9η Ιουλίου 1821: Κορυφαίος σταθμός στην Iστορία της Κύπρου κατά την Ελληνική Επανάσταση

5/7/2026

γράφει ο Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης

«Σφάξε μας ούλλους τζι’ ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζαι τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ’ξερε πως ίλαντρον, όντας κοπεί καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια».

Οι σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821 για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού υπήρξαν κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Τις σφαγές εκείνες απαθανάτισε ο Βασίλης Μιχαηλίδης με το υπέροχο ποίημά του, «Η 9η Ιουλίου», που άρχιζε με τους στίχους:

«Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν

τζι’ αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυννεφκιάζη

τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν

ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη

είσιεν σγιαν είχαν ούλλοι τους τζ’ η Τζύπρου το κρυφόν της

μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της

τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη

τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της

τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη

είσιεν σγιαν είχαν ούλλοι τους τζι η Τζύπρου τα κακά της».

Τα κακά αυτά κορυφώθηκαν με τις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821. Τις σφαγές των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων της Κύπρου τις απαθανάτισε με το ποιητικό του αριστούργημα «Η 9η Ιουλίου» ο κορυφαίος μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης:

«Μιαν νύχταν, νύχταν σιανήν, τζιαιρόν Δευτεριγιούνην

νύχταν Παρασσιευκόνυχταν, που τ’ άστρα μιλιούνια

ελάμπασιν που πανωθκιόν τζι εν εύρισκες ρουθούνιν

μέσα στης Χώρας τα στενά, στης χώρας τα καντούνια,

σιανεμιά, εν άκουες δεντρούδιν να ταράξῃ

μήτε του σιύλλου λάξιμον, με πετεινόν να κράξῃ.

Ήτουν μια νύχτα σιανή, μια νύχτα μουρρωμένη

που θάρρειες πως χώννεται που του Θεού την κρίσην.

Σε τέθκοιαν νύχταν σιανήν οι Τούρτζιοι βαδωμένοι

μες το Σαράγιον είχασιν μεάλον μετζιλίσιν».

Αμμά ’ξερε πως ίλαντον, όντας κοπεί καβάτζιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια…

Ο αιμοσταγής κυβερνήτης Κουτσιούκ Μεχμέτ Πασάς είχε απειλήσει τον μαρτυρικό Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό ότι θα έσφαζε όλους τους Έλληνες της Κύπρου και ακόμη αν μπορούσε να γυρίσει τον κόσμο θα έσφαζε όλους τους Έλληνες. Με αυτούς τους στίχους απαθανατίζει την τρομερή απειλή ο Βασίλης Μιχαηλίδης:

«Έχω στον νουν μου, ’πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,

Τζι αν ημπορώ ’που τους Ρωμιοὺς την Τζιύπρουν να παστρέψω,

Τζι ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,

έθεν να σφάξω τους Ρωμιοὺς, ψυσιὴν να μεν αφήσω».

Και ο μαρτυρικός Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαντά με αποστομωτική γλώσσα στον σφαγέα πασά, προειδοποιώντάς τον συνάμα:

«Σφάξε μας ούλλους τζι’ ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν

κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζαι τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ’ξερε πως ίλαντρον, όντας κοπεί καβάτζιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται

μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται».

ΦΩΤΟ 2.png

Στο μετζιλίσι – συμβούλιο εκείνο πάρθηκαν τρομερές αποφάσεις σε βάρος των Ελλήνων. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ είχε διατάξει να κλειστούν όλες οι πύλες της Λευκωσίας και να συλληφθούν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, όλοι οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι και προύχοντες του νησιού, ανάμεσά τους οι Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Λαυρέντιος. Ακολούθησαν σφαγές, λεηλασίες, ατιμώσεις. Οι Τούρκοι έσφαζαν και λεηλατούσαν αδιάκριτα. Και ο Κυπριανός, που εκπροσωπούσε την τραγική εκείνη στιγμή τα αισθήματα και τους πόθους του Κυπριακού Ελληνισμού, όχι μόνον δεν έδειξε κανένα σημάδι δειλίας ή φόβου, αλλά άφησε να ξεχυθεί το ανυπέρβλητο ψυχικό τους. Και επαναλαμβάνει στον σφαγέα Κουτσιούκ Μεχμέτ:

«Άδικα λόγια μεν χάννεις τζι αρκείς εις την δουλειάν σου.

