Όψιμη αποτύπωση του αγώνα της ΕΟΚΑ: Γιατί οι αγωνιστές στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια μετά τον Αγώνα δεν βρήκαν τον χρόνο και τη διάθεση να καταγράψουν τις αναμνήσεις τους

Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ 1955-59 αποτελεί αναμφίβολα το κορυφαίο γεγονός της νεότερης ιστορίας της Κύπρου και ένα από τα σημαντικότερα της νεότερης Ελληνικής ιστορίας. Η δράση, οι θυσίες, τα ολοκαυτώματα και οι απαγχονισμοί των παλικαριών του ’55 συγκλόνισαν τον απανταχού Ελληνισμό και συγκίνησαν την Οικουμένη. Το Έπος της ΕΟΚΑ αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο ιστοριογραφικής μελέτης και πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία. Παράλληλα, υπήρξε η αφετηρία, για τους πρωταγωνιστές και όσους έλαβαν μέρος σε αυτό, να καταγράψουν τις προσωπικές του αναμνήσεις και να δώσει ο καθένας το δικό του στίγμα στη διατήρηση της μνήμης.

Ο πρώτος, ο οποίος κατέγραψε τις αναμνήσεις του από την οργάνωση και εκτέλεση του Αγώνα, ήταν ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ, Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής. Εξέδωσε το 1961 στην Αθήνα τα «Απομνημονεύματα αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959», ένα έργο 476, σελίδων στο οποίο, όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του, εκθέτει «με αντικειμενικότητα και χρονολογικώς την στρατιωτικήν, πολιτικήν και διπλωματικήν ιστορίαν του Κυπριακού έπους, εις τρόπον ώστε ο αναγνώστης να λάβη μιαν σαφή και γενικήν ιδέαν των διαδραματισθέντων γεγονότων». Για τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του ο Διγενής στηρίχθηκε στο αρχείο και το ημερολόγιο του, τα οποία διατηρούσε κατά τη διάρκεια του τετραετούς αγώνα και τα οποία «διεσώθησαν σχεδόν ολόκληρα». Στα εννέα πρώτα κεφάλαια ο Διγενής καταγράφει χρονολογικά τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν από την περίοδο της προετοιμασίας του αγώνα μέχρι τη λήξη του, τον Φεβρουάριο του 1959. Το δέκατο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο ειδικά στην «Παθητική Αντίσταση» του Κυπριακού Ελληνισμού κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας και το ενδέκατο αναφέρεται στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, με βάση τις οποίες τελείωσε ο ένοπλος αγώνας. Ο Διγενής παραθέτει επίσης παράρτημα, στο οποίο εκθέτει το Γενικό Σχέδιο Επαναστατικής Δράσης και τα κυριότερα γεγονότα από τη δράση της ΕΟΚΑ.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1972, ο Διγενής προχώρησε στην έκδοση του δεύτερου σημαντικού του έργου για τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Πρόκειται για το «Χρονικόν αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959», το οποίο εκδόθηκε στη Λευκωσία την περίοδο που ο Διγενής βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο ως επικεφαλής της ΕΟΚΑ Β΄. Το έργο, 650 σελίδων, χωρίζεται σε τρία μέρη και 30 κεφάλαια. Το τρίτο μέρος, που είναι και το εκτενέστερο, περιγράφει τη δράση της ΕΟΚΑ στους 16 στρατιωτικούς τομείς στους οποίους είχε χωριστεί η Κύπρος από την Οργάνωση. Στο έργο καταγράφονται εκατοντάδες αναφορές αγωνιστών για τη δράση τους, τις οποίες ζήτησε ο Διγενής μετά  το τέλος του αγώνα. Σύμφωνα με πληροφορίες που κατέχουμε, ο Διγενής συνέστησε στους αγωνιστές να είναι φειδωλοί στη δημοσιοποίηση των μαρτυριών τους, προφανώς έχοντας ως στόχο να τις περιλάβει στο χρονικό που σκόπευε να εκδώσει.

