2/20/2026
γράφει ο Μάριος Πούλλαδος
Σύνοψη Αi
- Μια αποχαρακτηρισμένη έκθεση της CIA του 1965 αναλύει τη σοβιετική στρατηγική στην κυπριακή κρίση, υποδεικνύοντας ότι η ΕΣΣΔ επιδίωκε την αποδυνάμωση της συνοχής του ΝΑΤΟ και την αποτροπή της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
- Η έκθεση αναφέρει ότι η σοβιετική υποστήριξη προς την κυβέρνηση Μακαρίου και το ΑΚΕΛ προσέφερε εναλλακτική διεθνή στήριξη, χωρίς να υποδηλώνει συμπάθεια προς τους Ελληνοκυπρίους.
- Η CIA εκτιμούσε ότι η Μόσχα είχε υιοθετήσει πιο ευνοϊκή στάση προς την Τουρκία, προτείνοντας την ομοσπονδία ως πιθανή λύση, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στην Αθήνα και στη Λευκωσία.
Μια αποχαρακτηρισμένη Ειδική Έκθεση της CIA του 1965 για το Κυπριακό έμεινε παραδόξως εδώ και χρόνια μακριά από τα φώτα της δημοσιογραφικής και ερευνητική προσοχής . Συγκεκριμένα στι 12 Φεβρουαρίου 1965, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας για την Κύπρο, η CIA κυκλοφορούσε στην Ουάσιγκτον ένα διαβαθμισμένο «Special Report» με τίτλο «Η Σοβιετική Πολιτική και Τακτικές στην Κυπριακή Διαμάχη – Soviet Policy and Tactics in the Cyprus Dispute».
Σε γεννικές γραμμές, η αμερικανική υπηρεσία θεωρούσε ότι η ΕΣΣΔ αξιοποιούσε την κρίση για να πλήξει τη συνοχή του ΝΑΤΟ, αντιτασσόταν στην Ένωση, επιδίωκε απομάκρυνση της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας και ταυτόχρονα προσέγγιζε τον Μακάριο αλλά και την Τουρκία.
«Η ΕΣΣΔ έχει εκμεταλλευτεί επιδέξια την κυπριακή κρίση» αναφέρει από πρώτη κιόλας πρόταση η Έκθεση που αποκάλυπτει πώς διάβαζαν οι Αμερικανοί τη σοβιετική στρατηγική. Για τη CIA, το Κυπριακό ήταν πεδιό δράσης εντός του Ψυχρού Πολέμου στην Ανατολική Μεσόγειο, και όχι απλά μια σύγκρουση μεταξύ δύο κοινοτήτων ούτε μια αντιπαράθεση Αθήνας και Άγκυρας.
Η Μόσχα, σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία, είχε καταφέρει να επιδιώξει τον βασικό της στόχο, δηλαδή την αποδυνάμωση της Ατλαντικής Συμμαχίας, εκμεταλλευόμενη τις αντιθέσεις Ελλήνων και Τούρκων, χωρίς να δεσμευτεί σε συγκεκριμένη τελική λύση του Κυπριακού.
Γιατί η Μόσχα δεν ήθελε την Ένωση
Η γεωπολιτική λογική που αποδίδει η CIA στη Μόσχα είναι σαφής. Πρωταρχικός στόχος της σοβιετικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν η μείωση της συνοχής και της αποτελεσματικότητας της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι οι κινήσεις της Μόσχας προς τους Ελληνοκυπρίους αλλά και προς τους Τούρκους δεν καθορίζονταν αποκλειστικά από το ίδιο το Κυπριακό. Υπαγορεύονταν από «στρατηγικούς υπολογισμούς» που, όπως σημειώνει η έκθεση ξεπερνούσαν τις τοπικές διαφορές στο νησί.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του εγγράφου αφορά την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η CIA σημείωνε: «Η ΕΣΣΔ έχει παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας του νησιού. Η Σοβιετική Ένωση αντιτάσσεται σταθερά στην Ένωση (ένωση με την Ελλάδα)».
Η Μαρτυρία Σπύρου Κυπριανού
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 4 Δεκεμβρίου 1964, περίπου δύο μήνες πριν συνταχθεί η έκθεση της CIA, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού είχε συνομιλία στη Νέα Υόρκη με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών.
Σύμφωνα με σχετικό σημείωμα, Κυπριανού περιέγραψε τι είχε ακούσει κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα στα τέλη Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με το επίσημο αμερικανικό πρακτικό, ο Σοβιετικός υφυπουργός Εξωτερικών Βασίλι Κουζνέτσοφ τού είχε πει ότι η σοβιετική κυβέρνηση προτιμούσε η Κύπρος να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος.
Ουσιαστικά οι Σοβιετικοί κατάλαβαν ότι ενδεχώμενη Ένωση θα σήμαινε ένωση της Κύπρου με ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.
Πάντως ο Κυπριανού ανέφερε ότι ο Κουζνέτσοφ, σεβίομενος τα διπλωματικά προσχήματα, τού είχε πει επίσης πως, εάν ο κυπριακός λαός επέλεγε την Ένωση, η ΕΣΣΔ θα σεβόταν αυτή την επιλογή.
