26/7/2026
γράφει ο Κωστής Κωνσταντίνου
Η έγκριση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» από το ΚΥΣΕΑ στην Ελλάδα δεν είναι ακόμη μία ελληνική αμυντική αγορά. Δείχνει ότι η αμυντική σχέση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ περνά από τις ασκήσεις και τις διακηρύξεις σε ένα κοινό, έστω όχι ενιαίο, περιβάλλον. Οι δύο χώρες που κερδίζουν αναλογικά περισσότερο είναι η Ελλάδα και η Κύπρος.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», αξίας έως 3,5 δισ. ευρώ, δεν είναι ένα γιγαντιαίο Iron Dome. Είναι ένα δίκτυο που θα συνδέσει νέα και υφιστάμενα μέσα: τα Patriot, τα μαχητικά, τις μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού και τους αισθητήρες των τριών Κλάδων.

Στον πυρήνα του βρίσκονται τα David’s Sling («Σφενδόνα του Δαβίδ»), Barak MX και Spyder, μαζί με τα ραντάρ ELM-2084. Το πρώτο προορίζεται για τις δυσκολότερες βαλλιστικές και πυραυλικές απειλές, το δεύτερο για τη μεσαία ζώνη και το Spyder για χαμηλά ιπτάμενους στόχους, drones και πυραύλους cruise.
Στην Αθήνα επιμένουν ότι το σύστημα θα είναι πλήρως λειτουργικό σε 35 μήνες. Το 25% του έργου θα παραχθεί στην Ελλάδα, με βιομηχανικό αντικείμενο περίπου 700 εκατ. ευρώ, ελληνικής κατασκευής σύστημα διοίκησης και ελέγχου, συμμετοχή στην παραγωγή κανίστρων και τμημάτων βλημάτων και πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα.
Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από τον αριθμό των εκτοξευτών. Είναι κάτι το οποίο η Ιερουσαλήμ φροντίζει να εξηγεί με κάθε ευκαιρία και το οποίο πηγή από τον αμυντικό χώρο του Ισραήλ μάς επανέλαβε χθες. Χωρίς έλεγχο του λογισμικού, ένα κράτος αγοράζει όπλα, μας είπε. Με τον έλεγχο του λογισμικού αποκτά πρόσβαση και τεχνική γνώση και αρχίζει να χτίζει αμυντική αυτονομία.
Το Ισραήλ διαθέτει ήδη στρατιωτική υπεροχή, πολεμική εμπειρία και αμυντική βιομηχανία παγκόσμιας κλάσης. Από την πλευρά του, κερδίζει ασφαλέστερη δυτική έξοδο, χώρους εκπαίδευσης και δύο σταθερούς εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, όμως, το κέρδος είναι μεγαλύτερο: πρόσβαση σε δοκιμασμένη τεχνολογία, σε δόγματα αντιμετώπισης πυραύλων και drones και, κυρίως, σε έναν εταίρο που βλέπει την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη με ανταγωνιστικές φιλοδοξίες.
Από τις κοινές ασκήσεις στην κοινή «γλώσσα»
Το τριμερές σχέδιο αμυντικής συνεργασίας για το 2026 προβλέπει εντατικότερες αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και μεταφορά ισραηλινής τεχνογνωσίας για συμβατικές και ασύμμετρες απειλές. Αυτό δεν είναι αμελητέο για την Εθνική Φρουρά. Ένας μικρός στρατός δεν μπορεί μόνος του να αναπαραστήσει καν έναν σύγχρονο πόλεμο, με βαλλιστικούς πυραύλους, περιφερόμενα πυρομαχικά, ηλεκτρονικές παρεμβολές και επιθέσεις κορεσμού. Μπορεί, όμως, να εκπαιδευτεί με έναν στρατό ο οποίος μπορεί να τον αναπαραστήσει και ήδη αντιμετωπίζει τέτοιες απειλές.
Η Κύπρος έχει ήδη παραλάβει το ισραηλινό Barak MX, ένα αρθρωτό σύστημα που, ανάλογα με το βλήμα, καλύπτει διαφορετικά ύψη και αποστάσεις και μπορεί να αντιμετωπίζει αεροσκάφη, drones και πυραύλους. Η επιλογή του σηματοδοτεί και την απομάκρυνση από την εξάρτηση από ρωσικά συστήματα, των οποίων η υποστήριξη έγινε δυσκολότερη μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Πρακτικά, όπως και πολιτικά.

Τώρα το Barak MX μπαίνει και στον πυρήνα της ελληνικής «Ασπίδας». Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυπριακή αεράμυνα συνδέθηκε αυτομάτως με την ελληνική ούτε ότι υπάρχει κάποιος αόρατος κοινός θόλος. Δημιουργείται, ωστόσο, κοινή επιχειρησιακή γλώσσα: παρόμοια εκπαίδευση, ευκολότερη τεχνική υποστήριξη, συμβατότητα και δυνατότητα ανταλλαγής εικόνας και προειδοποιήσεων.