Συμπλήρωμα στα δύο αυτά έργα του Διγενή αποτελεί μια σύντομη στρατιωτική μελέτη που εξέδωσε το 1962 στην Αθήνα, με τίτλο «Αγών Ε.Ο.Κ.Α. και ανταρτοπόλεμος (πολιτικοστρατιωτική μελέτη)». Στο έργο αυτό ο Διγενής απευθύνεται κυρίως σε στρατιωτικούς και καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο έλυσε διάφορα στρατιωτικά προβλήματα στη διεξαγωγή του Αγώνα, εξάγοντας παράλληλα «τα στρατηγικά και τακτικά συμπεράσματά» του «επί του ανταρτοπολέμου».

Τα τρία αυτά έργα του Διγενή αποτελούν βασική πρωτογενή πηγή για τη μελέτη του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα του 1955-59 και είναι απαραίτητα για να κατανοήσει ο μελετητής τις πολιτικοστρατιωτικές αντιλήψεις του αρχηγού του Αγώνα και τον τρόπο δράσης του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο πολιτικός αρχηγός του αγώνα της ΕΟΚΑ, ούτε έγραψε ο ίδιος απομνημονεύματα, ούτε φρόντισε να εκδοθούν κείμενά του από την περίοδο του Αγώνα. Ομιλίες, συνεντεύξεις και άλλα κείμενα του Μακαρίου από την περίοδο 1955-59 δημοσιεύτηκαν μόλις το 1992 και 1993 σε δύο τόμους, που εξέδωσε το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ με τον τίτλο «Άπαντα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄», την επιμέλεια των οποίων είχε ο Φιλόλογος Νέαρχος Νεάρχου.

Μια μικρή εξαίρεση στην απουσία καταγραφής των αναμνήσεων των αγωνιστών της ΕΟΚΑ αποτελούν τέσσερα βιβλιαράκια που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του 1960, και που αναφέρονται αποκλειστικά στα Κρατητήρια και τις Φυλακές της Αποικιοκρατίας. Πρώτο εκδόθηκε το βιβλίο του Ζήτα Σίγμα Ρω (ψευδώνυμο του Πολύβιου Νικολάου) «Στα συρματοπλέγματα της σκλαβιάς», το οποίο κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1959. Το βιβλίο αυτό, στο οποίο περιγράφεται η ζωή των Πολιτικών Κρατουμένων στα Κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς και της Πύλας, κατά την εισαγωγή του από την Ελλάδα στην Κύπρο κατασχέθηκε από τους Άγγλους, και κυκλοφόρησε ελεύθερα μόνο μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο αρχιμανδρίτης Κωνσταντίνος Λευκωσιάτης, το 1961, κυκλοφόρησε στην Αθήνα το βιβλίο του «Η Κυπριακή Βαστίλλη 1955-1959», στο οποίο περιγράφει πτυχές της ζωής των κρατουμένων στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Την ίδια περίοδο ο Παπαντώνιος Ερωτοκρίτου, ιερέας των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας, στο βιβλίο του «Πώς έζησα το δράμα των απαγχονισθέντων», δίνει τη δική του μαρτυρία για τις τελευταίες στιγμές των εννέα ηρωομαρτύρων της κυπριακής ελευθερίας. Τέλος, ο επίσης, αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Κομμοδάτος εξέδωσε το 1969 στο Λονδίνο «Το Ημερολόγιο ενός Κρατουμένου», όπου παρουσιάζει τη ζωή των Κρατητηρίων μέσα από το προσωπικό ημερολόγιο που τηρούσε την περίοδο 1955-1957.

Την έκδοση των Απομνημονευμάτων του Διγενή ακολούθησε ουσιαστικά περίοδος μακράς σιγής. Πέραν των τεσσάρων πιο πάνω περιπτώσεων – καθώς και κάποιων επετειακών συνήθως αναφορών αγωνιστών, που δημοσιεύονταν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο- τα πρώτα 20 χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας καμιά έκδοση δεν καταγράφει τις αναμνήσεις αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Η σιωπή αυτή διακόπηκε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Η πρώτη ερμηνεία για το γεγονός της μακράς σιωπής των αγωνιστών είναι ότι, μετά τη δημοσίευση των απομνημονευμάτων του Αρχηγού, θεωρήθηκε περίπου ως ιεροσυλία από τους αγωνιστές η καταγραφή και η έκδοση των δικών τους μαρτυριών και εμπειριών. Ακόμη, επειδή στην πλειονότητά τους οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, σχεδόν όλοι νέοι άνθρωποι, μετά το τέλος του Αγώνα ρίχθηκαν στη βιοπάλη, αναζητώντας την επαγγελματική και οικογενειακή τους αποκατάσταση, δεν υπήρχε χρόνος ή διάθεση να καταπιαστούν με τη συγγραφή των αναμνήσεών τους.