Ο Μακάριος και η «εναλλακτική» της Μόσχας
Η CIA θεωρούσε ότι η δημόσια σοβιετική υποστήριξη προσέφερε στην κυβέρνηση Μακαρίου μια εναλλακτική πηγή διεθνούς στήριξης και της επέτρεπε να διατηρεί μεγαλύτερη απόσταση από την Αθήνα.
Η έκθεση περιλαμβάνει μια φράση με ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον: «Η σοβιετική υποστήριξη προς την κυβέρνηση Μακαρίου δεν πήγαζε από κάποια εγγενή συμπάθεια προς τους Ελληνοκυπρίους, αλλά από πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς».
Άλλα αμερικανικά έγγραφα, ωστόσο, επιβεβαιώνουν ότι στην Ουάσιγκτον υπήρχε πραγματικός φόβος μήπως η κρίση οδηγήσει την Κύπρο πολύ κοντά στη Σοβιετική Ένωση.
Τον Σεπτέμβριο του 1964, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Dean Rusk, προειδοποιούσε τον Κυπριανού ότι θα ήταν «μεγάλο λάθος» να εγκαταλείψει η Κύπρος την αδέσμευτη θέση της και να βρεθεί σε στρατιωτική ή άλλη συμφωνία ασφαλείας με τη Σοβιετική Ένωση. Ο Rusk εξέφραζε μάλιστα την άποψη ότι η Μόσχα μπορούσε να παίζει «διπλό ή τριπλό παιχνίδι», εκμεταλλευόμενη τις αντιθέσεις των συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Όταν η Λευκωσία ζήτησε σοβιετική στρατιωτική παρέμβαση
Το καλοκαίρι του 1964 η κατάσταση είχε φθάσει σε εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο.
Αμερικανικό τηλεγράφημα της 9ης Αυγούστου 1964 αναφέρει ότι η κυπριακή κυβέρνηση είχε ενημερώσει επισήμως τις ΗΠΑ και τη Βρετανία πως απευθυνόταν στη Σοβιετική Ένωση για στρατιωτική παρέμβαση, καθώς οι τουρκικές αεροπορικές επιδρομές και οι μάχες στην περιοχή της Τηλλυρίας είχαν δημιουργήσει συνθήκες γενικευμένης κρίσης.
Η Ουάσιγκτον ζητούσε τότε από την Αθήνα να αποτρέψει την είσοδο σοβιετικών, αιγυπτιακών ή άλλων ξένων δυνάμεων στην Κύπρο.
Ήδη από τον Μάιο του ίδιου έτους, η αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία ανέφερε πληροφορίες για επαφές σχετικά με προμήθεια οπλισμού και σοβιετικές πιστώσεις.
Το ΑΚΕΛ στον φακό της CIA
Η έκθεση έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στο ΑΚΕΛ, το οποίο η CIA περιέγραφε ως σημαντικό παράγοντα της σοβιετικής επιρροής στην Κύπρο. Κατά την αμερικανική αξιολόγηση, ένας από τους στόχους της Μόσχας ήταν η αποδυνάμωση των πολιτικών δυνάμεων που θεωρούνταν φιλικές προς τη Δύση και η ενίσχυση της ήδη ισχυρής θέσης του ΑΚΕΛ.
Η έκθεση εκτιμούσε ότι «η επιρροή του ΑΚΕΛ αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του 1964, καθώς η κυβέρνηση Μακαρίου επιδίωκε συστηματικά να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπήρχε σύγκλιση απόψεων μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Σοβιετικών».
Οι βρετανικές Βάσεις
Υπήρχε όμως και ένας ακόμη πονοκέφαλος που η CIA θεωρούσε άμεσο. Κατά την αμερικανική υπηρεσία, ένας από τους αμεσότερους σοβιετικούς στόχους ήταν ο τερματισμός των δυτικών δικαιωμάτων στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο. Η CIA θεωρούσε ότι η σοβιετική προπαγάνδα ενθάρρυνε την αντίθεση των Ελληνοκυπρίων στη διατήρηση των βρετανικών Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων.
Η σημασία των Βάσεων δεν ήταν θεωρητική. Με τις συμφωνίες ανεξαρτησίας, η Βρετανία είχε διατηρήσει στρατιωτικές βάσεις συνολικής έκτασης 99 τετραγωνικών μιλίων, καθώς και στρατιωτικές διευκολύνσεις. Η σχετική συζήτηση στο βρετανικό Κοινοβούλιο το 1960 καταδεικνύει πόσο σημαντική θεωρούσε το Λονδίνο τη δυνατότητα επιχειρησιακής χρησιμοποίησής τους.
Η «βόμβα» Γκρομύκο για ομοσπονδία
Η εικόνα μιας Μόσχας που βρισκόταν απλώς «στο πλευρό των Ελληνοκυπρίων» άρχισε να γίνεται πολύ πιο περίπλοκη στα τέλη του 1964.
Η ίδια η CIA έγραφε: «Τους τελευταίους μήνες, η Μόσχα έχει υιοθετήσει στάση πιο ευνοϊκή προς την Τουρκία», και συνέδεε τη μετατόπιση με την προσπάθεια της νέας σοβιετικής ηγεσίας να προσεγγίσει την Άγκυρα.
