26/4/2026
Δρ Χριστόφορος Ιωαννίδης*
Η στρατηγική της Κίνας και της Ρωσίας δεν στοχεύει άμεσα την Κύπρο, αλλά δημιουργεί ένα περιβάλλον αστάθειας, στο οποίο μικρά και μεσαία κράτη επηρεάζονται δυσανάλογα.
Η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή κρίση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως καταλύτης για μια ευρύτερη γεωπολιτική αναδιάταξη, την οποία εκμεταλλεύονται μεθοδικά η Κίνα και σε μικρότερο βαθμό η Ρωσία. Το κρίσιμο ερώτημα για την Κύπρο είναι πώς αυτή η δυναμική επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια και τη συνοχή της.
Η βασική στρατηγική του Πεκίνου και της Μόσχας είναι σαφής. Επιδιώκουν να εμπλέξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια παρατεταμένη, χαμηλής έντασης, σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Ένα τέτοιο σενάριο απορροφά στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους, περιορίζει τη δυνατότητα παγκόσμιας παρέμβασης της Ουάσιγκτον και φθείρει την εικόνα της ως εγγυήτριας μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Το προηγούμενο της Ουκρανίας είναι ενδεικτικό. Όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποίησαν τον πόλεμο για να αποδυναμώσουν τη Ρωσία, έτσι τώρα η Ρωσία και η Κίνα επιχειρούν ν’ αντιστρέψουν τον ρόλο.
Στο επίπεδο των μέσων, η εμπλοκή είναι πολυεπίπεδη. Υπάρχουν ενδείξεις ότι Μόσχα και Πεκίνο παρέχουν στο Ιράν πληροφορίες και τεχνογνωσία, ενισχύοντας τις δυνατότητές του. Παράλληλα, παρακολουθούν στενά τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αντλώντας πολύτιμα δεδομένα για τις τακτικές και τα συστήματα των ΗΠΑ. Η Ρωσία αποκομίζει και άμεσα οικονομικά οφέλη, ιδίως μέσω της ενέργειας, ενώ η Κίνα ενισχύει τη διπλωματική της εικόνα ως σταθερoύ και προβλέψιμου μεσολαβητή.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πολιτική διάσταση. Η Κίνα παρουσιάζεται ως υπεύθυνη δύναμη που προωθεί τον διάλογο, σε αντίθεση με μιαν ασταθή και απρόβλεπτη αμερικανική πολιτική.
Αυτό τής επιτρέπει να διεισδύει σε περιοχές επιρροής των ΗΠΑ και να προσελκύει κράτη που επιδιώκουν εξισορρόπηση. Η Ρωσία, από την πλευρά της, επωφελείται από τις ρωγμές στις διατλαντικές σχέσεις, καθώς ευρωπαϊκά κράτη εκφράζουν επιφυλάξεις για τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητα της σύγκρουσης.
Για την Κύπρο, οι επιπτώσεις δεν είναι θεωρητικές. Η πρόσφατη επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος από το Ιράν καταδεικνύει ότι η νήσος βρίσκεται εντός του επιχειρησιακού ορίζοντα της σύγκρουσης. Η γεωγραφική εγγύτητα με τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τη στρατηγική της σημασία, την καθιστούν ευάλωτη σε άμεσες και έμμεσες πιέσεις.
Ταυτόχρονα, η εσωτερική διάσταση δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί. Η Κύπρος διαθέτει σημαντικό μουσουλμανικό πληθυσμό, με διαφορετικές δημογραφικές τάσεις. Σε περιόδους διεθνούς έντασης, τέτοιες διαφοροποιήσεις ενδέχεται να εργαλειοποιηθούν από εξωτερικούς δρώντες μέσω υβριδικών μεθόδων, όπως η παραπληροφόρηση ή η ενίσχυση κοινωνικών εντάσεων. Η αύξηση της εγκληματικότητας και η διάβρωση της κοινωνικής συνοχής, εφόσον επιβεβαιώνονται εμπειρικά, αποτελούν παράγοντες που εντείνουν την ευαλωτότητα του κράτους.
Η στρατηγική της Κίνας και της Ρωσίας δεν στοχεύει άμεσα την Κύπρο, αλλά δημιουργεί ένα περιβάλλον αστάθειας, στο οποίο μικρά και μεσαία κράτη επηρεάζονται δυσανάλογα. Η αποδυνάμωση της διεθνούς νομιμότητας και η υποχώρηση της πολυμερούς συνεργασίας περιορίζουν τα διαθέσιμα εργαλεία αντίδρασης της Λευκωσίας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την έγκαιρη και αποφασιστική στήριξη από διεθνείς οργανισμούς ή εταίρους σε περίπτωση κλιμάκωσης είτε πρόκειται για υβριδικές απειλές είτε για άμεσες προκλήσεις ασφάλειας, όπως επιθέσεις με μη επανδρωμένα μέσα ή πιέσεις σε κρίσιμες υποδομές. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά εκτεθειμένη σε περιφερειακές εντάσεις, ενώ η εξάρτησή της από τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου επηρεάζει άμεσα την οικονομία, την ενέργεια και τον τουρισμό.
Παράλληλα, η σχετική αποδυνάμωση των συλλογικών μηχανισμών ασφάλειας δημιουργεί και ένα περιθώριο για πιο σαφή εθνική στρατηγική. Η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει μια πιο συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ασφάλειας, με έμφαση στην πρόληψη ριζοσπαστικοποίησης, στην ενίσχυση των υπηρεσιών πληροφοριών και στη θωράκιση των συνόρων της έναντι διακρατικών απειλών, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας. Αυτό δεν συνεπάγεται γενικευμένες ή αδιακρίτως στοχευμένες προσεγγίσεις, αλλά μια στοχευμένη, νομικά θεμελιωμένη και επιχειρησιακά αποτελεσματική στάση απέναντι σε εξτρεμιστικά δίκτυα, που ενδέχεται να εκμεταλλευτούν την περιφερειακή αστάθεια. Σε ένα πιο κατακερματισμένο διεθνές σύστημα, η ικανότητα της Κύπρου να δρα προληπτικά και να ενισχύει την εσωτερική της ανθεκτικότητα καθίσταται κρίσιμος παράγοντας εθνικής ασφάλειας.
Εν κατακλείδι, ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού ισχύος, όπου η Κίνα και η Ρωσία επιδιώκουν ν’ αναδιαμορφώσουν την παγκόσμια ισορροπία. Για την Κύπρο, η πρόκληση είναι διττή: αφενός να ενισχύσει την εξωτερική της ασφάλεια σε ένα πιο ασταθές περιβάλλον και, αφετέρου, να διαφυλάξει την εσωτερική της συνοχή, η οποία αποτελεί θεμέλιο κάθε αποτελεσματικής στρατηγικής.
* Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Φιλοσοφία Δικαίου
ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2026/4/26/iran-kina-kai-kupros/

