Η Μετατόπιση Ισχύος και τα Νέα Διλήμματα Ασφάλειας στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα

Του Γιώργου Κατημερτζή

μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ)

Η σταδιακή αλλά σαφής μετατόπιση της Ιαπωνίας από ένα αυστηρά αμυντικό δόγμα προς την ανάπτυξη δυνατοτήτων πλήγματος σε βάθος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο σύστημα ασφάλειας της Ανατολικής Ασίας, με επιπτώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα εθνικά της όρια και επηρεάζουν ευθέως την εύθραυστη ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα, μία περιοχή ήδη επιβαρυμένη από ανταγωνισμούς, ιστορικές μνήμες και αλληλεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κυριαρχίας.

Για δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιαπωνία λειτούργησε ως ένας ιδιότυπος «παράγοντας σταθερότητας», καθώς η συνταγματικά κατοχυρωμένη αποκήρυξη του πολέμου και η προσήλωσή της σε ένα δόγμα αποκλειστικά αμυντικού χαρακτήρα δημιούργησαν ένα πλαίσιο προβλεψιμότητας, εντός του οποίου η στρατιωτική της ισχύς παρέμενε περιορισμένη σε ρόλους αποτροπής και εσωτερικής ασφάλειας, ενώ η ευρύτερη στρατηγική αποτροπή ανατίθετο στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της διμερούς συμμαχίας.

Η πρόσφατη, ωστόσο, επιχειρησιακή ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας, με δυνατότητα πλήγματος στόχων σε βάθος άνω των 1.000 χιλιομέτρων, σηματοδοτεί μία ποιοτική αλλαγή, η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως τεχνική αναβάθμιση, αλλά ως δομική μεταβολή της στρατηγικής ταυτότητας της χώρας, καθώς εισάγει για πρώτη φορά μετά το 1945 την έννοια της «αντεπίθεσης» (counterstrike capability) ως οργανικό στοιχείο της ιαπωνικής στρατηγικής.

Η μεταβολή αυτή πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της θεωρίας ισορροπίας ισχύος, όπου η άνοδος της Κίνας ως περιφερειακής και εν δυνάμει παγκόσμιας δύναμης έχει δημιουργήσει έντονα διλήμματα ασφαλείας στους γείτονές της, οδηγώντας σε μια κλασική δυναμική «security dilemma», κατά την οποία οι αμυντικές κινήσεις του ενός δρώντα εκλαμβάνονται ως επιθετικές από τον άλλο, προκαλώντας έναν φαύλο κύκλο στρατιωτικής ενίσχυσης.

Στην περίπτωση της Ανατολικής Κινεζικής Θάλασσας, η δυναμική αυτή αποκτά ιδιαίτερη ένταση λόγω της διαμάχης για τα νησιά Σενκάκου/Ντιαογιού, όπου η Ιαπωνία και η Κίνα διατηρούν αντικρουόμενες αξιώσεις κυριαρχίας, ενώ οι συχνές ναυτικές και αεροπορικές προσεγγίσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου ατυχήματος ή εσφαλμένου υπολογισμού, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυροκροτητής ευρύτερης σύγκρουσης.

Η εισαγωγή πυραυλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας από την Ιαπωνία ενισχύει σημαντικά την αποτρεπτική της ικανότητα, καθώς καθιστά πλέον εφικτό το πλήγμα κατά στρατηγικών στόχων στην κινεζική ενδοχώρα, μεταβάλλοντας το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας του Πεκίνου, ωστόσο ταυτόχρονα δημιουργεί και μια επικίνδυνη ασάφεια ως προς το δόγμα χρήσης αυτών των όπλων, δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ προληπτικού και ανταποδοτικού πλήγματος καθίσταται εξαιρετικά δυσδιάκριτη σε συνθήκες κρίσης.

Από την οπτική του διεθνούς δικαίου, η Ιαπωνία εξακολουθεί να κινείται εντός του πλαισίου του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο αναγνωρίζει το εγγενές δικαίωμα της αυτοάμυνας, ωστόσο η έννοια της «προληπτικής αυτοάμυνας» παραμένει νομικά αμφιλεγόμενη και πολιτικά ευαίσθητη, ιδίως σε μια περιοχή όπου οι ιστορικές μνήμες του ιαπωνικού μιλιταρισμού εξακολουθούν να επηρεάζουν την αντίληψη των γειτονικών κρατών.