Η εξέλιξη είχε ήδη γίνει αντιληπτή στην Ουάσιγκτον. Σε αμερικανική σύσκεψη της 9ης Νοεμβρίου 1964, ο Υπουργός Εξωτερικών του Κένεντι σχολίαζε το τουρκοσοβιετικό κοινό ανακοινωθέν και παρατηρούσε ότι οι Σοβιετικοί φαίνονταν να έχουν προχωρήσει αρκετά προς ορισμένες τουρκικές θέσεις.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε στις 21 Ιανουαρίου 1965 όταν σε συνέντευξή του στην Izvestia, ο τότε Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην πιθανότητα οι κοινότητες της Κύπρου να επιλέξουν μια ομοσπονδιακή μορφή διακυβέρνησης.
Η CIA εκτιμούσε ότι η αναφορά είχε σχεδιαστεί ως μέρος μιας ευρύτερης εξισορροπητικής πολιτικής, αλλά ότι η Μόσχα είχε υποτιμήσει την ένταση με την οποία θα αντιδρούσαν Αθήνα και Λευκωσία στον ίδιο τον όρο «ομοσπονδία -federation».
Η αντίδραση του Μακαρίου
Εχει ενδιαφέρον πως ένα αμερικανικό διπλωματικό τηλεγράφημα καταγράφει και την αντίδραση του ίδιου του Μακαρίου. Ο Πρόεδρος δήλωσε κατηγορηματικά αντίθετος στην ομοσπονδία, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Κύπρο λόγω της γεωγραφικής κατανομής του τουρκοκυπριακού πληθυσμού.
Ωστόσο, δεν απέρριψε συνολικά τη δήλωση Γκρομίκο και σε δημόσια τοποθέτησή του σημείωσε πως «η δήλωση του Σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικών επιδέχεται διάφορες ερμηνείες», και πρόσθεσε ότι, κατά την άποψή του, η ΕΣΣΔ υποστήριζε μια κυπριακή ανεξαρτησία απαλλαγμένη από δεσμευτικές συνθήκες, αλλά ότι δεν μπορούσε να πει πως η Μόσχα υποστήριζε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Η αμηχανία της «Χαραυγή»
Η συνέντευξη προκάλεσε ικανοποίηση στην Άγκυρα και έντονο προβληματισμό στην Αθήνα. Η εφημερίδα Χαραυγή του ΑΚΕΛ στις 22 Ιανουαρίου πρόβαλε τις δηλώσεις Γκρομίκο επιχειρώντας ωστόσο να υποβαθμίσει την σημασία της δήλωσης του Σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικων. Στο πρωτοσέλιδο η εφημερίδα επέλεξε ως κεντρικό τίτλο τη φράση «Αναφαίρετο το δικαίωμα του κυπριακού λαού να καθορίζει μόνος τις τύχες του»,
Ακριβώς από κάτω πρόβαλε τη θέση «Να γίνει σεβαστή η ανεξαρτησία, κυριαρχία και ακεραιότητα της Κύπρου», καθώς και την απαίτηση «να φύγουν τα ξένα στρατεύματα και να καταργηθούν οι ξένες βάσεις». Στο ίδιο φύλλο, όμως, η «Χαραυγή» διαφοροποιήθηκε από την αναφορά Γκρομίκο στην ομοσπονδία, επιμένοντας στη θέση ότι το μέλλον του κράτους έπρεπε να καθοριστεί από τον ίδιο τον κυπριακό λαό.
Αυτούσια η δήλωση Γκρομίκο ήταν η εξής:
«Οι λαοί της Κύπρου θα δυνηθούν να εκλέξουν ανεξαρτήτως και κυριαρχικώς οιανδήποτε μορφήν οργανώσεως του κράτους των, συμπεριλαμβανομένης και της ομοσπόνδου μορφής, η οποία θα καταστήσει δυνατό να ληφθεί υπ’ όψιν η ιδιάζουσα θέσις των Εθνικών Κοινοτήτων, της Ελληνικής και της Τουρκικής, εντός του Ηνωμένου και κυρίαρχου Κυπριακού Κράτους και θα είναι σύμφωνον προς τα συμφέροντά των».

Χαραυγή στις 23 Ιανουαρίου 1965

Αντίδραση του «Αγών»
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε ο «Αγών» της 22ας Ιανουαρίου 1965 απέναντι στις δηλώσεις Γκρομύκο, τις οποίες χαρακτήρισε «αποκαρδιωτικές». Η εφημερίδα υποστήριζε ότι η αναφορά του Γκρομίκο σε ενδεχόμενη ομοσπονδιοποίηση της Κύπρου συνιστούσε ουσιαστική μετατόπιση της σοβιετικής στάσης και έγραφε ότι η Μόσχα «υποβάλλει και την ιδέαν ομοσπονδοποιήσεως». Παράλληλα, κατηγορούσε τον Σοβιετικό Υπουργό ότι «αναθεωρεί τον Μαρξισμό-Λενινισμόν και παραγνωρίζει την αρχήν της Αυτοδιαθέσεως». Ο «Αγών» αντιπαρέβαλλε στην ομοσπονδιακή προοπτική τη θέση για «ενιαίο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος», θεωρώντας ότι η λύση έπρεπε να στηρίζεται στην αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Κυπριανού θα περιέγραφε στους Αμερικανούς τη σοβιετική θέση ακόμη πιο απλά. Εξέφρασε την εκτίμηση πως η Μόσχα υποστήριζε την Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το σημείο της Ένωσης. Εάν η Κύπρος εγκατέλειπε την Ένωση ως στόχο, πίστευε ότι οι Σοβιετικοί θα τάσσονταν πλήρως στο πλευρό της Λευκωσίας.