Καταλυτικό ρόλο στη μη καταγραφή και έκδοση των αναμνήσεων των αγωνιστών, σύμφωνα με μαρτυρίες ηγετικών στελεχών των Συνδέσμων Αγωνιστών, διαδραμάτισε και η πολιτική που ακολούθησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος – ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας – έναντι της Μεγάλης Βρετανίας. Μετά την Ανεξαρτησία η Κυπριακή Δημοκρατία επεδίωξε να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον πρώην δυνάστη της, ενώ το 1961, προκειμένου να διευρυνθούν ακόμη περισσότερο οι σχέσεις αυτές, εντάχθηκε στη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Η πολιτική αυτή προκάλεσε αναστολές στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και τους απέτρεψε από το να καταγράψουν τις μαρτυρίες τους από τον Αγώνα, μαρτυρίες που σίγουρα θα αναδείκνυαν τις δοκιμασίες και τις βαρβαρότητες που προκάλεσαν οι Άγγλοι στο Νησί κατά την τετραετία ΄55-’59.

Μια άλλη εξίσου σημαντική ερμηνεία για τη μη καταγραφή των αναμνήσεων των αγωνιστών συνάγεται από την όλη πορεία του Κυπριακού ζητήματος μετά το 1960. Η νεαρή Κυπριακή Δημοκρατία πολύ νωρίς, 40 μόλις μήνες μετά τη γέννησή της, μπήκε σε μεγάλες περιπέτειες.

Η ανταρσία του 1963

Τον Δεκέμβριο του 1963 είχαμε την Τουρκική Ανταρσία, δηλαδή την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τις πολιτικές και διοικητικές δομές του νέου Κράτους, και τις σφοδρές και αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις. Το πρώτο εξάμηνο του 1964 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο η Ελληνική Μεραρχία, γεγονός που απετέλεσε την ελληνική απάντηση στις απειλές της Τουρκίας για εισβολή στο Νησί. Το καλοκαίρι του 1964 ήταν ιδιαίτερα θερμό, με τις ελληνικές επιχειρήσεις για ανατροπή του τουρκικού προγεφυρώματος στην περιοχή της Μανσούρας – Κοκκίνων και με τους τουρκικούς βομβαρδισμούς αμάχων στην Τηλλυρία. Ακολούθησε περίοδος συζητήσεων διαφόρων προτάσεων λύσεως του Κυπριακού ζητήματος (Σχέδιο Άτσεσον, Έκθεση Γκάλο Πλάζα). Η πολεμική ένταση στο νησί επανήλθε το 1967 με τις επιχειρήσεις στην περιοχή των χωριών Κοφίνου και Αγίου Θεοδώρου, που οδήγησαν στην αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας και του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή και την αμυντική αποδυνάμωση του Νησιού.

Το 1968 σηματοδοτεί την αλλαγή πολιτικής, την εγκατάλειψη, δηλαδή του ευκταίου, που ήταν  η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα – στόχος του αγώνα της ΕΟΚΑ – και τη στροφή προς το εφικτό, δηλαδή την ανεξαρτησία. Η στροφή αυτή σίγουρα επέφερε απογοήτευση σε ένα μέρος του αγωνιστικού κόσμου, ο οποίος έβλεπε το όραμα της Ένωσης, για το οποίο αγωνίστηκε με θάρρος και αυτοθυσία κατά τον τετραετή Αγώνα, να απομακρύνεται ακόμα περισσότερο, τώρα και με τη συγκατάθεση της πολιτικής του ηγεσίας.

