Οι δύο σχολές στην Ουάσιγκτον για την Ρωσία και ο πόλεμος στην Ουκρανία

Print Friendly, PDF & Email

25/8/2023

γράφει ο Τασιός Πέτρος

Συμπληρώνεται ακριβώς ενάμισης χρόνος από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία (24 Φεβρουαρίου 2022). Ενός πολέμου που εντάσσεται στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων στη διεθνή σκακιέρα στο υπό διαμόρφωση, ρευστό και συγκρουσιακό πολυπολικό κόσμο. Στο ανταγωνιστικό αυτό πλαίσιο η πρωταρχική πρόκληση είναι η διαχείριση των σχέσεων ανάμεσα στα κέντρα ισχύος. Κυρίως της γεωστρατηγικής τριάδας ΗΠΑ-Κίνας-Ρωσίας που αποτελεί το πιο σημαντικό τρίγωνο ισχύος στην Ευρασία.

Με τη Ρωσία και την Κίνα να εντείνουν τις προσπάθειες τους υπέρ της δραστικής ανακατανομής της παγκόσμιας επιρροής, η αντιμετώπιση των δυο εν λόγω αναθεωρητικών δυνάμεων είναι ο βασικός άξονας της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής. Στην στρατηγική έναντι της Ρωσίας υπάρχουν δύο θεωρήσεις στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Η πρώτη εδράζεται στην θεμελιακή αφετηρία ότι η Ρωσία, ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα, τον εκδημοκρατισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παγκόσμιου συστήματος ασφάλειας.

Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα και ειρήνη στην Ευρασία και γι’ αυτό απαιτείται ένα επίπεδο συνεννόησης, όπου οι ανησυχίες της θα λαμβάνονται υπόψη. Ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός της Ρωσίας από την Ευρώπη, βλάπτει περισσότερο την Δύση από την Ρωσία. Δεδομένης της γεωμετρικής ανόδου της Κίνας, που αποτελεί τον πιο σημαντικό στρατηγικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ, η Ρωσία χρειάζεται σε πρώτη φάση να αδρανοποιηθεί στο πλαίσιο του σινοαμερικανικού ανταγωνισμού ισχύος.

Τελικός σκοπός είναι η τελευταία να οδηγηθεί όσο το δυνατόν σε μια διαδικασία στρατηγικής ευθυγράμμισης με την Ουάσιγκτον, που θα συντελέσει κομβικά στην έκβαση της σύγκρουσης με την Κίνα. Ο Χένρι Κίσινγκερ λαμβάνοντας υπόψη τα σταθερά σημεία τριβής μεταξύ Κίνας και Ρωσίας στην Σιβηρία και στην Κεντρική Ασία, ενστερνίστηκε την προσέγγιση αυτή ως θιασώτης της ισορροπίας δυνάμεων. Η θεώρηση αυτή εκφράστηκε στην διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η δήλωση Κίσινγκερ

Το ανωτέρω πλαίσιο αναγνωρίζει εν μέρει τις αντιλήψεις της Ρωσίας (ως χώρας με αυτοκρατορικό παρελθόν) σε θέματα ασφάλειας και λαμβάνει υπόψη το ιστορικό υπόβαθρο της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης. Όμως, δεν αποδέχεται την στρατηγική εργαλειοποίηση, τα στρατιωτικά μέσα και την εισβολή της Ρωσίας. Ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί στο πλαίσιο της προληπτικής διπλωματίας και της εξισορρόπησης συμφερόντων.

Σε αυτή την προσέγγιση εντάσσεται και η πρόταση για μια ουδέτερη Ουκρανία που δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, λειτουργώντας ως “κράτος-μαξιλάρι” (buffer state) μεταξύ Δύσης και Ρωσίας. Η κριτική που ασκήθηκε εστιάστηκε στο ότι η προεδρία Μπάιντεν με την πολιτική της εξώθησε ουσιαστικά την Μόσχα στην εισβολή, δημιούργησε στρατηγικές αντιστάσεις στην ηγεμονία των ΗΠΑ (αντισυσπειρώσεις) μέσω ματαίωσης στόχων από τρίτες χώρες (Ινδία, Τουρκία, Βραζιλία κ.α.) και εξανάγκασε τους δύο μεγάλους αντιπάλους της (Κίνα και Ρωσία) να ενωθούν.

