3/8/2025
γράφει ο Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης
* Η περιπέτεια του οχηματαγωγού «Ρέθυμνον».
* Αλληλοδιαψεύδονται οι Αρχηγοί.

Μέρος Δ΄
Στις 21 Ιουλίου αποφασίστηκε, χωρίς να ενημερωθεί ο Aρχηγός Ναυτικού Πέτρος Αραπάκης, η ενίσχυση της Κύπρου με χερσαίες δυνάμεις μεταφερόμενες από τη θάλασσα. Για τον σκοπό αυτό είχε επιταχθεί το Ο/Γ «Ρέθυμνον», με μεγάλη μεταφορική δυνατότητα και ταχύτητα. Τις εσπερινές ώρες της 21ης Ιουλίου άρχισε η επιβίβαση στο πλοίο 573 οπλιτών και 550 Κυπρίων εθελοντών (κυρίως φοιτητών), υπό τον συνταγματάρχη Παπαποστόλου, που είχε διατελέσει πριν από λίγα χρόνια Διοικητής Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς.
Αρχηγός της αποστολής ορίσθηκε ο άλλοτε αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, έφεδρος Πλοίαρχος Σπύρος Ζούλιας. Η όλη επιχείρηση οργανώθηκε από το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ ο Αρχηγός Ναυτικού, όπως προαναφέρθηκε, δεν ενημερώθηκε καθόλου. Τα μεσάνυχτα της 21ης Ιουλίου, το πλοίο, λόγω της μεγάλης ταχύτητάς του, έπλεε ήδη στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ρόδου και Κρήτης. Τα μεσάνυκτα της 22ας προς 23η Ιουλίου, και ενώ το πλοίο βρισκόταν κοντά στην Κύπρο, ο Πλοίαρχος Ζούλιας έλαβε σήμα του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, που του έλεγε: «Σπεύσατε και αποβιβάσατε τα τμήματα εις Ρόδον απειλουμένη υπό Τούρκων». Ύστερα από σύντομη σύσκεψη αποφασίστηκε η άμεση εκτέλεση της εντολής του ΑΕΔ.
Όταν το πλοίο έφθασε στη Ρόδο, και αποβίβασε τις δυνάμεις του, διαπιστώθηκε ότι στο νησί επικρατούσε απόλυτη ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Κανένας δεν απειλείτο. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί έκαναν περίπατο, όταν η παραλία και η γενική εικόνα ήταν εκείνη της ειρηνικής περιόδου. Το σήμα ήταν διατυπωμένο με παραπειστικό τρόπο από τους εγκεφάλους του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων. Διότι, προφανώς, είχαν εκτιμήσει ότι, οι 550 Κύπριοι, φοιτητές οι περισσότεροι, δεν θα συμφωνούσαν να γυρίσουν πίσω, εκτός αν συνέβαινε τέτοιο γεγονός, που να επέβαλλε τη ματαίωση της αποστολής.

Σε ό,τι αφορά την αποστολή αεροπορικών δυνάμεων και προπάντων μιας Μοίρας «Φάντομ», που προέβλεπε το σχέδιο Αμύνης (Κ), διαπιστώθηκε ότι: Αν και η Μοίρα ήταν σε πλήρη ετοιμότητα από τις 19 Ιουλίου, και ενώ στην Κύπρο διαδραματίζονταν τα γεγονότα της εισβολής, εν τούτοις δεν στάλθηκε για βοήθεια στην Κύπρο και προσβολή της τουρκικής αποβατικής δύναμης, κατά την πρώτη φάση της εισβολής, οπότε η κατάσταση θα άλλαζε άρδην. Μόλις στις 22 του μηνός, γύρω στις 11.07 η ώρα, ύστερα από εισήγηση του Αρχηγού Αεροπορίας, αντιπτέραρχου Παπανικολάου, δόθηκε εντολή απογείωσης, αλλά η εντολή ακυρώθηκε από τον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Μπονάνο, ο οποίος, κατ’ αντιπαράσταση με τον Παπανικολάου, είπε ότι έλαβε απαγορευτική διαταγή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Στρατηγό Γκιζίκη. Η διαταγή προέβλεπε την απογείωση 123 αεροσκαφών, ενώ είχαν ετοιμασθεί 20 και υπήρχε υποχρέωση για 18 από το Σχέδιο Αμύνης Κύπρου. Στις 12.24 ώρα της ίδιας ημέρας, και πάλι από εισήγηση του Παπανικολάου, διατάσσεται νέα απογείωση των αεροσκαφών από τον Στρατηγό Μπονάνο, αλλά και πάλι ανακαλείται από το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων με τον ίδιο τρόπο, όπως και προηγουμένως, μετά από δυο λεπτά.
Στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των τριών ηγετών της Χούντας, ο Μπονάνος επέμενε ότι δεν έδωσε διαταγή να μην απογειωθούν τα «Φάντομ», ο Παπανικολάου όμως επέμενε ότι τρεις φορές πήρε διαταγή από το Αρχηγείο. Η αλήθεια, σύμφωνα με την Επιτροπή της Βουλής, πρέπει να βρίσκεται στη μέση. Δηλαδή, ο Παπανικολάου πήρε τρεις φορές διαταγή από το Αρχηγείο, όχι, όμως, ονομαστικά από τον Μπονάνο, αλλά από κάποιον άλλο, να μην πετάξουν «Φάντομ» στην Κύπρο. Ίσως από τον Ιωαννίδη ή κάποιον δικό του αξιωματικό, που υπηρετούσε στο Αρχηγείο. Η ουσία όμως του θέματος είναι ότι ελληνικά αεροπλάνα δεν πέταξαν στην Κύπρο και οι Τούρκοι αφέθηκαν ανεμπόδιστοι να εγκληματούν σε βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού.