Για την Κύπρο, αυτό μετρά περισσότερο. Η γεωγραφία δεν της επιτρέπει να ανταγωνιστεί με οποιονδήποτε τρόπο την Τουρκία σε αριθμούς· άλλωστε, αυτή δεν είναι η πρόθεση της Λευκωσίας. Επενδύει καθαρά στην άμυνα, με στόχο να δυσκολέψει έναν αιφνιδιασμό, να κρατήσει ζωντανά τα κέντρα διοίκησης και τα αεροδρόμιά της και να αυξήσει το κόστος κάθε επιθετικής ενέργειας μέχρι να ενεργοποιηθεί η στήριξη.
Η κρίση του περασμένου Μαρτίου έδωσε ένα μικρό δείγμα: όταν η περιφερειακή σύγκρουση άγγιξε την Κύπρο, η Ελλάδα έστειλε τέσσερα F-16 Viper και δύο πολεμικά πλοία, το ένα με το σύστημα αντι-drone «Κένταυρος». Η Τουρκία απάντησε με έξι F-16 και αντιαεροπορικά συστήματα στα κατεχόμενα. Μέσα σε λίγες ημέρες, το νησί έγινε προωθημένο επιχειρησιακό θέατρο. Η θεωρία μετρήθηκε και στην πράξη.
Παλαιότερα, ο στρουθοκαμηλισμός ανακούφιζε και εδώ πολλά μυαλά, εντελώς αποκομμένα από την πραγματικότητα, ταΐζοντάς τα, τρόπον τινά, με την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι δεν επρόκειτο να φτάσουμε ποτέ εκεί και πως το μόνο που είχαμε —και μπορούσαμε— να κάνουμε ήταν να καθόμαστε ήσυχοι, για να μη μας πειράξει η Άγκυρα. Σήμερα, μια τέτοια θέση δεν είναι απλώς αφελής. Είναι πολύ περισσότερο από αυτό.
Ο ελληνικός «εγκέφαλος»
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι κάτι μεμονωμένο, πόσο μάλλον μια κίνηση αποκομμένη από τις υπόλοιπες αγορές, οι οποίες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Τα Rafale, τα F-16 Viper και, αργότερα, τα F-35 προσφέρουν το μαχητικό σκέλος. Οι φρεγάτες FDI, τα ισραηλινά PULS, τα Heron και V-BAT, οι δορυφόροι SAR, τα υποβρύχια οχήματα VICTA και τα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα κατά drones προσθέτουν αισθητήρες, πλήγματα ακριβείας, επιτήρηση και φθηνότερες απαντήσεις σε φθηνές απειλές. Η αλλαγή δεν βρίσκεται σε κάθε πλατφόρμα χωριστά. Η επιδίωξη είναι να βλέπουν όλες την ίδια εικόνα και να υπηρετούν την ίδια αλυσίδα εντοπισμού και προσβολής.

Αυτό ωφελεί έμμεσα και την Κύπρο. Μια Ελλάδα που προστατεύει καλύτερα τις βάσεις και τις υποδομές της, που δεν δεσμεύει διαρκώς μαχητικά σε αποστολές επιφυλακής και που βλέπει εγκαίρως τι κινείται από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο έχει σαφώς μεγαλύτερη δυνατότητα να ενισχύσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα C-390, μάλιστα, προσθέτουν ταχύτερη στρατηγική μεταφορά και εναέριο ανεφοδιασμό. Δεν φέρνουν την Κύπρο πιο κοντά στην Ελλάδα· μικραίνουν, όμως, επιχειρησιακά την απόσταση.
Οι τουρκικές αντιδράσεις
Δημοσίως, η Άγκυρα καταγγέλλει την «περικύκλωσή» της και παρουσιάζει τις αγορές της Κυπριακής Δημοκρατίας ως διατάραξη της ισορροπίας. Όταν ΜΜΕ έγραψαν ότι παραδόθηκε το Barak MX, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας προειδοποίησε ακόμη και για «επικίνδυνες συνέπειες».
Η υποκρισία είναι προφανής: μιλά για εύθραυστη ισορροπία η χώρα που διατηρεί περισσότερους από 35.000 στρατιώτες κατοχής σε ένα νησί του μεγέθους της Κύπρου.
Στο πεδίο, η απάντηση είναι σοβαρότερη. Το Λευκόνοικο χρησιμοποιείται από το 2019 ως βάση τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών – όταν η Κύπρος δεν είχε αποκτήσει κανένα τέτοιο σύστημα— παρέχοντας επιτήρηση πάνω από την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα έχει κατά καιρούς εξαγγείλει ναυτική βάση, ενώ προχωρεί σε αναβάθμιση υφιστάμενων λιμενικών υποδομών για βαρύτερα πολεμικά πλοία. Και η ανάπτυξη των έξι F-16 τον Μάρτιο, έστω στο πλαίσιο έκτακτης κρίσης, απέδειξε ότι μπορεί να μετατρέψει γρήγορα τα κατεχόμενα σε προωθημένη αεροπορική βάση. Συστήματα αεράμυνας, κέντρα drones και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου μειώνουν δραματικά τον χρόνο προειδοποίησης για την Εθνική Φρουρά.
