανώς για παν ότι συμβαίνει στις ένοπλες δυνάμεις, ή για όποια παράλειψη ή πρόβλημα υπάρχει και πολύ περισσότερο για ότι αφορά την ισχύ τους και την προς πόλεμο προετοιμασία τους, η ευθύνη είναι απολύτως πολιτική. Αυτό ισχύει στις δημοκρατίες και η Βουλή είναι υπεύθυνη να ελέγχει την κυβέρνηση.

Επομένως η όποια υστέρηση διαπιστώνεται στην ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, μετρήσιμη ή άυλη, αποκλειστικά υπεύθυνη γι’ αυτό είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, που πιθανόν ως αντιπολίτευση δεν ασκούσε την αποστολή της, καθώς και ο εκάστοτε υπουργός εθνικής άμυνας. Αν σε κάποια ζητήματα διαπιστώνονται ευθύνες της στρατιωτικής ηγεσίας και πάλι υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση επειδή αυτή είναι που έχει την ευθύνη της επιλογής και του διορισμού της ανωτάτης ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τα ονόματα αυτών που διετέλεσαν υπουργοί Εθνικής Άμυνας την τελευταία τριακονταετία είναι γνωστά. Κάποιοι κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν για μίζες στις αμυντικές προμήθειες. Πράγματι πολλές προμήθειες οπλικών συστημάτων ήταν εξόχως προβληματικές και κάποιες αποδείχθηκαν άχρηστες. Κάποιοι υπουργοί πέρασαν από το στρατόπεδο του Παπάγου αλλά δεν άφησαν πίσω τους ούτε τη σκόνη τους. Κάποιοι άλλοι τα έκαναν θάλασσα. Γενικώς, μετά το 1995 οι ένοπλες δυνάμεις είχαν την ατυχία να έχουν ως πολιτικούς προϊστάμενους πρόσωπα που δεν έκαναν για τη δουλειά που τους ανατέθηκε. Ονόματα δεν λέμε. Για τις παρούσες δυσχέρειες πλέον των κυβερνήσεων ευθύνονται αυτά τα πρόσωπα.

[1] https://www.youtube.com/watch?v=ekb-DAQ57Go

[2] Συνέντευξη Α/ΓΕΕΘΑ Ναυάρχου Αποστολάκη, 19 Δεκεμβρίου 2018, Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε «Εάν οι Τούρκοι ανέβουν σε βραχονησίδα θα την ισοπεδώσουμε. Και αυτό είναι μία κόκκινη γραμμή που ενστερνίζεται η κυβέρνηση»

[3] Εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 19 Ιουνίου 2020

ΠΗΓΗ:https://belisarius21.wordpress.com