Το έγγραφο φτάνει στον McNamara
Πάντως, η ειδική έκθεση της CIA δεν έμεινε πάντως στα συρτάρια των αναλυτών. Στις 15 Μαρτίου 1965, περίπου έναν μήνα μετά τη σύνταξή του, διαβιβάστηκε στον τότε υπουργό Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Robert McNamara.
Το συνοδευτικό memorandum εξηγούσε ότι η έκθεση παρουσίαζε τη σοβιετική θέση στο Κυπριακό και τον τρόπο με τον οποίο η Μόσχα είχε εκμεταλλευθεί το ζήτημα. Το υλικό κυκλοφόρησε επίσης σε ανώτερα κλιμάκια της αμερικανικής κυβέρνησης.
Επομένως το έγγραφο έχει ιδιαίτερη αξία αφού προκειται για ανάλυση πληροφοριών που κυκλοφορούσε στην κορυφή της αμερικανικής διοίκησης ενώ η κρίση βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
Αυτούσια ολόκληρη η έκθεση της CIA -12 Φεβρουαρίου 1965 – «Η Σοβιετική Πολιτική και Τακτικές στην Κυπριακή Διαμάχη».
Η ΕΣΣΔ έχει εκμεταλλευτεί επιδέξια την κυπριακή κρίση για να προωθήσει μια σειρά από τους πολιτικούς της στόχους στην Ανατολική Μεσόγειο εις βάρος της Δύσης. Κατάφερε να επιδιώξει τον βασικό της στόχο, δηλαδή την αποδυνάμωση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, αξιοποιώντας τις φιλοδοξίες και τις αντιπαλότητες Ελλήνων και Τούρκων, χωρίς, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, να δεσμευτεί σε κάποια συγκεκριμένη πορεία δράσης. Τους τελευταίους μήνες, η Μόσχα έχει υιοθετήσει θέση περισσότερο ευνοϊκή προς εκείνη της Τουρκίας, καθώς η νέα σοβιετική ηγεσία ακολουθεί δυναμικά πολιτική προσέγγισης με την Άγκυρα.
Σοβιετικοί στόχοι
Η σοβιετική πολιτική στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου είχε ως πρωταρχικό στόχο τη μείωση της συνοχής και της αποτελεσματικότητας της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Από τότε που άρχισε η κυπριακή κρίση, η ΕΣΣΔ επιδίωξε με συνέπεια αυτόν τον στόχο, εκμεταλλευόμενη τις εντάσεις μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ και επιδιώκοντας να περιπλέξει τις προσπάθειες για την επίτευξη διευθέτησης της διαφοράς. Έτσι, η πολιτική της Μόσχας κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης κρίσης και οι σοβιετικές κινήσεις προς τους Ελληνοκυπρίους και τους Τούρκους προέκυπταν από στρατηγικούς υπολογισμούς που ξεπερνούσαν τις τοπικές διαφορές στο νησί.
Ο πιο άμεσος στόχος της Μόσχας στην Κύπρο ήταν ο τερματισμός των δικαιωμάτων των δυτικών βάσεων. Η σοβιετική προπαγάνδα ενθάρρυνε την ελληνοκυπριακή αντίθεση στη συνέχιση της παρουσίας των βρετανικών κυρίαρχων περιοχών βάσεων στο νησί. Η ΕΣΣΔ επιδίωξε επίσης να απαξιώσει εκείνα τα πολιτικά στοιχεία στην Κύπρο που ήταν ευνοϊκά διακείμενα προς τη Δύση και να ενισχύσει την ήδη ισχυρή θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (ΑΚΕΛ). Η επιρροή του ΑΚΕΛ αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του 1964, καθώς η κυβέρνηση Μακαρίου επιδίωκε συστηματικά να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπήρχε σύγκλιση απόψεων μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Σοβιετικών.
Η ΕΣΣΔ παρουσίαζε τον εαυτό της ως υπερασπιστή της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας του νησιού. Η Σοβιετική Ένωση αντιτασσόταν σταθερά στην Ένωση, δηλαδή στην ένωση με την Ελλάδα. Οι σοβιετικές δηλώσεις σε δημόσια διεθνή φόρα, οι οποίες προσέφεραν στην κυβέρνηση Μακαρίου μια εναλλακτική πηγή υποστήριξης, την είχαν ενθαρρύνει να διατηρεί την ανεξαρτησία της από την Αθήνα.
