Στις 19 Ιουλίου και ώρα 15.30 ώρα Νέας Υόρκης ωρα 22.30 ώρα Κύπρου ο πρόεδρος του ΟΗΕ Javier PEREZ de CUELLAR (Peru) κάλεσε τον Μακάριο να προσφωνήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Παρόντες oι εκπρόσωποι των ακόλουθων κρατών: Αυστραλίας, Αυστρίας, Λευκορωσίας, Κίνας, Κόστα Ρίκας, Γαλλίας, Ινδονησίας, Ιράκ, Κένυας, Μαυριτανίας, Περού, Σοβιετικής Ένωσης, Ηνωμένου Βασιλείου, Καμερούν και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.
Οι εκπρόσωποι Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου συμμετείχαν χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Πιο κάτω γίνεται μια κριτική ανάλυση της αξιοθρήνητης ομιλίας του Μακαρίου η οποία έχει δημοσιευθεί ευρέως, αλλά όχι στο Πόρισμα του Φακέλου Κύπρου, και για πολλά χρόνια ούτε και στα μέσα ενημέρωσης της Κύπρου !!
Δεν χρειάζεται παρά μια απλή ανάγνωση της ομιλίας του Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ της 19ης Ιουλίου για να αντιληφθεί κανείς το μίσος και το μένος το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος έτρεφε ενάντια στους Έλληνες αξιωματικούς και οπλίτες, που υπηρετούσαν στην Κύπρο, την αντιπάθεια και εχθρότητά του προς τις Ελληνικές Κυβερνήσεις, τις οποίες θεωρούσε πιο επικίνδυνες από την Τουρκία και την αντίθεσή του προς την Ένωση.
Το πρώτο βέβαια τεράστιο πολιτικό σφάλμα του Μακαρίου ήταν ότι στις 17 Ιουλίου, κατά τη συνάντησή του με τον Τζέιμς Κάλλαχαν στο Λονδίνο, συμφώνησε με το σχέδιο του τελευταίου και έδωσε τη συγκατάθεσή του στη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, για την επαναφορά του στην εξουσία, ως το τελευταίο στάδιο του σχεδίου εκείνου. Αυτό ήταν γνωστό όχι μόνο στον Βρετανό Πρωθυπουργό και στον Υπουργό Εξωτερικών, αλλά και στους ανθρώπους της ακολουθίας και του στενού περιβάλλοντος του Μακαρίου, οι οποίοι για χρόνια μετά και μέχρι σήμερα το αποσιώπησαν.
Μέγιστο επίσης πολιτικό σφάλμα και καταστροφική για την Κύπρο ενέργεια ήταν η απόφαση του Μακαρίου να εγκαινιάσει στις 19 Ιουλίου ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ έναν ανηλεή πόλεμο ενάντια στην Ελληνική Κυβέρνηση και το Ελληνικό Στράτευμα κατηγορώντας τους για εισβολή στην Κύπρο. Αν μη τι άλλο, αυτή η κατηγορία έδωσε δικαιολογία, πολιτικά εφόδια, τεκμήρια και νομική κάλυψη στην επικείμενη εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, η οποία είχε ήδη αποφασιστεί στο Λονδίνο στις 17 Ιουλίου, ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε διεθνής αντίδραση.
Συγκεκριμένα τα σημεία εκείνα της ομιλίας του Μακαρίου τα οποία αποκαλύπτουν έλλειψη πολιτικής κρίσης και πρόβλεψης των επιπτώσεων και συνεπειών των δηλώσεών του είναι τα εξής:
- Χρησιμοποίησε επτά φορές τη φράση «η Ελληνική κυβέρνηση είχε κάνει εισβολή στην Κύπρο» γνωρίζοντας ότι αυτό έδινε άλλοθι στην Τουρκία για την επικείμενη στρατιωτική της επιχείρηση.
- Χωρίς να έχει συγκεκριμένα στοιχεία, ο Μακάριος δραματοποίησε την κατάσταση δηλώνοντας επίσημα ότι «ο αριθμός των θυμάτων ήταν μεγάλος και η υλική καταστροφή βαριά» και ότι «το πραξικόπημα προκάλεσε μεγάλη αιματοχυσία και στοίχισε μεγάλο φόρο ανθρώπινων ζωών».