Όπως συχνά γράφεται, η Τουρκία εξακολουθεί να έχει το πλεονέκτημα του όγκου και του στρατηγικού βάθους: μεγάλο στόλο F-16, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και εναέριου ανεφοδιασμού, ισχυρό ναυτικό, υποβρύχια, πυραυλικά συστήματα και μια βιομηχανία που παράγει drones, πυρομαχικά και πολεμικά πλοία σε κλίμακα την οποία η Ελλάδα και η Κύπρος δεν διαθέτουν.
Παράλληλα, επιχειρεί να κλείσει το ποιοτικό κενό. Έχει συμφωνήσει την αγορά 20 νέων Eurofighter, επιδιώκει ακόμη 24 μεταχειρισμένα από το Κατάρ και το Ομάν και αναμένει 40 νέα F-16 Block 70, ενώ θα εκσυγχρονίσει παλαιότερα αεροσκάφη με εγχώρια μέσα. Το KAAN έχει πετάξει, αλλά παραμένει πρόγραμμα ανάπτυξης, όχι επιχειρησιακό μαχητικό. Η επιμονή της στο ζήτημα των κινητήρων από τις ΗΠΑ έχει να κάνει ακριβώς με αυτό.
Η δε επιστροφή στο F-35 προσκρούει ακόμη στους S-400, στην αμερικανική νομοθεσία και στις ισραηλινές αντιδράσεις. Στην αεράμυνα, η Άγκυρα διοχετεύει επιπλέον 24 δισ. δολάρια στον «Steel Dome», ένα φιλόδοξο εγχώριο δίκτυο ραντάρ, πυραύλων και κέντρων διοίκησης, το οποίο, όμως, χρειάζεται ακόμη αρκετά χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Τι αλλάζει πραγματικά
Το ισοζύγιο, επομένως, δεν ανατρέπεται. Δεν είναι αυτός ο στόχος. Η Τουρκία παραμένει αριθμητικά ισχυρότερη και τα κατεχόμενα της προσφέρουν ένα πλεονέκτημα που κανένα συμβόλαιο δεν εξαφανίζει: βρίσκεται ήδη μέσα στην Κύπρο, είτε θέλουμε να το αντιλαμβανόμαστε στην πλήρη του έκταση είτε όχι.
Η Ελλάδα, από την άλλη, οικοδομεί ποιοτική υπεροχή σε κρίσιμους τομείς —αισθητήρες, δικτύωση, αεράμυνα, μαχητικά και πλήγματα ακριβείας— και αυτό μπορεί να της δώσει τοπική υπεροχή σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, όχι γενική κυριαρχία.
Η πηγή που προαναφέραμε σημείωσε ότι η Κύπρος δεν χρειάζεται να κερδίσει κάποια κούρσα. Χρειάζεται περισσότερα κινητά συστήματα αεράμυνας, φθηνά μέσα αντιμετώπισης drones, επάρκεια αναχαιτιστών, θωράκιση και διασπορά των κέντρων διοίκησης και προκαθορισμένα σχέδια ελληνικής ενίσχυσης. Κυρίως, μας ειπώθηκε, χρειάζεται η ανταλλαγή πληροφοριών με την Ελλάδα και το Ισραήλ να πάψει να εξαρτάται από την εκάστοτε κρίση και να γίνει μόνιμος μηχανισμός.
Εν κατακλείδι
Ούτε η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι αδιαπέραστη ούτε το Ισραήλ έχει υπογράψει ότι θα πολεμήσει για την Ελλάδα ή την Κύπρο. Αυτές είναι επικίνδυνες ψευδαισθήσεις.
Όταν ρωτήσαμε πώς θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει την αξία της συνεργασίας, η απάντηση που λάβαμε ήταν ξεκάθαρη: αυτό το αμυντικό σχήμα, μας είπε, στερεί από την Τουρκία τη βεβαιότητα ότι μπορεί να απομονώσει στρατιωτικά τη Λευκωσία, να αιφνιδιάσει την Αθήνα ή να ενεργήσει στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς να υπολογίσει τις ισραηλινές δυνατότητες.
Και συνέχισε λέγοντας ότι η αποτροπή δεν απαιτεί να είσαι ισχυρότερος παντού, αλλά να πείσεις τον αντίπαλο ότι η πρώτη του κίνηση δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε η τελευταία. Εκεί ακριβώς, κατέληξε, βρίσκεται το πραγματικό όφελος του αμυντικού τριγώνου με το Ισραήλ για την Κύπρο και την Ελλάδα.
ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/kipros/koinonia/article/1750817/ti-allazi-i-aspida-tou-achillea-to-sistima-ton-35-dis-ke-i-simmachia-elladas-israil-kiprou/