Η σοβιετική υποστήριξη προς την κυβέρνηση Μακαρίου, ωστόσο, δεν υπαγορευόταν από κάποια εγγενή συμπάθεια προς τους Ελληνοκυπρίους, αλλά από τους πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς που περιγράφηκαν προηγουμένως. Τους τελευταίους μήνες, Σοβιετικοί αξιωματούχοι είχαν εκφράσει αμφιβολίες για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της κυπριακής ανεξαρτησίας και είχαν δείξει πλήρη επίγνωση της ικανότητας του Μακαρίου για διπροσωπία.
Ακόμη και όταν επιτιθόταν με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα κατά της Τουρκίας, η ΕΣΣΔ κατάφερνε να διατηρεί ανοικτές τις γραμμές επικοινωνίας με την Άγκυρα και να διαφυλάσσει την ελευθερία κινήσεών της για μια προσέγγιση, εάν αυτή κρινόταν σκόπιμη. Στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης, η Μόσχα υπολόγιζε ότι οι στόχοι της στην περιοχή ήταν πιθανότερο να επιτευχθούν μέσω στενότερων σχέσεων με την Τουρκία.
Τα τελευταία χρόνια η ΕΣΣΔ είχε καταβάλει κατά διαστήματα προσπάθειες για τη βελτίωση των σχέσεών της με την Τουρκία. Οι κινήσεις αυτές υποκινούνταν κυρίως από την επιθυμία να μειωθεί και, τελικά, να εξαλειφθεί η εκτεταμένη παρουσία του ΝΑΤΟ στα σοβιετικά σύνορα. Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, η ΕΣΣΔ είχε διευρύνει σταδιακά τις διπλωματικές, πολιτιστικές και οικονομικές επαφές της με την Άγκυρα και είχε προσπαθήσει να προωθήσει τον ουδετερισμό στην Τουρκία.
Οι πιο πρόσφατες σοβιετικές προσπάθειες, που άρχισαν στις αρχές ή στα μέσα του 1962, είχαν μέτρια επιτυχία και τον Ιούνιο του 1963 μια τουρκική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την ΕΣΣΔ. Μια σοβιετική αντιπροσωπεία επρόκειτο να ανταποδώσει την επίσκεψη τον Ιανουάριο του 1964, αλλά η κυπριακή κρίση οδήγησε στην αναβολή αυτής της χειρονομίας καλής θέλησης μέχρι τον Ιανουάριο του 1965.
Αρχική αντίδραση – Περιορισμένη υποστήριξη προς τον Μακάριο
Η αρχική αντίδραση της Μόσχας στο ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1963 ήταν να προσφέρει πλήρη υποστήριξη στην καταγγελία από τον Μακάριο των Συμφωνιών του Λονδίνου και της Ζυρίχης του 1960, οι οποίες εγκαθίδρυσαν την κυπριακή ανεξαρτησία. Η σοβιετική προπαγάνδα τόνιζε την ανάγκη σεβασμού της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας των Κυπρίων και ισχυριζόταν ότι το ΝΑΤΟ εκμεταλλευόταν τις διακοινοτικές εντάσεις για να δικαιολογήσει επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του νησιού.
Η σοβιετική υποστήριξη στις προσπάθειες του Μακαρίου να εμποδίσει τα αμερικανοβρετανικά σχέδια για μια ειρηνευτική δύναμη του ΝΑΤΟ στο νησί υποκινούνταν εν μέρει από την ανησυχία ότι η Δύση θα κατάφερνε να χρησιμοποιήσει την κρίση για να ενισχύσει τη στρατιωτική της θέση στην Κύπρο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τα σοβιετικά συμφέροντα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ίδιοι στρατηγικοί υπολογισμοί οδήγησαν αργότερα τη Μόσχα να ενθαρρύνει την ελληνοκυπριακή αντίθεση στα δικαιώματα των βρετανικών βάσεων.
Ταυτόχρονα, αυτή η έντονη δημόσια υποστήριξη επέτρεψε στη Μόσχα να αντικρούσει τις κινεζικές κατηγορίες ότι αδιαφορούσε για τα αντιδυτικά κινήματα των καταπιεσμένων εθνικοτήτων. Τέλος, ενθαρρύνοντας τους Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι προσπαθούσαν να μειώσουν τον πολιτικό ρόλο της τουρκικής κοινότητας, η Μόσχα επιδίωκε να επιδεινώσει τις σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Παρά το ενδιαφέρον της να ενθαρρύνει τον Μακάριο να τερματίσει τις Συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης, η ΕΣΣΔ απέφυγε προσεκτικά οποιαδήποτε δέσμευση για στρατιωτική υποστήριξη της κυπριακής κυβέρνησης.