Τον ήλιον με το φύσημαν μπορείς να τον ι-σβήσεις;

Φώναξε του τζιελλάττη σου σασ’ την κρεμασταρκάν σου!».

Ο Αρχιεπίσκοπος και οι Μητροπολίτες που είχαν συλληφθεί οδηγήθηκαν στο Σεράγιο, όπου ο Κουτσιούκ Μεχμέτ σε μια συνοπτική δίκη – παρωδία καταδίκασε σε θάνατο τους τέσσερεις Αρχιερείς, διότι είχαν προετοιμάσει τους Έλληνες της Κύπρου να επαναστατήσουν και να ενωθούν με τους άλλους Έλληνες που πολεμούσαν στην Ελλάδα. Τελικά τους τρεις Μητροπολίτες τους αποκεφάλισε, τον δε Αρχιεπίσκοπο τον κρέμασε στη συκαμινιά, στην αυλή του Σεραγιού.

Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν κάλλιον ’νου πισκόπου

Το ψυχικό μεγαλείο του Κυπριανού ήταν σπάνιο. Ήξερε ποιο ήταν το αρχιεπισκοπικό του καθήκον. Είχε επίγνωση του βάρους που κρατούσε στους ώμους του. Και ένα από τα περιστατικά που καταμαρτυρεί τη μεγαλοσύνη της ψυχικής του δύναμης, λάμπει όταν ο Κκιόρογλου, επιφανής Τούρκος της Λευκωσίας, που γνώριζε τις αποφάσεις του Πασά, του προτείνει να τον φυγαδεύσει προτού ξημερώσει η ημέρα των σφαγών. Κι ο Αρχιεπίσκοπος τού απαντά:

«Δεν θέλω, Κκιόρογλου εγιώ, να φύω που την Χώραν,

γιατί αν φύω το κακόν εν να γινή περίτου.

Θέλω να μείνω, Κκιόρογλου τζι’ ας πα να με σκοτώσουν,

ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι’ οι άλλοι να γλυτώσουν.

Δεν φεύκω, Κκιόρογλου γιατί, αν φύω, ο φευκός μου

εν να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.

Να βάλω την συρτοθηλιάν εις τον λαιμόν του κόσμου;

Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν κάλλιον ’νου πισκόπου».

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης απαθανατίζει το ψυχικό σθένος του Κυπριανού σε πολλά σημεία του ποιήματός του. Χαρακτηριστικοί είναι οι ακόλουθοι στίχοι του, που αποτελούν απάντηση του Αρχιεπισκόπου στον σφαγέα Κουτσιούκ Μεχμέτ:

«Σκοτώστε μας τζιαι γράψετε τζι’ εμάς τον σκοτωμόν μας.

Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί εν ούλοι για κακόν σας,

εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,

Τζι εν το πεισκάζετε πως εν το μνήμαν το δικόν σας.

Σκοτώστε όσους θέλετε αμμ’ εν να σας ι-βλάψη,

το γαίμαν που σιονώννετε που μας τους δεσποτάες

εν λάιν εις την λαμπρατζιάν π’ αφταίννει να σας κάψη».

Τα τελευταία λόγια του ιερομάρτυρα Αρχιεπισκόπου ήταν μια θερμή παράκληση στον παντοδύναμο Θεό να τερματίσει τα βάσανα του Ελληνισμού και να του δώσει χαρά. Σήκωσε τα χέρια βλέποντας ψηλά ο Κυπριανός και, απευθυνόμενος στον Παντοδύναμο Θεό, είπε:

«Θεέ που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,

λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιόν χαρά στην Ρωμιοσύνην».

ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2026/7/5/9e-iouliou-1821-koruphaios-stathmos-sten-istoria-tes-kuprou-kata-ten-ellenike-epanastase/