27/9/2026
γράφει ο Παναγιώτης Παπαδημήτρης
Τον Σεπτέμβρη του 1977 το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε το ψήφισμα 414 για το Κυπριακό με το οποίο εξέφραζε ανησυχία για το θέμα του Βαρωσιού.
Ήταν μια μικρή, πρώτη μάχη, για το θέμα της κατεχόμενης πόλης από τον Σπύρο Κυπριανού καθώς ο Ραούφ Ντενκτάς και η Άγκυρα συνέχιζαν να ορέγονται τοΒαρώσι.
Σε αυτό τους τον στόχο εφάρμοζαν την τακτική του σαλαμιού και κατέτρωγαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα σωθικά της πόλης δια του εποικισμού σε μικρή ή μεγάλη έκταση, μυστικά, ωστόσο, και δημιουργώντας τετελεσμένα, καθώς αυτό συνέχιζε να παραμένει μια πόλη φάντασμα και να γκρεμίζεται με την πάροδο του χρόνου.
Η προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη ή το Συμβούλιο Ασφαλείας για την Κύπρο αυτά τα χρόνια, ήταν μια από τις εκ των ων ουκ άνευ πολιτικές ενέργειες που ακολουθούσε σταθερά η Κύπρος, σχεδόν μόνη και ανυπεράσπιστη, έχοντας ουσιαστικά τη στήριξη των Αδεσμεύτων που είχαν μεν ψήφο, αλλά όχι εκτελεστική εξουσία καθώς ένα βέτο των μεγάλων εξουδετέρωνε τις ψήφους χίλιων χωρών.
Η Κύπρος, ωστόσο, ήλπιζε ότι με τις συνεχείς καταδίκες της Τουρκίας διασφάλιζε τουλάχιστον, αν όχι την επιστροφή των κατεχομένων εδαφών της, τουλάχιστον την επιβίωση της μέχρι να ανέτελλαν καλύτερες μέρες.
Αυτή την περίοδο ο Ντενκτάς έκαμε μια κίνηση τακτικής γύρω από το θέμα της Αμμοχώστου για να μεταιώσει προσφυγή στον ΟΗΕ, που ήταν σχεδόν μια κανονική τακτική των τότε Κυβερνήσεων, αλλά και για να ενισχύσει τις προσπάθειες της Τουρκίας για άρση του εμπάρκο, προτείνοντας τον Ιούλιο του 1978 να επαναρχίσουν οι συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού με ταυτόχρονη επάνοδο των κατοίκων της Αμμοχώστου.
Ο Σπύρος Κυπριανού ανταπάντησε και πρότεινε επιστροφή των κατοίκων σε ελεύθερη Αμμόχωστο με έλεγχο της ασφάλειας τους από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ και με αντάλλαγμα να αρχίσει διάλογος για την εξεύρεση λύσης.
Ο Σπύρος Κυπριανού θεωρούσε ότι αποδοχή της πρότασης του για το Βαρώσι θα αποτελούσε αφετηρία προς τη λύση.
Όμως ξεκαθάρισε λέγοντας στον Γκαλίντο Πολ, ειδικό αντιπρόσωπο του Γ.Γ. του ΟΗΕ: Θέλουμε επιστροφή όλης της πόλης του Βαρωσιού, των ξενοδοχείων, των πορτοκαλεώνων και των βιομηχανιών και όχι ένα μικρό τμήμα του.
Ο Ντενκτάς, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος από την αρχή να γεμίσει το καλάθι των απαιτήσεων του Κυπριανού που πραγματικά είχε πάρει πολύ θερμά το θέμα του Βαρωσιού από τον Μακάριο που είχε κάμει τις πρώτες κινήσεις με τον χάρτη του, το 1977.
Ο Ντενκτάς ήθελε να ακουσθεί ότι προέβαινε σε κάποια χειρονομία, αλλά όχι τόσο μεγάλη που να προκαλεί αντιδράσεις ακόμα και στην Άγκυρα.