Η ένωση αυτή δημιουργεί στην Ευρασία μια ενιαία γεωπολιτική οντότητα (ΥπερΑσία) με χαρακτηριστικά υπερδύναμης. Με την διεθνή σταθερότητα να κλυδωνίζεται συθέμελα, ο Χένρι Κίσινγκερ δήλωσε: «Βρισκόμαστε στο χείλος του πολέμου με την Ρωσία και την Κίνα για θέματα που εν μέρει δημιουργήσαμε εμείς, χωρίς να έχουμε καμία αντίληψη για το πώς θα τελειώσει αυτό, ή το πού υποτίθεται ότι θα οδηγήσει».

Η στρατηγική περικύκλωσης

Η πρώτη αυτή θεώρηση εντάσσεται στην σχολή του πολιτικού ρεαλισμού, όπου οι διεθνείς σχέσεις εξετάζονται υπό το πρίσμα της παγκόσμιας κατανομής ισχύος και των συγκρούσεων συμφερόντων σε γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό επίπεδο. Το εθνικό συμφέρον καθορίζει τις επιλογές και τις προτεραιότητες στις διεθνείς υποθέσεις και όχι οι κανόνες του δικαίου ή οι ηθικές αξίες.

Ο πολιτικός ρεαλισμός εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό από την τζακσονική σχολή, όπου δίνεται μικρότερη σημασία στους διεθνείς θεσμούς και στο διεθνές δίκαιο. Οι τζακσονικοί προκρίνουν την υλοποίηση στόχων μέσω μονομερών και αποφασιστικών μέτρων όταν απαιτείται, ενώ εναντιώνονται σε παρεμβατικές επιλογές εφόσον δεν διακυβεύονται άμεσα ζωτικά συμφέροντα. Οι απόψεις τους έχουν ισχυρά λαϊκά ερείσματα στο συντηρητικό κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας, κυρίως της ενδοχώρας (μεσο-δυτικών πολιτειών) και εκπορεύονται από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η δεύτερη θεώρηση στο αμερικανικό σύστημα λήψης αποφάσεων πηγάζει από την διαχρονική στρατηγική περικύκλωσης της Ρωσίας και την αποφυγή σύζευξης της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, αποτρέποντας το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας νέας ευρασιατικής δύναμης. Η εδραίωση της ειρήνης και η ύπαρξη ενός λειτουργικού συλλογικού συστήματος ασφάλειας προϋποθέτουν την συμβίωση με την Ρωσία ως πραγματικό δημοκρατικό και ευρωπαϊκό “μετα-αυτοκρατορικό” εθνικό κράτος, με κάποια μορφή σύνδεσης, ή έστω συνεννόησης, με την διατλαντική κοινότητα.

Για ηθικούς λόγους η εκδυτικοποίηση της κοινωνίας, ο πολιτικός εκσυγχρονισμός, και η πρόοδος στα ανθρώπινα δικαιώματα συνιστούν προϋποθέσεις, ώστε η Ρωσία να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γεωστρατηγικής τριάδας στην Ευρασία, μαζί με την Ευρώπη και την Κίνα. Ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι υποστήριξε εμφατικά το συγκεκριμένο πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τη Μόσχα από θέση ισχύος, με ένα συνδυασμό κινήτρων για συνεργασία και ετοιμότητα για αντιπαράθεση μαζί της.

Η διπλή ανάσχεση

Η αλλαγή του status quo της Κίνας από στρατηγικό εταίρο σε ανταγωνιστή, όρισε ένα νέο διακύβευμα: την εξισορρόπηση της σινικής ανόδου. Ως συνέπεια, το δόγμα της διπλής ανάσχεσης έναντι Ρωσίας και Κίνας αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα της αμερικανικής στρατηγικής στο νέο πολυπολικό κόσμο που αναδυόταν. Η θεώρηση αυτή υλοποιήθηκε κυρίως μέσω της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας από τις προεδρίες Μπους και Κλίντον.

Σύμφωνα με τη δεύτερη θεώρηση, η εδραίωση της ανανεωμένης εκδικητικής Ρωσίας και της αναθεωρητικής Κίνας ανέδειξε τα όρια της λειτουργικότητας του ανασχετικού δόγματος. Ο ταυτόχρονος ανταγωνισμός με δύο αντίπαλους ισχυρούς πόλους προϋποθέτει διαρκείς πόρους και διοχέτευση σημαντικών δυνάμεων: συνδυασμό προληπτικών πολέμων, επιλεκτικών δεσμεύσεων, και εξωχώριων εξισορροπήσεων. Η βασική απειλή είναι πλέον η Κίνα και επειδή ο διμέτωπος αγώνας δείχνει ατελέσφορος, η Ρωσία χρειάζεται να συρρικνωθεί όταν το επιτρέψουν οι διεθνείς συγκυρίες. Αυτό θα συμβεί με την αποκοπή της Ρωσίας από την Ευρώπη, στρέφοντάς την στην Κίνα.