Διστακτικές κινήσεις προς την Άγκυρα
Μια νέα φάση άνοιξε στα τέλη της άνοιξης και το καλοκαίρι, καθώς η Μόσχα προφανώς υπολόγισε ότι ο κίνδυνος τουρκικής επέμβασης είχε μειωθεί. Κατά την περίοδο αυτή, η Μόσχα άρχισε να διατυπώνει την αντίθεσή της στην Ένωση με σαφέστερους όρους και ταυτόχρονα επιχείρησε να αμβλύνει την αντιτουρκική αιχμή προηγούμενων δηλώσεων. Η τακτική αυτή αποτυπώθηκε σε δήλωση του Χρουστσόφ στις 4 Μαΐου στην «Ιζβέστια» και σε άρθρο της «Πράβδα» την ίδια ημέρα. Και τα δύο σχόλια επιχειρούσαν να αποδώσουν την ευθύνη για την κρίση στους «ιμπεριαλιστές και αντιδραστικούς που έχουν τα δικά τους ειδικά σχέδια για την Κύπρο».
Στις 2 Ιουνίου, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Έρκιν δήλωσε στον Τύπο ότι η ΕΣΣΔ είχε δώσει διαβεβαιώσεις πως δεν θα προμήθευε όπλα και πολεμικό υλικό στην Κύπρο.
Αντίθεση στην τουρκική επέμβαση
Μέχρι τα τέλη Ιουλίου, ωστόσο, οι εντάσεις στην Κύπρο είχαν αυξήσει ξανά τον κίνδυνο τουρκικής επέμβασης. Στις 26 Ιουλίου η «Πράβδα» δημοσίευσε ιδιαίτερα εμπρηστική συνέντευξη με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, στην οποία εξέφραζε την «εκτίμησή» του για δηλώσεις που είχε κάνει νωρίτερα μέσα στον μήνα ο Χρουστσόφ σχετικά με την Κύπρο. Ο Μακάριος ερμήνευσε αυτές τις δηλώσεις ως «σοβαρή προειδοποίηση» προς την Τουρκία κατά μιας εισβολής.
Η μεταγενέστερη σοβιετική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια και μετά τις τουρκικές αεροπορικές επιδρομές της 9ης Αυγούστου στην Κύπρο επιβεβαίωσε αυτή την προειδοποίηση. Η Κύπρος ζήτησε από τη Σοβιετική Ένωση «να επέμβει» υπέρ της, σύμφωνα με τον Κύπριο Υπουργό Εξωτερικών. Ο Χρουστσόφ απάντησε αμέσως με μη δεσμευτικές επιστολές προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ινονού και προς τον Μακάριο. Μόλις στις 15 Αυγούστου, αφού είχε υποχωρήσει ο κίνδυνος περαιτέρω τουρκικής επίθεσης, η σοβιετική κυβέρνηση υποσχέθηκε «βοήθεια» σε περίπτωση ξένης εισβολής.
Η Μόσχα φαίνεται ότι εξέδωσε ορισμένες ιδιωτικές προειδοποιήσεις προς την Τουρκία, αλλά δεν είναι σαφές πόσο συγκεκριμένες ήταν. Ο Έρκιν είπε στον Αμερικανό πρέσβη ότι στις 15 Αυγούστου ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Γκρομίκο δήλωσε πως, σε περίπτωση περαιτέρω τουρκικής στρατιωτικής δράσης στην Κύπρο, η ΕΣΣΔ «θα βοηθήσει στρατιωτικά την Κύπρο». Ο Έρκιν είπε στον Βρετανό πρέσβη ότι ο Γκρομίκο είχε δηλώσει πως η ΕΣΣΔ «θα επέμβει στρατιωτικά».
Μετά τις συνομιλίες αυτές, ο Έρκιν προσέγγισε ξανά τον Αμερικανό πρέσβη, ζητώντας διαβεβαιώσεις για αμερικανική υποστήριξη σε περίπτωση σοβιετικών αντιποίνων κατά μιας νέας τουρκικής στρατιωτικής ενέργειας στην Κύπρο. Ο Έρκιν ενδέχεται να είχε υπερβάλει την προειδοποίηση του Γκρομίκο, απλώς για να εξασφαλίσει διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ προτού η Τουρκία προχωρήσει σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια στην Κύπρο.
Η σοβιετική κυβερνητική δήλωση της 15ης Αυγούστου προσφέρθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Κύπρο σχετικά με τη «βοήθεια» που θα παρεχόταν σε περίπτωση εισβολής. Ως αποτέλεσμα αυτής της προσφοράς, ελληνοκυπριακή αντιπροσωπεία ταξίδεψε στη Μόσχα και στις 30 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε συμφωνία στην ΕΣΣΔ. Οι πλήρεις λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν είχαν ακόμη αναφερθεί, αλλά υπήρχαν εικασίες ότι κάλυπτε ευρύ φάσμα στρατιωτικού υλικού. Οι παραδόσεις στο πλαίσιο της συμφωνίας άρχισαν τον Ιανουάριο του 1965 και αναμενόταν να ολοκληρωθούν μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου.
Πρόσφατες κινήσεις προς την Τουρκία
Μέχρι την επίσκεψη της κυπριακής αντιπροσωπείας στη Μόσχα, είχε ήδη καταστεί σαφές ότι η ΕΣΣΔ ήταν αποφασισμένη να επαναλάβει τις προσπάθειές της για βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα και είναι απίθανο οι Ελληνοκύπριοι να έλαβαν συγκεκριμένες υποσχέσεις από τις σοβιετικές αρχές. Η Μόσχα ενδέχεται να είχε υπολογίσει ότι η Τουρκία είχε εγκαταλείψει περαιτέρω σχέδια επίθεσης κατά της Κύπρου και ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος κινούνταν προς την αποδοχή της Ένωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν μόνο δυνατό αλλά και αναγκαίο να επιδιωχθεί βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία και να βασιστεί αυτή η προσπάθεια, εν μέρει, σε μια κοινή αντίθεση προς την Ένωση.