Ήθελε δηλαδή να επιστραφούν, σύμφωνα με τις σκέψεις και προτάσεις του, κάποιες περιοχές νοτίως της λεωφόρου Δημοκρατίας και με ανατολική κατεύθυνση μέχρι τη λεωφόρο Δερύνειας.
Οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, αλλά ο Τζίμμι Κάρτερ, νέος πρόεδρος των ΗΠΑ από το 1976, έβλεπε ότι είχε αρχίσει μια κινητικότητα και όπως ήταν έτοιμος να ζητήσει άρση του εμπάρκο, της πώλησης όπλων προς την Τουρκία που τον πίεζε ασφυκτικά, αλλά και παίζοντας σε διπλό ταμπλό, σύμφωνα με τη εφημερίδα ΤΑΙΜΣ της Νέας Υόρκης, στόχευσε ταυτόχρονα σε άρση του εμπάρκο σε συνδυασμό με την επιστροφή της Αμμοχώστου ή όποιου τμήματος της στους Ελληνοκύπριους σαν αρχή.
Τελικά ο Κάρτερ τα κατάφερε και ήρθη το εμπάρκο στα τέλη του Ιουλίου του 1978 δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι η πόρτα της λύσης στο Κυπριακό θα άνοιγε από την Αμμόχωστο.
Ευθύς αμέσως ο Κάρτερ, διατηρώντας το “μομέντουμ” έστειλε άνθρωπο του στην Κύπρο για να αναλάβει δράση.
Αυτός ήταν ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Μάθιου Νίμιτς που άρχισε επαφές για διερεύνηση του τοπίου.
Την επόμενη περίοδο ο Πρόεδρος Κυπριανού έφυγε για τα Ηνωμένα Έθνη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ του 1978 και την κυπριακή προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου είχε συναντήσεις με τον Τζίμι Κάρτερ και τον υπουργό του των Εξωτερικών Σάιρους Βανς.
Η στιγμή ήταν κατάλληλη και οι Αμερικανοί, που γνώριζαν για τις θέσεις των δύο πλευρών, από την αποστολή Νίμιτς, είχαν ήδη έτοιμο ένα σχέδιο που ετοίμασαν μαζί με τη Βρετανία και τον Καναδά (ο τελευταίος είχε ενδιαφέρον στο Κυπριακό μια και άνδρες του υπηρετούσαν στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ) και το υπέβαλαν στις δυο πλευρές στην Κύπρο.
Το σχέδιο που υποβλήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1978 έγινε περισσότερο γνωστό ως το αμερικανο-καναδικό-αγγλικό σχέδιο, ή Δυτικό Σχέδιο σε συντομία, το οποίο, εκτός από την έναρξη συνομιλιών, επικεντρωνόταν και στο θέμα του Βαρωσιού ιδιαίτερα που έκαιγε τους Έλληνες.
Οι συντάκτες του γνώριζαν ότι για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων έπρεπε να πρόσφεραν κάτι πολύ σημαντικό ως αντάλλαγμα και αυτό δεν ήταν άλλο από το Βαρώσι.
Το σχέδιο προέβλεπε όπως στην περιοχή επανεγκατάστασης περιλαμβάνονται εκτάσεις που βρίσκονται ανατολικά από τον Άγιο Νικόλαο και προς τα νότια της παλαιάς οδού Λευκωσίας- Αμμοχώστου.
Σύμφωνα με το σχέδιο η περιοχή επανεγκατάστασης θα διοικείτο από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ και θα θεωρείτο προέκταση της νεκρής ζώνης.
Το σχέδιο προέβλεπε ακόμα ότι δεν θα υπήρχε προκαθορισμένος αριθμητικός περιορισμός όσων θα ήθελαν να επέστρεφαν.
