12 Φεβρουάριος 2017
Του Μιχάλη Παπαδόπουλου
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΑΡΑΚΜΙΑΚΟ ΦΕΤΙΧ ΣΕ… ΚΟΙΝΗ ΘΕΑ
Η… διαβουλευτική προσπάθεια εξορθολογισμού των τουρκικών «παραλογικών» διεκδικήσεων όχι μόνον δεν φέρει, επί της ουσίας, οιοδήποτε αποτέλεσμα, αλλά επιβαρύνει έτι περαιτέρω τη διαπραγματευτική διαδικασία, αλλά και τη θέση της ε/κ πλευράς
«Η εικόνα του σκλάβου στον Χέγκελ. Όποιος φοβάται, συμπεριφέρεται σαν σκλάβος. Στη ‘Φαινομενολογία του Πνεύματος’, κύριος του εαυτού του είναι εκείνος που δεν φοβάται να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, είναι πρόθυμος να πεθάνει για την ελευθερία του»
Πού μπορεί να οδηγήσει μία ατέρμων, πλην ατελέσφορος διαδικασία; Πουθενά, πέραν από ένα αργόσυρτο ζημιογόνο αδιέξοδο, επιβλαβέστερο της σημερινής εκκρεμούς στασιμότητας.
Η «βεβιασμένη» και αθεμελίωτη, σε υπαρκτά διαπραγματευτικά δεδομένα, επιτάχυνση των συνομιλιών για το Κυπριακό, αλλά και η «αναβάθμιση» του επιπέδου διεξαγωγής της, έχει φέρει στην επιφάνεια την ανεπάρκεια και το επισφαλές αίολων και κοντόθωρων τακτικισμών, που βαθαίνουν το ρήγμα στο υπέδαφος του προβλήματος.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι σύμβουλοί του, έχοντας επενδύσει πεισματικά στην ακολουθούμενη στρατηγική, δεν μπορούν να αποστούν, πειστικά, του προφανούς: Ότι η… διαβουλευτική προσπάθεια εξορθολογισμού των τουρκικών «παραλογικών» διεκδικήσεων όχι μόνον δεν φέρει, επί της ουσίας, οιοδήποτε αποτέλεσμα, αλλά επιβαρύνει έτι περαιτέρω τη διαπραγματευτική διαδικασία, αλλά και τη θέση της ε/κ πλευράς.
Αντί… υποχωρήσεων, μαξιμαλισμός
Πολλώ μάλλον, που η υποτιθέμενη στιγμή… αποκάλυψης των τουρκικών «καλών προθέσεων», δηλαδή η διαπραγμάτευση των κεφαλαίων όπου «η τουρκική πλευρά έχει να δώσει», σημαδεύεται από την επίταση των τουρκικών αξιώσεων, ακόμα και σε ζητήματα που δεν άπτονται, ευθέως, αλλά και επί της ουσίας, του Κυπριακού (ίδε τέσσερεις βασικές ελευθερίες για Τούρκους πολίτες, κ.ά.).
Οι επανειλημμένες, δε, ομολογίες… γεωπολιτικής πίστεως εκ μέρους ανώτατων Τούρκων αξιωματούχων, ότι η Κύπρος αποτελεί απαραίτητο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό υποστύλωμα για την Τουρκία, ανεξαρτήτως της ύπαρξης Τουρκοκυπρίων στο νησί, θα έπρεπε να διαλύσουν και τις ύστατες ψευδαισθήσεις όσων «ελπίζουν» ακόμα, εθελοτυφλούντες, ότι η τουρκική διάθεση και στάση είναι ευμετάτρεπτος.
Εξ αντιθέτου, εάν εισέρχονταν έστω κατ’ ελάχιστον στη βάσανο κατανόησης της διαχρονικής τουρκικής στρατηγικής και στη διάγνωση των πραγματικών στόχων της, δεν θα ενέμεναν στο επίπεδο της στάθμισης «διαθέσεων», που κι αυτές αποτυπώνονται, με κάθε ευκαιρία, στην εκτυλισσόμενη δέλτο τού, στρατηγικά εφορμούμενου, επιθετικού τουρκικού μαξιμαλισμού.