Την επόμενη μέρα, ενώ οι Τούρκοι εισβολείς εξακολουθούσαν να πλήττουν αλύπητα την Κύπρο και να καταλαμβάνουν, μετά από άνισες μάχες, κυπριακά εδάφη, η ελλαδική στρατιωτική ηγεσία, συγχυσμένη και ανήμπορη ν’ αντιδράσει, άφηνε την Κύπρο στο έλεος των εισβολέων. Στις 9 η ώρα το πρωί ο στρατηγός Μπονάνος είχε συνάντηση με τον Πρόεδρο, Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, τον Πρωθυπουργό, Αδαμάντιο Ανδριτσόπουλο και τον ταξίαρχο Ιωαννίδη. Αμέσως μετά κάλεσε σε σύσκεψη τους Αρχηγούς και Υπαρχηγούς των Όπλων, για να εξετάσουν πάλι το ενδεχόμενο του πολέμου με την Τουρκία. Η σύσκεψη τελείωσε στη 1 μ.μ. η ώρα, χωρίς να ληφθεί πάλι καμιά απόφαση. Όλα έδειχναν ότι η Χούντα δεν ήταν σε θέση να πάρει απόφαση. Και η αδράνειά της επέτρεπε στους εισβολείς να προελαύνουν ανενόχλητοι.
Στο μεταξύ, ο Σίσκο, ο οποίος πηγαινοερχόταν στην Αθήνα και την Άγκυρα για να πετύχει αποτροπή του πολέμου, που θα τίναζε στον αέρα τη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ, είχε πληροφορίες από ελλαδικούς και στρατιωτικούς κύκλους ότι ξέσπασαν διαφωνίες στους κόλπους της στρατιωτικής ηγεσίας και άλλους στρατιωτικούς ηγήτορες. Επιβεβαιωτική των πληροφοριών ήταν και η ενέργεια του Διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγου Ιωάννη Ντάβου, να μετακινήσει προς τα βόρεια σύνορα τα στελέχη και μονάδες που πρόσκειντο στον Ιωαννίδη. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Ντάβος απείλησε ότι «θα κατέβαινε στην Αθήνα», υπονοώντας ν’ ανατρέψει την κυβέρνηση. Το μεγάλο ατύχημα ήταν ότι οι διχογνωμίες αυτές, και άλλες διαφωνίες μεταξύ των ανώτατων στελεχών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ήταν γνωστές στους Αμερικανούς, που ενώ υποτίθεται ότι εκτελούσαν ρόλο μεσολαβητή μεταξύ δυο κοινών φίλων και συμμάχων, στην πραγματικότητα ενεργούσαν υπέρ των Τούρκων.
Η φιλοτουρκική στάση επιβεβαιώνεται και από τον Γεώργιο Μαύρο, Υπουργό τότε των Εξωτερικών, ο οποίος στο υπόμνημά του στην Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για τον Φάκελο της Κύπρου, τονίζει και τα εξής: «Θυμάμαι σχετικά ότι ο Κάλαχαν (Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας), την παραμονή του Αττίλα ΙΙ, μου είπε ότι ο Κίσινγκερ ήτο απρόθυμος να ασκήσει πίεση επί της Τουρκίας, προκειμένου να εμποδίσει προέλαση των στρατευμάτων της στην Κύπρο. Η στάση αυτή του Κίσινγκερ έδινε στον Κάλαχαν, ο οποίος ισχυρίζετο ότι η χώρα του αδυνατούσε να ενεργήσει μονομερώς, χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ ή των Ηνωμένων Εθνών, το αναγκαίο πρόσχημα για ν’ αποφύγει ν’ αναλάβει τις ευθύνες, που απέρρεαν από το γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν -και είναι- Εγγυήτρια Δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όλες λοιπόν αυτές τις κινήσεις και εξελίξεις παρακολουθούσαν από κοντά και προσωπικά ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ με τον βοηθό του τον Σίσκο, που προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Μεθόδευαν τις εξελίξεις στον Ελληνικό Στρατό και φρόντιζαν για τα συμφέροντα της Νοτιοανατολικής Πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ενώ παράλληλα απέφευγαν να εμποδίσουν την προώθηση των εισβολέων στην Κύπρο. Έτσι, ο Σίσκο, το πρωί της Κυριακής, 21ης Ιουλίου, επισκέφθηκε τον Ετζεβίτ, στον οποίο έδωσε μήνυμα του Κίσινγκερ και τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα (21-22 Ιουλίου) ήταν στην Αθήνα.
*Την επόμενη Κυριακή το Ε΄ Μέρος.
ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2025/8/3/20-iouliou-1974-o-tourkikos-attilas-plettei-ten-kupro1bb753d5-5391-4244-8dea-195967cae2b2/