Η Κίνα, από την πλευρά της, είναι πιθανό να εκλάβει την εξέλιξη αυτή ως επιβεβαίωση της ανάγκης περαιτέρω στρατιωτικής ενίσχυσης, ιδίως στον τομέα των αντιπυραυλικών συστημάτων και των δυνατοτήτων πρώτου πλήγματος, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτάχυνση ενός περιφερειακού αγώνα εξοπλισμών, στον οποίο ενδέχεται να εμπλακούν και άλλοι δρώντες, όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν.

Σε επίπεδο πιθανών σεναρίων σύγκρουσης, μπορούν να διακριθούν τρεις βασικές κατηγορίες: το σενάριο της περιορισμένης ναυτικής εμπλοκής, το σενάριο της κλιμάκωσης μέσω πυραυλικών ανταλλαγών και το σενάριο της ευρύτερης περιφερειακής σύρραξης με εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στο πρώτο σενάριο, ένα επεισόδιο χαμηλής έντασης γύρω από τα αμφισβητούμενα νησιά θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμένη χρήση βίας, με στόχο την επιβολή τετελεσμένων χωρίς γενικευμένη σύγκρουση, ωστόσο η ύπαρξη πλέον δυνατοτήτων πλήγματος σε βάθος αυξάνει τον κίνδυνο ταχείας κλιμάκωσης, καθώς κάθε πλευρά θα επιδιώξει να αποτρέψει την άλλη μέσω επίδειξης ισχύος.

Στο δεύτερο σενάριο, η χρήση πυραυλικών συστημάτων, ακόμη και σε περιορισμένη κλίμακα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη δυναμική αλυσιδωτών αντιποίνων, ιδίως εάν πληγούν στόχοι υψηλής αξίας, όπως στρατιωτικές βάσεις ή κρίσιμες υποδομές, δημιουργώντας πιέσεις για περαιτέρω κλιμάκωση σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Το τρίτο και πλέον ανησυχητικό σενάριο αφορά την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, βάσει της συνθήκης αμοιβαίας ασφάλειας με την Ιαπωνία, ενδέχεται να παρέμβουν σε περίπτωση επίθεσης, μετατρέποντας μια διμερή κρίση σε ευρύτερη περιφερειακή ή ακόμη και διεθνή σύγκρουση, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη διεθνή σταθερότητα.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η εσωτερική διάσταση της ιαπωνικής πολιτικής, καθώς η αυξανόμενη αντίθεση τμήματος της κοινωνίας απέναντι στην στρατιωτικοποίηση δημιουργεί ένα εσωτερικό πολιτικό κόστος, το οποίο ενδέχεται να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων της κυβέρνησης ή να οδηγήσει σε πολιτικές ανακατατάξεις.

Συνολικά, η νέα στρατηγική κατεύθυνση της Ιαπωνίας αντανακλά την ευρύτερη μετάβαση της Ανατολικής Ασίας από ένα σύστημα σχετικής σταθερότητας σε ένα πιο ρευστό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου η ισορροπία ισχύος δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά σε θεσμικές εγγυήσεις και συμμαχίες, αλλά και σε απτές στρατιωτικές δυνατότητες.

Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον η ενίσχυση της αποτροπής μέσω της αύξησης των στρατιωτικών δυνατοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη σταθερότητα ή αν, αντιθέτως, θα επιταχύνει μια δυναμική κλιμάκωσης, υπονομεύοντας τα θεμέλια της μεταπολεμικής ειρήνης στην περιοχή.

Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η πολυμέρεια εμφανίζει σημάδια υποχώρησης και ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων επανέρχεται στο προσκήνιο, η περίπτωση της Ιαπωνίας αναδεικνύει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο το διαχρονικό δίλημμα μεταξύ ασφάλειας και αυτοσυγκράτησης, ένα δίλημμα που θα συνεχίσει να καθορίζει τις εξελίξεις στην Ανατολική Κινεζική Θάλασσα τα επόμενα χρόνια.

ΠΗΓΗ:https://www.militaire.gr/i-metatopisi-ischyos-kai-ta-nea-dilimmata-asfaleias-stin-anatoliki-kineziki-thalassa/