Οι προσπάθειες της Μόσχας διευκολύνθηκαν από την πεποίθηση της Άγκυρας ότι η Δύση δεν είχε παράσχει επαρκή υποστήριξη έναντι της Κύπρου. Κατά το δεύτερο μισό του 1964, αυτή η απογοήτευση δημιούργησε στην Τουρκία την αίσθηση ότι ήταν αναγκαίο να βελτιωθούν οι σχέσεις με την ΕΣΣΔ.
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η επίσκεψη του Έρκιν στη Μόσχα από τις 30 Οκτωβρίου έως τις 6 Νοεμβρίου.
Η επίσκεψη αυτή, που είχε προταθεί για πρώτη φορά από την ΕΣΣΔ στα μέσα του 1963, χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο κυβερνήσεις για να καταδείξει μια ανανεωμένη θερμότητα στις σχέσεις τους. Αυτό πήρε τη μορφή σοβιετικής αναγνώρισης των «νόμιμων δικαιωμάτων» της τουρκικής κοινότητας στο νησί – μια τακτική υποχώρηση από την προηγούμενη θέση – και συμφωνίας για πολιτιστικές και επιστημονικές ανταλλαγές.
Στη συνέχεια, τουρκική τεχνική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο για δύο εβδομάδες και συνήψε συμφωνία για την επέκταση του εμπορίου.
Η ΕΣΣΔ ανταποκρίθηκε γρήγορα στην επίσκεψη Έρκιν, στέλνοντας στην Τουρκία την πολυαναμενόμενη κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Ποντγκόρνι, από τις 4 έως τις 13 Ιανουαρίου 1965. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, ο Ποντγκόρνι έκανε συνηθισμένες αναφορές σε ζητήματα όπως η τουρκική προσήλωση στο ΝΑΤΟ και επιδίωξε υποστήριξη για τη σοβιετική θέση σχετικά με το άρθρο 19 του ΟΗΕ, αλλά κατεύθυνε τις περισσότερες προσπάθειές του στη βελτίωση του κλίματος των σχέσεων. Έδωσε έμφαση στην οικονομική βοήθεια προς την Τουρκία και προσκάλεσε τόσο τον Πρόεδρο Γκιουρσέλ όσο και τον Πρωθυπουργό Ινονού να επισκεφθούν την ΕΣΣΔ.
Παρά την τουρκική αισιοδοξία ότι η ΕΣΣΔ κινούνταν προς την υιοθέτηση της θέσης της Άγκυρας στο Κυπριακό, ο Ποντγκόρνι αρνήθηκε συγκεκριμένα να αναγνωρίσει την εγκυρότητα των Συμφωνιών του Λονδίνου και της Ζυρίχης, οι οποίες έδιναν στην Τουρκία το δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης. Επιπλέον, στις 13 Ιανουαρίου το ΤΑΣΣ ανακοίνωσε επίσκεψη στη Μόσχα αντιπροσωπείας του ΑΚΕΛ για συζήτηση της κατάστασης στην Κύπρο. Η ανακοίνωση επαναλάμβανε την καθιερωμένη σοβιετική γραμμή ότι η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα της Κύπρου έπρεπε να γίνουν σεβαστές, ότι οι ξένες παρεμβάσεις έπρεπε να αποφεύγονται και ότι οι Κύπριοι έπρεπε να είναι ελεύθεροι να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις υποθέσεις τους.
Ο Ποντγκόρνι υποσχέθηκε δήλωση που θα υποστήριζε την αρχή της ομοσπονδίας ως πιθανό μέσο διευθέτησης της διαφοράς στο νησί. Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε εν μέρει με μια αμφίσημη δήλωση του Γκρομίκο στην «Ιζβέστια» στις 21 Ιανουαρίου. Ο Γκρομίκο υπέδειξε ότι η ομοσπονδία θα μπορούσε να επιλεγεί από τον κυπριακό λαό, αλλά αμέσως περιόρισε αυτή τη δήλωση, επισημαίνοντας ότι ένα τέτοιο «σύστημα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ενιαίας κεντρικής κυβέρνησης».
Παρότι η αναφορά του Γκρομίκο στην ομοσπονδία προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις μεταξύ των άμεσα εμπλεκομένων στη διαφορά, σχεδόν σίγουρα προοριζόταν να εκληφθεί ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που περιείχε στοιχεία ευχάριστα τόσο στους Ελληνοκυπρίους όσο και στην Άγκυρα. Η Μόσχα πιθανότατα γνώριζε την αντίθεση στην ομοσπονδία στην Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά φαίνεται ότι υπολόγισε λανθασμένα την ένταση της συναισθηματικής αντίδρασης στον όρο «ομοσπονδιακή λύση».