Επώδυνη περίοδος

Η περίοδος 1968-1974 ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για τον Κυπριακό Ελληνισμό, καθώς το εσωτερικό του μέτωπο διαβρώθηκε από έναν αδυσώπητο εμφύλιο σπαραγμό. Το 1971 ο άλλοτε αρχηγός του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας Διγενής κατήλθε παράνομα στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, με στόχο να συνεχίσει τον αγώνα για την Ένωση. Οι αρχηγοί του αγώνα του 1955 διχάστηκαν και οδήγησαν τον Ελληνισμό της Κύπρου σε ένα έντονο διχασμό. Οι άλλοτε συναγωνιστές διαχωρίστηκαν τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα και δεν δίστασαν να στρέψουν τα όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Παράλληλα, οι Συνταγματάρχες των Αθηνών εκμεταλλεύτηκαν την αγάπη για την Ελλάδα και τα ενωτικά αισθήματα μερίδας Ελλήνων Κυπρίων, οι οποίοι, χωρίς να το αντιληφθούν, έγιναν συνεργοί στα σχέδιά τους.

Η συνοπτική αυτή παρουσίαση της πορείας του Κυπριακού Ελληνισμού την περίοδο 1960-1974 μας διαφωτίζει πλήρως για τον λόγο για τον οποίο οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια μετά τον Αγώνα, δεν βρήκαν τον χρόνο και τη διάθεση να καταγράψουν τις αναμνήσεις τους. Άλλωστε, η έντονη διαμάχη των δύο αρχηγών του Αγώνα – Μακαρίου και Διγενή – λειτουργούσε ανασταλτικά στην προβολή του. Επιπλέον, η χρήση από τον Διγενή του ονόματος της ΕΟΚΑ για την παράνομη οργάνωση που ίδρυσε το 1971 με το όνομα ΕΟΚΑ Β΄ – ενέργεια που μπορεί μεν να είναι κατανοητή, αλλά ήταν λανθασμένη – δημιουργούσε αρνητικά αντανακλαστικά κατά τις αναφορές οποιουδήποτε στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Οι δύο ηγέτες, που στη δεκαετία του 1950, οδήγησαν τον Κυπριακό Ελληνισμό στην καταγραφή των πιο λαμπρών σελίδων της ιστορίας του, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970 τον οδήγησαν στον εμφύλιο σπαραγμό, που κατέληξε, όπως ήταν αναμενόμενο, στην εθνική καταστροφή του 1974.

Η Τουρκική Εισβολή του 1974, με την κατάληψη του 37% του κυπριακού εδάφους και την προσφυγοποίηση 200.000 Ελλήνων Κυπρίων, ήταν ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας που απέστρεψε τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ από το να ασχοληθούν συστηματικά με την καταγραφή των αναμνήσεών τους από τον Αγώνα. Η εθνική καταστροφή, αλλά και η ενοχοποίηση του οράματος των αγωνιστών της ΕΟΚΑ για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, λειτούργησε ως τροχοπέδη στη διάθεση τους αγωνιστών να ανασκαλίσουν τη μνήμη τους και να ανασύρουν τις στιγμές που το όραμα της Ένωσης τούς έκανε να μεγαλουργούν, αψηφώντας τα μεγέθη και τη λογική. Ατυχώς, για μια μερίδα του Κυπριακού Ελληνισμού η Ελλάδα ταυτίστηκε με το καθεστώς των επίορκων αξιωματικών της 21ης Απριλίου 1967, που έφεραν ευθύνη για την καταστροφή του 1974, γι’ αυτό και κάθε αναφορά στον Αγώνα και στο όραμά του θεωρήθηκε «εθνικιστικό παραλήρημα».