Προϋποτίθεται, τονιζόταν, ότι πολλοί πρώην κάτοικοι της περιοχής επανεγκατάστασης θα δικαιούνταν να επιστρέψουν κατά βούληση, ενώ δεν θα υπήρχε περίπτωση να υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το Βαρώσι και να ξαναγίνουν πρόσφυγες.
Στο επίκεντρο, λοιπόν, του ενδιαφέροντος των τριών χωρών που πρότειναν το σχέδιο ήταν βασικά η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, που παρέμενε διασπασμένη ύστερα από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο από το 1974.
Ωστόσο, οι τρεις χώρες που είχαν σαν πολιτικό σύστημα το Ομοσπονδιακό, υπέβαλαν το σχέδιο για λύση του Κυπριακού που έδειχνε ότι αυτοί που το κατήρτισαν είχαν ξοδεύσει πολύ φαιά ουσία, αλλά και είχαν μελετήσει σε πολύ βάθος το Κυπριακό πρόβλημα, ώστε να ικανοποιεί και τα δικά τους εμπλεκόμενα συμφέροντα πλέον εκείνα της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά και του Κυπριακού λαού Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Έτσι πρότειναν ένα ομοσπονδιακό, διζωνικό ουσιαστικά, σχέδιο, το οποίο προέβλεπε γενναίες επιστροφές εδαφών και προσφύγων, αλλά και μια μορφή διακυβέρνησης με τη ισότιμη συμμετοχή των δυο κοινοτήτων.
Το σχέδιο χαρακτηρίστηκε ως το καλύτερο που προτάθηκε ποτέ για λύση του Κυπριακού από το 1974, αλλά η Κυβέρνηση του Σπύρου Κυπριανού το απέρριψε.
Δικαιολογίες είχε πολλές όπως φαίνεται στην παράθεση των γεγονότων, αλλά βασικά το θέμα ήταν η διαφωνία της Μόσχας και οι αντανακλάσεις και επιρροές της στους ανθρώπους της στην Κύπρο, δηλαδή το ΑΚΕΛ.
Γιατί το ΑΚΕΛ με τον Εζεκία Παπαϊωάννου Γενικό Γραμματέα, που ακολουθούσε πιστά τη γραμμή και τις οδηγίες της Μόσχας, ενώ αρχικά, πριν παρέμβει η Σοβιετική Ένωση, το είδε με καλό μάτι και αγωνιζόταν σχεδόν να μη απορριφθεί από τον θεωρούμενο «απορριπτικό» πρόεδρο Σπύρο Κυπριανού, στο τέλος με την προτροπή της Μόσχας το απέρριψε και επηρέασε και τον Πρόεδρο, ο οποίος δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει μια γνωμοδότηση, που να το απέρριπτε.
Όπως εγνώσθη η Μόσχα δεν ήθελε να γίνει αυτή η χώρα που θα γεφύρωνε τη διάσπαση του ΝΑΤΟ και επομένως παρότρυνε το ΑΚΕΛ να αλλάξει άποψη και να στραφεί εναντίον του σχεδίου.
Ο Γλαύκος Κληρίδης μόνος του δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και να επηρεάσει καταστάσεις καθώς ο Εζεκίας και ο Σπύρος έκαναν παιχνίδι μαζί με την ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσσαρίδη που ήταν σφόδρα εναντίον του σχεδίου από την αρχή.
Το σχέδιο ήταν πολύ φιλόδοξο καθώς προέβλεπε ένα νησί αποστρατικοποιημένο με αστυνομία που θα είχε στη διάθεση της ελαφρύ μόνο οπλισμό για επιβολή του νόμου και της τάξης.
Αναπόσπαστο τμήμα μιας τελικής ρύθμισης θα πρέπει να ήταν η αποχώρηση των μη κυπριακών ενόπλων δυνάμεων (εκτός από εκείνες που θα συμφωνείτο ειδικά για να έμεναν) από την επικράτεια της Δημοκρατίας.