- Ενώ ο Ραούφ Ντενκτάς στις 16 Ιουλίου 1974, είχε δηλώσει ότι το πραξικόπημα αφορούσε μόνο τους Ελληνοκυπρίους και ήταν δική τους υπόθεση, ο Μακάριος στην ομιλία του στον ΟΗΕ ανέφερε ότι τα γεγονότα στην Κύπρο δεν αποτελούσαν εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων της Κύπρου και ότι «οι Τούρκοι της Κύπρου επηρεάζονταν επίσης» και ότι «το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι εισβολή και από τις συνέπειές της πλήττονται ολόκληρος ο λαός της Κύπρου, τόσο Έλληνες όσο και Τούρκοι». Χρησιμοποιώντας τη δήλωση αυτή του Μακαρίου η Τουρκία δικαιολογούσε μια στρατιωτική ενέργεια για να «διασώσει» τους δήθεν κινδυνεύοντες, σύμφωνα με τον Μακάριο, Τουρκοκυπρίους.
- Η δήλωσή του ότι, «το πραξικόπημα δεν ήταν εσωτερικό θέμα των Ελληνοκυπρίων, αλλά μια εισβολή από το εξωτερικό και κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας» και ότι, «η εισβολή συνεχίζεται όσο υπάρχουν στην Κύπρο Έλληνες αξιωματικοί» είχε τρομερές επιπτώσεις, γιατί έδινε αμέσως το δικαίωμα στην Τουρκία, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως να πράξει το ίδιο.
- Η δήλωσή του, ότι η Ελληνική Δύναμη, που βρισκόταν στην Κύπρο ως αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, ήταν αναμεμιγμένη στο πραξικόπημα εναντίον του και κατέλαβε το αεροδρόμιο, αποτελούσε δικαιολογία για δράση από την Τουρκική Δύναμη που στάθμευε στην Κύπρο (ΤΟΥΡΔΥΚ) και από την Τουρκία.
- Η καταγγελία του Μακαρίου ότι οι Έλληνες αξιωματικοί που διοικούσαν την Εθνική Φρουρά κατεύθυναν το πραξικόπημα έδινε ακόμα ένα επιχείρημα στην Τουρκία να δράσει στρατιωτικά.
- Κατηγόρησε την Ελληνική Κυβέρνηση ότι η σταδιακή αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς την οποία ανακοίνωσε αποτελούσε παραπλάνηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης και ότι το ζήτημα δεν ήταν η αντικατάστασή τους, αλλά η απόσυρσή τους.
- Κατηγόρησε την Ελληνική Κυβέρνηση ότι στόχος της ήταν η Ένωση και όχι η ανεξαρτησία. Δεδομένου, όμως, ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, κατόπιν της υπογραφής του ιδίου του Μακαρίου, απέκλειαν την Ένωση, η δήλωση αυτή για τον κίνδυνο κήρυξης της Ένωσης από το νέο καθεστώς στην Κύπρο, καθιστούσε την άμεση στρατιωτική εισβολή από την Τουρκία κατεπείγουσα.
- Η δήλωση του Μακαρίου ότι θεωρούσε τον κίνδυνο από την Τουρκία μικρότερου βαθμού από τον κίνδυνο από την Ελλάδα, φανερώνει την αυταπάτη που έτρεφε ο Αρχιεπίσκοπος ως προς τις επιπτώσεις μιας στρατιωτικής επιδρομής από την Τουρκία. Παράλληλα, όμως, υποδήλωνε την πλάνη του ότι οι μελλοντικές ενέργειες της Τουρκίας θα ήταν πιο ακίνδυνες σε σύγκριση με εκείνες της Ελλάδας.
- Κατηγόρησε την Ελληνική Κυβέρνηση ότι η διπλοπροσωπία της ήταν ο λόγος μη προόδου στις συνομιλίες με την τουρκική πλευρά για επίλυση του Κυπριακού. Στην ουσία μετακινούσε την ευθύνη για έλλειψη προόδου στο Κυπριακό ζήτημα από την αδιαλλαξία της Τουρκίας και του Ντενκτάς στη δήθεν διπλοπροσωπία της Ελλάδας.