Οι συνεργατικές και ταυτόχρονα ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δίνουν την δυνατότητα στην Κίνα, λόγω της υπεροχής της σε όλους τους δείκτες ισχύος, να επιβάλλει τους όρους σύμπλευσης με την Ρωσία που σε βάθος χρόνου θα την αποδυναμώσουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να την αφομοιώσουν. Ένας θανάσιμος εναγκαλισμός. Με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ θα έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο την Κίνα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η ευκαιρία για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Οι ΗΠΑ και η Δύση συνολικά δε θα μπορούσαν να παραμείνουν αμέτοχες στην απειλή της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας.

Η σχολή του φιλελεύθερου ιδεαλισμού

Υπό αυτό το πλαίσιο ο ρωσοουκρανικός πόλεμος επιτάσσει την τήρηση μιας αυστηρής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα, που θα την αποσυνδέσει αρχικά από την Ευρώπη και θα την απομονώσει από τον υπόλοιπο κόσμο. Αντί να διεκδικεί έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή, και στη Νοτιοανατολική Ασία, να εκλιπαρεί για την ευνοϊκή μεταχείρισή της από την Ουάσινγκτον.

Βασική πεποίθηση όσων υποστηρίζουν την άποψη αυτή είναι ότι η παρούσα διεθνής συγκυρία προσφέρει μια ιστορική ευκαιρία για την συρρίκνωση της Ρωσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πάψει να αποτελεί πρόβλημα για την Δύση. Η καθολική αμερικανική υποστήριξη στην Ουκρανία έχει ως στόχο την κατατριβή της Ρωσίας και την δημιουργία προηγούμενου, ώστε οι αντίπαλοι των ΗΠΑ, κυρίως η Κίνα, να αντιληφθούν ότι υπάρχει δυνατότητα υπεράσπισης των ζωτικών αμερικανικών συμφερόντων και των συμμάχων τους με κάθε μέσο και οποιοδήποτε τίμημα. Η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο είναι επένδυση για την αμερικανική εθνική ασφάλεια.

Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή από την κυβέρνηση Μπάιντεν εκφράζει την σχολή του φιλελεύθερου ιδεαλισμού. Σύμφωνα μ’ αυτήν η δημοκρατία, οι διεθνείς θεσμοί, και η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορούν να διατηρήσουν την συνεργασία και την ειρήνη μεταξύ των κρατών. Ένας οικουμενικός ηθικός κώδικας αξιών δύναται να ρυθμίσει το διεθνές σύστημα. Κατεξοχήν εκφραστής του φιλελεύθερου ιδεαλισμού είναι ο ουιλσονισμός που είναι η κυρίαρχη τάση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Σύμφωνα με την ουιλσονική σχολή, η εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης στηρίζεται στην εξάπλωση της δημοκρατίας, στην ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου και στην συλλογική ασφάλεια. Τα δημοκρατικά ιδεώδη, η οικονομική αλληλεξάρτηση και οι πολυμερείς διεθνείς θεσμοί λειτουργούν συνεκτικά μεταξύ των κρατών, ρυθμίζοντας το διεθνές σύστημα. Τα λαϊκά ερείσματα του ουιλσονισμού στην αμερικανική κοινωνία βρίσκονται κυρίως στις τάξεις των κεντροαριστερών φιλελευθέρων, που γεωγραφικά συγκεντρώνονται ως επί το πλείστον στις πολιτείες της Ανατολικής Ακτής. Εκφράζεται σχεδόν καθολικά στους κόλπους των Δημοκρατικών.

Η τελική έκβαση του πόλεμου, η διευθέτηση που (πιθανώς) θα προκύψει για το καθεστώς της Ουκρανίας βάση μιας διεθνούς συμφωνίας και ο βαθμός αποδυνάμωσης ή ενίσχυσης των δυο μεγάλων δυνάμεων σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, απόρροια της διένεξης στο περιοχή που εφάπτονται τα τρία γεωγραφικά υποσυστήματα της ευρασιατικής περιμέτρου (Rimland), θα κρίνουν εν πολύς αν η κυρίαρχη θεώρηση η οποία μετουσιώθηκε πολιτικά έναντι της Ρωσίας, υπήρξε η ορθή στρατηγική για τις ΗΠΑ.

ΠΗΓΗ:https://slpress.gr/diethni/oi-dyo-scholes-stin-oyasigkton-gia-tin-rosia-kai-o-polemos-stin-oykrania/