Ήταν δυνατό, ωστόσο, να γινόταν αντικείμενο σκέψεων μια πιθανή σταδιακή αποστρατικοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τρόπο που θα εξασφάλιζε καλύτερα την ασφάλεια της και των πολιτών της κάτω από μια τελική ρύθμιση.
Στο ειδικό παράρτημα για τα Βαρώσια αναφέρονταν τα ακόλουθα:
Τα μέρη των διακοινοτικών συνομιλιών θα πρέπει να συνεργάζονταν με τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και με τους αντιπροσώπους του για τη ρύθμιση των όρων μιας σύντομης επανεγκατάστασης στην περιοχή των Βαρωσίων.
Η ΕΠΑΝΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Οι ακόλουθες γενικές γραμμές θα πρέπει να κυριαρχήσουν:
1. Η περιοχή για επανεγκατάσταση θα περιλαμβάνει περιοχές ανατολικά Αγίου Νικολάου και προς τα νότια της παλιάς οδού Λευκωσίας – Αμμοχώστου.
2. Η περιοχή της επανεγκατάστασης θα πρέπει να διοικείται υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών και θα θεωρείται προέκταση της νεκρής ζώνης των Ηνωμένων Εθνών.
3. Οι πρώην κάτοικοι της περιοχής επανεγκατάστασης θα επιστρέψουν κατά βούληση και δεν θα υπάρχει προκαθορισμένος αριθμητικός περιορισμός.
4. Όσοι θα επιστρέψουν στην Αμμόχωστο δεν θα υπόκεινται να μετακινηθούν εκ νέου χωρίς τη θέλησή τους.
Αυτές οι τέσσερις πρόνοιες του σχεδίου από μόνες τους ήταν ότι χρειάζονταν οι κάτοικοι ώστε να διασφαλισθεί η επιστροφή τους και η εκ νέου επένδυση χρημάτων χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να τα ξαναχάσουν με επέμβαση οποιασδήποτε ξένης δύναμης και ιδιαίτερα της Τουρκίας.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ: Αναλυτικότερα το Δυτικό Σχέδιο προέβλεπε μεταξύ άλλων (μερικές μόνο πρόνοιες):
1.Η Δημοκρατία της Κύπρου θα είναι ένα δικοινοτικό ομόσπονδο Κράτος, με δυο συστατικές περιοχές, από τις οποίες η μια θα κατοικείται κατά κύριο λόγο από Ελληνοκυπρίους και η άλλη κατά κύριο λόγο, από Τουρκοκυπρίους. Η ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Κύπρου θα εξασφαλιστεί όπως και το δικαίωμα της να ασκεί αδέσμευτη πολιτική αν αυτό επιλέξει.
Η ενσωμάτωση του συνόλου ή τμήματος της Δημοκρατίας σε οποιοδήποτε άλλο κράτος θα αποκλειστεί.
2. Μια νέα συνταγματική δομή για τη Δημοκρατία της Κύπρου, στην οποία θα ενσωματωθεί ένα αποτελεσματικό ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης θα γίνει αντικείμενο διαπραγματεύσεων, με βάση τις πρόνοιες της 4ης παραγράφου του παρόντος. Οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να καθοδηγούνται από τις οδηγίες των Μακαρίου-Ντενκτάς, του Φεβρουαρίου, 1977
3.Τα θεμελιακά δικαιώματα και ελευθερίες στα οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία διακίνησης, η ελευθερία εγκατάστασης και το δικαίωμα ιδιοκτησίας θα ενσωματωθούν στο ομοσπονδιακό σύνταγμα το οποίο θα υπόκειται μόνο σε μεταβολές που θα απαιτούνται για τη διατήρηση του χαρακτήρα κάθε περιοχής.
-Θα υπάρχει ένας πρόεδρος και ένας αντιπρόεδρος που θα εκλέγονται με δημοκρατική διαδικασία, από τους οποίους ο ένας θα πρέπει να προέρχεται από τη μια κοινότητα και ο άλλος από την άλλη. Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας του Προέδρου ο Αντιπροέδρος τον αντικαθιστά.