Το εσωτερικό πολιτικο-κομματικό σκηνικό, όπως διαμορφώθηκε μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου το 1977, λειτούργησε και πάλι ανασταλτικά στην ενασχόληση με τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Αγώνας απετέλεσε πεδίο πολιτικής και κομματικής αντιπαράθεσης. Οι πλείστοι αγωνιστές της ΕΟΚΑ βρήκαν πολιτική έκφραση στον κομματικό σχηματισμό που δημιούργησε το 1976 ο Γλαύκος Κληρίδης, τον Δημοκρατικό Συναγερμό, ο οποίος για δεκαεπτά χρόνια αποτελούσε την αξιωματική αντιπολίτευση. Το γεγονός αυτό κατέστησε στη συνείδηση πολλών τον παλλαϊκό αγώνα της ΕΟΚΑ κληρονομία ενός μόνο κόμματος, και μάλιστα αυτού της αντιπολίτευσης. Επιπρόσθετα, η στήριξη που προσέφερε στους προέδρους της Κύπρου την περίοδο 1977-1993 το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς, το ΑΚΕΛ, περιόρισε ακόμα περισσότερο την προβολή του Αγώνα. Τέλος, ανασχετικά στην ελεύθερη έκφραση των αγωνιστών όλα αυτά τα χρόνια επέδρασε και η ταύτιση της έννοιας της κρατικής μηχανής με συγκεκριμένο κόμμα που έλεγχε τη λειτουργία της.

Η δραστηριοποίηση μετά την εκλογή Βασιλείου

Η εκλογή του Γιώργου Βασιλείου το 1988, παρόλο που επιτεύχθηκε μόνο με τη στήριξη του ΑΚΕΛ, λειτούργησε ευεργετικά στην ανάπτυξη του δημοκρατικού διαλόγου και της πολυφωνίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα άρχισε η έντονη δραστηριοποίηση των αγωνιστών με στόχο τη συντήρηση της μνήμης του αγώνα της ΕΟΚΑ. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχαν αρχίσει να ιδρύονται οι διάφοροι Σύνδεσμοι Αγωνιστών ΕΟΚΑ. Πρώτος ιδρύθηκε το 1984 ο «Σύνδεσμος Τομεαρχών ΕΟΚΑ 1955-1959» και ακολούθησαν, λίγα χρόνια αργότερα, οι διάφοροι σύνδεσμοι «Πολιτικών Καταδίκων», «Ανταρτών», «Πολιτικών Κρατουμένων» και «Αγωνιστών Μη Συλληφθέντων». Όλοι αυτοί οι Σύνδεσμοι έφεραν σε επαφή τους αγωνιστές, αναζωπύρωσαν τις μνήμες του Αγώνα και έδωσαν ώθηση στη συγγραφή των αναμνήσεων των αγωνιστών.

Η Ελενίτσα Σεραφείμ όπως τα έζησε ως τομεάρχης…

Η πρώτη αυτοτελής έκδοση με μνήμες αγωνιστών από τον αγώνα της ΕΟΚΑ είναι αυτή της Ελενίτσας Σεραφείμ-Λοΐζου με τίτλο «Ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου 1955-1959, όπως τον έζησε μια τομεάρχης», η οποία κυκλοφόρησε στη Λευκωσία το 1982. Όπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Μόντης, η Ελενίτσα Σεραφείμ-Λοΐζου «αφηγείται απλά, μ’ αμεσότητα κ’ ειλικρίνεια τις εμπειρίες της από τον Απελευθερωτικό μας Αγώνα κ’ ειδικώτερα από τη δράση στον τομέα της ιδιαίτερής της πατρίδας, της Λάρνακας». Το βιβλίο γνώρισε ακόμη δύο επανεκδόσεις, το 1983 και το 2005.

Η Ελενίτσα Σεραφείμ Λοίζου

Η επόμενη έκδοση με αναμνήσεις από τον Αγώνα ήταν του μετέπειτα προέδρου των Συνδέσμων Αγωνιστών ΕΟΚΑ, Θάσου Σοφοκλέους, με τίτλο «Πόθος ελευθερίας (αναδρομή στον αγώνα 1955-1959)», το 1989. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, με το βιβλίο «αυτό θέλω να ικανοποιήσω μια εσωτερική μου επιτακτική ανάγκη: να επικοινωνήσω με τον Κυπριακό λαό, ιδιαίτερα με τη νέα γενιά, για να δώσω, κατά το δυνατό, τις διαστάσεις του υπέροχου Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ».