Αυτό υποδηλώνει ότι οι σοβιετικές προσπάθειες να ακολουθήσουν μια συνεπή πολιτική, προσπαθώντας παράλληλα να εμφανίζονται αρεστές προς όλες τις πλευρές, ενδέχεται τελικά να απέτυχαν. Η πρόσφατη στάση της Μόσχας, για παράδειγμα, είχε ήδη αρχίσει να διαβρώνει την άλλοτε ισχυρή θέση του ΑΚΕΛ στο νησί και φαίνεται ότι είχε μειώσει σημαντικά τις πιθανότητές του να ανέλθει στην εξουσία μέσω εκλογών.
Πίσω, όμως, από την προσπάθεια ισορροπιών του Γκρομίκο υπήρχε μια σαφής διατύπωση των βασικών σοβιετικών συμφερόντων στην υπόθεση: αντίθεση στην Ένωση και στην παρουσία ξένων στρατευμάτων στο νησί. Ο Γκρομίκο δήλωσε ότι το κύριο ζήτημα ήταν πλέον να διασφαλιστούν η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου και ότι ήταν αναγκαία «η αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων».
Προοπτικές: Περιορισμοί στη σοβιετική δράση
Οι σοβιετικοί στόχοι δεν είχαν αλλάξει μετά την πτώση του Χρουστσόφ, ωστόσο οι νέοι ηγέτες φαίνονταν να κινούνται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για τη βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα. Η επίσκεψη του Έρκιν ήταν η πρώτη επίσκεψη υψηλόβαθμου μη κομμουνιστή ξένου αξιωματούχου μετά την πτώση του Χρουστσόφ. Η αποστολή μιας σημαντικής προσωπικότητας του κύρους του Ποντγκόρνι και η προπαγανδιστική προβολή της επίσκεψής του αντανακλούσαν το σημαντικό σοβιετικό ενδιαφέρον να εντυπωσιαστεί η Τουρκία με τα πιθανά οφέλη που θα μπορούσαν να προκύψουν από στενότερες σχέσεις.
Παρά τη γρήγορη αναγνώριση και εκμετάλλευση από τη Μόσχα της τουρκικής απογοήτευσης από τη Δύση, η σοβιετική πολιτική περιοριζόταν σε κάποιο βαθμό από προηγούμενες σοβιετικές πρωτοβουλίες. Η λογική της κατάστασης μετά τις τουρκικές αεροπορικές επιδρομές του Αυγούστου απαιτούσε τουλάχιστον μια προσφορά «βοήθειας» προς τους Κυπρίους. Η βοήθεια αυτή πιθανότατα δεν ήταν τέτοιας έκτασης ώστε να έχει σοβαρή επίδραση στη στρατιωτική κατάσταση στο νησί, ωστόσο ο ψυχολογικός της αντίκτυπος θα μπορούσε να βλάψει τη σοβιετική θέση στην Τουρκία.
Επιπλέον, η Μόσχα θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πραγματικό δίλημμα, εάν η Τουρκία υιοθετούσε απειλητική στάση απέναντι στα πρόσφατα βήματα του Μακαρίου για την ψήφιση εκλογικού νόμου που αγνοούσε τους όρους των Συμφωνιών του Λονδίνου και της Ζυρίχης.
Τέλος, οι Σοβιετικοί ηγέτες πιθανότατα είχαν επίγνωση της εύθραυστης φύσης της πρόσφατης βελτίωσης των σχέσεων με την Τουρκία. Η προσέγγιση των τελευταίων μηνών πραγματοποιήθηκε παρά την αντίθεση του Κόμματος της Δικαιοσύνης, το οποίο φαινόταν πλέον πιθανό να κερδίσει τις επικείμενες εκλογές στην Τουρκία. Παρά τις αυξανόμενες τάσεις ανεξαρτησίας και οπορτουνισμού στην εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, εξακολουθούσε να υπάρχει ισχυρό ρεύμα αντιρωσικού αισθήματος στην Τουρκία και ήταν απίθανο να υπάρξει οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στάσης μέσα στα επόμενα χρόνια.
Παρά τους περιορισμούς αυτούς στην ελευθερία κινήσεών της, η ΕΣΣΔ θα συνέχιζε να επιδιώκει την επέκταση του ρόλου της στην Ανατολική Μεσόγειο εις βάρος της Δύσης. Ήταν απίθανο να βοηθήσει στην αναζήτηση λύσης του Κυπριακού, καθώς είχε περισσότερα να κερδίσει από τη συνέχιση των εντάσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να αντιταχθεί ενεργά σε οποιαδήποτε λύση που θα προέβλεπε τη διχοτόμηση του νησιού, όπως είχε προτείνει η Τουρκία το προηγούμενο καλοκαίρι. Ωστόσο, η Μόσχα ήταν πιθανό να συνεχίσει την προσέγγισή της με την Άγκυρα όσο αυτό ήταν δυνατόν, χωρίς να διακυβεύει τη θέση της αλλού στον αφροασιατικό κόσμο, σε περίπτωση νέων τουρκικών απειλών για επέμβαση.
ΠΗΓΗ:https://www.sigmalive.com/news/kypriako/1331538/cia-moskha-kipriako-draft