Η παρέμβαση Αστάβιν που άλλαξε τα δεδομένα
Το δυτικό σχέδιο δόθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1978 στον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Ρολάνδη από τον αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Μάθιου Νίμιτς στη Νέα Υόρκη.
Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από τις επαφές του Αμερικανού απεσταλμένου στη Λευκωσία.
Μαζί με τον Πρόεδρο Κυπριανού βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη και οι κομματικοί ηγέτες Γλαύκος Κληρίδης, του ΔΗΣΥ, Εζεκίας Παπαϊωάννου του ΑΚΕΛ και Βάσος Λυσσαρίδης της ΕΔΕΚ.
Μόλις ο Νίκος Ρολάνδης παρέλαβε το σχέδιο και του έριξε μια ματιά έσπευσε να ενημερώσει τους ηγέτες λέγοντάς τους ότι αυτό προέβλεπε έναρξη συνομιλιών και ταυτόχρονη επανεγκατάσταση κατοίκων της Αμμοχώστου, οι οποίοι δεν θα υποχρεώνονταν να αποχωρήσουν έστω και αν οι συνομιλίες δεν προχωρούσαν, όπως ανέμεναν όλοι.
Ο Βάσος Λυσσαρίδης το απέρριψε σχεδόν αμέσως και μετά βίας συγκρατήθηκε για να εκφράσει τις απόψεις του δημόσια μέχρι που γύρισε στην Κύπρο.
Ο Εζεκίας Παπαϊωάννου το είδε με καλό μάτι, ενώ ο Γλαύκος Κληρίδης, είχε μεν επιφυλάξεις, αλλά συνέστησε αποδοχή του.
Ο Νίκος Ρολάνδης γύρισε στην Κύπρο ενώ ο Σπύρος Κυπριανού άρχισε επαφές για ξεκαθάρισμα του τοπίου.
Στην Κύπρο ο υπουργός του των Εσωτερικών Χριστόδουλος Βενιαμίν δήλωσε πως η Κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο πρόεδρος μελετούν το όλο θέμα με προσοχή και σοβαρότητα και υπευθυνότητα με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του λαού και δεν θα βιαστούν να πουν “ναι” ή “όχι”.
Ο ίδιος ο Πρόεδρος, σύμφωνα με τον Ανδρέα Φάντη, Β.Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, του είπε σαν τον επισκέφθηκε στο κρεβάτι του, όπου βρισκόταν άρρωστος:” Για το Βαρώσι μην ανησυχείτε. Είναι δοσμένο. Αυτό είναι σίγουρο”.
Ο Βάσος Λυσσαρίδης ανέφερε σαν επέστρεψε στην Κύπρο: «Το σχέδιο πρέπει να απορριφθεί από την κυβέρνηση γιατί θα δημιουργηθούν με αυτό νέα πλαίσια που προκαθορίζουν σταδιακά νέες υποχωρήσεις που θα οδηγήσουν σε εθνική καταστροφή. Είμαι βέβαιος ότι αν επαναληφθούν οι συνομιλίες με βάση το σχέδιο δεν θα προκύψει και πάλι λύση, όμως οι νέες υποχωρήσεις θα παραμείνουν».
Ο Γλαύκος Κληρίδης δήλωσε μόλις πάτησε το πόδι του στην Κύπρο πως κανείς δεν θα εισηγηθεί σχέδιο απόλυτα υπέρ μας.
Τόνισε, όμως, ότι η πλευρά μας θα έπρεπε να αποδεχθεί το σχέδιο ως βάση επανέναρξης των συνομιλιών με γενική επιφύλαξη ως προς τα αρνητικά του.
Είναι στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων, είπε, όπου θα καταβληθεί σοβαρή προσπάθεια ώστε τα αρνητικά σημεία του πλαισίου να μετατραπούν σε θετικά.
Ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, αρχικά ήταν θετικός και όπως ανέφεραν τόσο ο Ανδρέας Φάντης όσο και ο Τάσσος Παπαδόπουλος αργότερα, προσπάθησε να πείσει πως δεν έπρεπε να απορριφθεί μέχρι να επέστρεφε στην Κύπρο.
Έτσι το κόμμα του άρχισε επαφές, ώστε να μη εκδηλωθούν εναντίον του, τόσο ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α, όσο και ο Πρόεδρος Κυπριανού.
Αλλά δεν κατόρθωσε τουλάχιστον να πείσει τον Αρχιεπίσκοπο.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α’, διάδοχος του Μακαρίου, μπήκε επικεφαλής των απορριπτικών με τον Βάσο Λυσσαρίδη και δήλωσε ότι αμφέβαλλε κατά πόσον η αγγλοαμερικανική διπλωματία είχε στόχο την εφαρμογή δικαιοσύνης για την Κύπρο.
Το σχέδιο, ανέφερε, είναι σε πολλά σημεία απαράδεκτο και προβλέπει την εξυπηρέτηση των τουρκικών συμφερόντων με μια μορφή συγκαλυμμένης διχοτόμησης.
Ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, έγραψε αργότερα σε άρθρο του στον Τύπο ο Αντρέας Φάντης, τηλεφώνησε από τις ΗΠΑ να μη βιαστούμε (το ΑΚΕΛ) να πάρουμε θέση μέχρι να επιστρέψει.
Ακόμα μιλώντας για το σχέδιο τάχθηκε υπέρ της αποδοχής του και εκφράζοντας την άποψη ότι ήταν ένα πολύ θετικό σχέδιο και ότι τελικά το Κυπριακό οδηγείτο στη λύση του.
Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Κεντρική Γραμματεία του Κόμματος.
Όμως ξαφνικά, με τις πρώτες επαφές του στην Κύπρο, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου άλλαξε στάση και όλο το Κόμμα, εκεί που προετοιμαζόταν να βγει δημόσια για να ταχθεί υπέρ του σχεδίου, το απέρριψε σοκάροντας τους πάντες.
Η αλλαγή στάσης οφειλόταν στην κατεύθυνση ή τη γραμμή που έδινε η Μόσχα ή καλύτερα η πρώην Σοβιετική Ένωση, από την οποία το Κόμμα έπαιρνε γραμμή και οδηγίες, όσο και αν η λέξη θεωρείται βαριά για ένα Κόμμα.
Ο Τάσσος Παπαδόπουλος έγραψε ότι η εφημερίδα ΠΡΑΒΔΑ, όργανο του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης σε σχόλιο τις δυο μέρες πριν εκδηλωθεί το ΑΚΕΛ, πρόβαλε την άποψη ότι η υποβολή του σχεδίου από τις ΗΠΑ συνιστούσε προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών κύκλων της Δύσης και ιδιαίτερα των ΗΠΑ για εκτροπή του Κυπριακού από τα πλαίσια του ΟΗΕ και για λύση του Κυπριακού στα παρασκήνια και τα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
Ο Αντρέας Φάντης επιβεβαιώνοντας τα όσα κυκλοφορούσαν, έγραψε στα απομνημονεύματά του και τα ακόλουθα:
“Μερικές μέρες μετά την υποβολή του σχεδίου- πλαίσιο για λύση του Κυπριακού τα μέλη της Κεντρικής Γραμματείας μαζί με μερικά μέλη του Πολιτικού Γραφείου κληθήκαμε σε γεύμα από τον τότε σοβιετικό πρεσβευτή Αστάβιν στο σπίτι του. Στη διάρκεια του γεύματος και ιδιαίτερα μετά από αυτό, έγινε συζήτηση για το πλαίσιο με καθαρά απορριπτική κατεύθυνση από τον Αστάβιν. Αυτό ήταν αρκετό. Την άλλη μέρα συνήλθε η Κ.Γρ. και αναθεώρησε την προηγούμενη απόφαση της”.