Ο Θάσος Σοφοκλέους

Μια αξιοσημείωτη περίπτωση καταγραφής των αναμνήσεων των αγωνιστών είναι αυτή της κοινότητας Παραλιμνίου. Τρεις αγωνιστές από το Παραλίμνι εξέδωσαν τη δεκαετία 1983-1992 τις αναμνήσεις τους από τον Αγώνα. Πρόκειται για τους Λοΐζο Λοϊζίδη, με το βιβλίο «Ηρωικά χρόνια (Προσωπικές αναμνήσεις του Βοηθού Τομεάρχη Καρπασίας Λοΐζου Γ. Λοϊζίδη από το Παραλίμνι για τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-59)», του 1983, Κώστα Πιττάκη, με τα «Φλογισμένα τρόπαια (Εμπειρία στην ΕΟΚΑ 55-59)», του 1990, και Πέτρο Παντελίδη με «Το Παραλίμνι στα χρόνια της ΕΟΚΑ», του 1992.

Η δεκαετία του 1990 σηματοδοτεί την έναρξη της αύξησης του αριθμού των εκδόσεων με αναμνήσεις των αγωνιστών του κυπριακού έπους. Δύο είναι, πιστεύουμε, οι σημαντικοί παράγοντες που ενίσχυσαν αυτό το γεγονός. Ο πρώτος είναι η εκλογή το 1993 στην προεδρία της Δημοκρατίας του Γλαύκου Κληρίδη. Την εκλογή στήριξαν οι Σύνδεσμοι Αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Μια από τις πρώτες αποφάσεις της Κυβέρνησης Κληρίδη, στις 26 Μαρτίου 1993, ήταν η ίδρυση του Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959 (ΣΙΜΑΕ), το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Το ΣΙΜΑΕ έχει ως πρωταρχικό στόχο του τη διατήρηση και την ανάδειξη της μνήμης του αγώνα της ΕΟΚΑ. Προς τον σκοπό αυτό το Συμβούλιο προχώρησε σε μια σειρά δικών του εκδόσεων, καθώς και στην ηθική και υλική ενίσχυση εκδόσεων αγωνιστών, στις οποίες γίνονται αναφορές στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Το ΣΙΜΑΕ. τον Δεκέμβριο του 1997. προχώρησε στην ίδρυση του Ιδρύματος Απελευθερωτικού Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959, το οποίο έχει ως στόχο τη διατήρηση της μνήμης του Αγώνα και την ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας γύρω από αυτόν.

Παράλληλα με τα πιο πάνω, ενισχυτικό ρόλο στην παρότρυνση των αγωνιστών να εκδώσουν τις αναμνήσεις τους διαδραμάτισαν και οι μαζικές αφυπηρετήσεις τους από την ενεργό δράση στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, που άρχισαν τη δεκαετία του 1990. Οι αγωνιστές, εκτός από τις ευνοϊκότερες συνθήκες που απολαμβάνουν τη δεκαετία του 1990, διαθέτουν πλέον και τον χρόνο να ασχοληθούν με τη συγγραφή, ενώ, παράλληλα, τώρα στο τέλος της ζωής τους, είναι σαφέστατη η διάθεση πολλών να προσθέσουν ο καθένας τη δική του μαρτυρία. Έτσι, τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια παρατηρείται ραγδαία αύξηση της έκδοσης αναμνήσεων αγωνιστών, που εμπλουτίζουν την πρωτογενή βιβλιογραφία του Αγώνα της ΕΟΚΑ. Άλλοι αποτυπώνουν όσα έζησαν από διάφορα μέρη στα οποία αγωνιστήκαν, άλλοι εξαίρουν τη συμβολή της περιοχής και του χωριού τους. Όλοι, όμως, τονίζουν την εθνική σημασία του εγχειρήματός τους και θέλουν να αφήσουν ένα κληροδότημα για τις επόμενες γενιές.   

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/kipros/koinonia/article/1783133/opsimi-apotiposi-tou-agona-tis-eoka-giati-i-agonistes-sta-prota-dekapente-chronia-meta-ton-agona-den-vrikan-ton-chrono-ke-ti-diathesi-na-katagrapsoun-tis-anamnisis-tous/