- Απέκλεισε το ενδεχόμενο οποιασδήποτε προόδου στο Κυπριακό υπό το νέο καθεστώς και δήλωσε ότι οποιαδήποτε συμφωνία ήθελε προκύψει δεν θα είχε καμιά αξία.
- Κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα στη διάθεσή του για να τον επαναφέρει στην εξουσία.
Σε τελευταία ανάλυση, ο Μακάριος κατάγγειλε ότι εκείνο που έγινε στην Κύπρο στις 15 Ιουλίου 1974 (το πραξικόπημα) δεν ήταν εσωτερική υπόθεση, αλλά μια εισβολή από την Ελλάδα με τη χρήση Ελλήνων αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά και με τη συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ.
Σκιαγράφησε μια μαύρη και τραγική εικόνα με μεγάλης έκτασης αιματοχυσίες ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος εναντίον του, από το οποίο, καθώς προειδοποίησε θα επηρεάζονταν όχι μόνο οι Ελληνοκύπριοι, αλλά και οι Τουρκοκύπριοι.
Έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου κήρυξης της Ένωσης από το νέο καθεστώς, δήλωση η οποία καθιστούσε τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας κατεπείγουσα, ώστε να προλάβει και να αποτρέψει μια τέτοια ενέργεια.
Απέκλεισε τη συνέχιση του διαλόγου και προδιέγραψε την αποτυχία οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των δυο πλευρών. Κατέστησε την Ελληνική Κυβέρνηση υπεύθυνη για τη μη επίτευξη προόδου στις συνομιλίες του με τους Τούρκους για επίλυση του Κυπριακού, ένεκα όπως δήλωσε, «της διπλοπροσωπίας της, γιατί από τη μια, υποστήριζε τη λύση ανεξαρτησίας των συνομιλιών και από την άλλη την Ένωση».
Καλούσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να πάρει έμπρακτα μέσα για επαναφορά του στην εξουσία.
Μάθημα πολιτικής συμπεριφοράς έκανε στον Μακάριο ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσιντζερ – ο οποίος παρεμπιπτώντως έπαιξε ένα άθλιο παιγνίδι υπέρ της Τουρκίας- στη συνάντηση που είχε μαζί του στις 2 Οκτωβρίου 1974, όταν του υπέδειξε ότι όσο πιο πολύ κατηγορούσε τον Σαμψών (και ασφαλώς την Ελληνική Κυβέρνηση) τόσο βέβαιο ήταν ότι οι Τούρκοι θα έκαναν εισβολή.
Του υποδείκνυε, δηλαδή το σφάλμα που διέπραξε να κατηγορήσει με τόσο πάθος την Ελληνική Κυβέρνηση στην ομιλία του ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 19 Ιουλίου 1974. Συγκεκριμένα του είπε:
«Η πρώτη φορά που άκουσα για πραξικόπημα ήταν το πρωί της Δευτέρας μετά τη διεξαγωγή του… Εμείς δεν είπαμε τίποτα για τον Σαμψών – επειδή όσο πιο χειρότερα λέγαμε για τον Σαμψών, τόσο πιο βέβαιο ήταν ότι οι Τούρκοι θα εισέβαλλαν. Οι Ευρωπαίοι ενεθάρρυναν τους Τούρκους να εισβάλλουν, για ηλίθιους συναισθηματικούς λόγους.»
Εμμέσως, ο Κίσιντζερ υπεδείκνυε στον Μακάριο και κάτι άλλο. Του έλεγε ότι εκείνοι που τον καθοδηγούσαν, δηλαδή οι Βρετανοί ή οι «Ευρωπαίοι» όπως τους αποκάλεσε, «το έκαναν για ηλίθιους συναισθηματικούς λόγους!» Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως η πικρία και η κακεντρέχεια που έτρεφαν οι Βρετανοί για τον αγώνα της ΕΟΚΑ και τα Αγγλο-Τουρκικά διχοτομικά σχέδιά τους.
*ερευνητής – συγγραφέας