Έτσι μετά τη συνεδρία του Σώματος ο Εζεκίας Παπαϊωάννου δήλωσε σε διάσκεψη τύπου ότι αν ο Γ.Γ. του ΟΗΕ θέλει να θέσει οποιοδήποτε πλαίσιο για συνομιλίες, τότε εμείς θα το μελετήσουμε. Σαν θέμα αρχής όμως εμείς απορρίπτουμε οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στο πλαίσιο για λύση του Κυπριακού που υποβλήθηκε από τις ΗΠΑ, την Βρετανία και τον Καναδά, η οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, γιατί η ενέργεια αυτή είναι επέμβαση στα εσωτερικά μας.
“Εάν οι Αμερικανοί ήθελαν να διαδραματίσουν ειρηνευτικό ρόλο στο Κυπριακό”, είπε ο Παπαϊωάννου, “είχαν την ευκαιρία να το πράξουν συνεργαζόμενοι προς τούτο με την Σοβιετικήν Ένωσιν που τους κάλεσε επανειλημμένα”.
Με το σχέδιο διαφωνούσε και ο πρώην συνομιλητής και μετέπειτα Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος, ο οποίος έγραψε:
“Το αμερικανικό σχέδιο πάσχει από μια σοβαρή αδυναμία. Δηλαδή διαμελίζει την κυριαρχία του κράτους ισότιμα σε δύο χωριστά κομμάτια. Ο διαμελισμός της κυριαρχίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της ύπαρξης δύο χωριστών κρατών και όχι ενός. Έννοια της κυριαρχίας ενός κράτους είναι το βασικό και αναφέρετο ουσιαστικό της ύπαρξης ενός κράτους.
Το σχέδιο έπρεπε να απορριφθεί γιατί επισημοποιούσε το διαμελισμό της κυριαρχίας,της κρατικής εξουσίας, ίδρυε δηλαδή δύο χωριστά κράτη”.
Για το θέμα της επιστροφής των προσφύγων έγραφε: “Είναι γεγονός ότι το σχέδιο μπορεί να θεωρηθεί το πιο καλό, ίσως και η μόνη ευκαιρία που υπήρξε ποτέ για επιστροφή έστω και μέρους της πόλης του Ευαγόρα και για την επανεγκατάσταση των εκτοπισμένων κατοίκων της πόλης”.
Οι θέσεις του Προέδρου Κυπριανού
Ο Πρόεδρος Κυπριανού δεν πήρε δημόσια θέση, ενώ ο Ντενκτάς κάθισε στην κλούβα περιμένοντας τελικά τι θα αποφάσιζε η Ελληνική Κυπριακή πλευρά. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος του Σπύρου Κυπριανού, αποκάλυψε ύστερα από δύο περίπου χρόνια ότι η κυβέρνηση είχε αποδεχθεί να συζητήσει το αμερικανικό σχέδιο σαν δεσμευτικό έγγραφο εργασίας, μαζί με άλλες προτάσεις, νοουμένου ότι η επανεγκατάσταση των κατοίκων του Βαρωσιού θα γινόταν παράλληλα με την έναρξη συνομιλιών. Με τέτοιες θέσεις και ιδιαίτερα του ΑΚΕΛ και του ΔΗΚΟ που στήριζαν τον Σπύρο Κυπριανού το σχέδιο μπήκε στα συρτάρια και κλείστηκε ερμητικά μέχρι που θα παρουσιαζόταν μια άλλη ευκαιρία για να δοθεί πίσω το Βαρώσι και η οποία στα επόμενα χρόνια, αν θα υπήρχε θα ήταν χειρότερη, κρίνοντας εκ των υστέρων, καθώς στο θέμα του Βαρωσιού ίσχυε η θέση «κάθε πέρσι και καλύτερα…»
ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/politiki/article/1774533/to-kalitero-schedio-pou-protathike-gia-to-kipriako-i-ditiki-protinoun-epistrofi-tou-varosiou/