Αδυναμία κατανόησης;
Τη δυσοίωνη σκηνογραφία, ωστόσο, του διαμορφούμενου σκηνικού στο Κυπριακό, συμπληρώνουν, πέραν από τους εύληπτους σχεδιασμούς της Άγκυρας και του εδώ εγκαθέτου της, οι δηλώσεις και του «πολύ» Έσπεν Μπαρθ Έιντε, ο οποίος, παραβιάζοντας κάθε στοιχειώδη έννοια προσφοράς «καλής υπηρεσίας» εκ μέρους του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, έσπευσε να προτείνει μια… ενδιάμεση συμβιβαστική λύση, προς άρση του αδιεξόδου στο θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Επί της ουσίας, δηλαδή, μια επικύρωση της τουρκικής απαίτησης για διατήρηση των εγγυητικών δικαιωμάτων και παραμονή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο.
Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, πώς άνθρωποι που διαχειρίζονται εδώ και χρόνια το Κυπριακό, οι οποίοι λαμβάνουν «στρατηγικού» και «τακτικού» τύπου αποφάσεις, εντεταλμένοι να συνδιαλέγονται μ’ έναν ισχυρό και θρασύτατα διεκδικητικό αντίπαλο, που ολοένα επιτείνει τις διεκδικήσεις και τις απαιτήσεις του, δεν έχουν κατανοήσει, κατά το ελάχιστον (όπως διαφαίνεται, δυστυχώς), ή δεν θέλουν να κατανοήσουν, τα πάγια και εδραία των στρατηγικών του σκοπεύσεων. Τα οποία δεν… συνονθυλευματοποιούνται, όπως η δική μας, κατ’ ευφημισμόν μόνο, στρατηγική, ανάλογα με τις περιρρέουσες εξελίξεις ή την εκτράχυνση των απειλών εκ μέρους του, αλλά τις προσαρμόζουν αδιάσπαστα σ’ αυτά, εργαλειοποιώντας τες προς όφελός τους.
Η ωμότητα της ιστορικής εμπειρίας
Η τουρκική στρατηγική, στις κοσμοσυστημικές και κοσμοθεωρητικές διαστάσεις της, έχει αναλυθεί, ενδελεχώς, από εμπειρότατους και οξυνούστατους αναλυτές των διεθνών σχέσεων και της γεωπολιτικής, και, προφανώς, η περαιτέρω ανάλυσή της δεν αποτελεί προνόμιο του παρόντος.
Εάν, όμως, έσπευδε κάποιος να την ενοφθαλμιστεί, με κάματο διανοίας και χωρίς επικίνδυνους συναισθηματισμούς, στην ιστορική διαχρονία της, θα μπορούσε να αντιληφθεί το είναι εν τω γίγνεσθαι της πολιτικοϊστορικής της εκδίπλωσης.
Κατανόηση που καταρρίπτει δριμέως, ωσάν «πύργο από τραπουλόχαρτα», τις υστάτως καλλιεργούμενες ψευδαισθήσεις, ότι εν η Απριλίω επίσημη ανακήρυξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε απόλυτο χαλίφη της νεοθωμανικής Τουρκίας, θα ρίξει στο ποτήριον της εξουσιαστικής μέθης του το χάπι της νουνεχείας και της λογικής, κάμπτοντας την επιθετικότητα και την αδιαλλαξία του.
Καθώς, όπως έχει δείξει με αποστομωτική ωμότητα η ιστορική εμπειρία, κανενός είδους καθεστωτική αλλαγή -κυβέρνησης ή πολιτεύματος- στην Τουρκία, δεν έχει διαφοροποιήσει, κατ’ ελάχιστον, τις τουρκικές στρατηγικές βλέψεις έναντι του Ελληνισμού και της Κύπρου.
Αντιθέτως, αυτές εκδιπλώνονται, αναπτύσσονται και υλοποιούνται με αξιοθαύμαστη μεθοδικότητα, κάτι που εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, αν ανατρέξει στις θεωρητικοπολιτικές προτυπώσεις τους και την ιστορική τους επιτευξιμότητα, αλλά και εντρυφήσει στο ψυχοδιανοητικό τους υπόστρωμα.
Ο διάλογος ως φετίχ
Πώς φτάσαμε, όμως, εδώ, σ’ αυτή την άγονη… διελκυστίνδα της στασιμότητας, όπου οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών εντέλλονται, κάθε βδομάδα ή δέκα μέρες, να καταγράφουν εκ νέου τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις (πρόκειται, άραγε, για copy paste;) που έχουν σημειωθεί στα διάφορα υπό συζήτησιν κεφάλαια;
Γιατί, στα μυαλά της ηγεσίας μας, ο διάλογος αφ’ εαυτός, υπό το πρόσημο της… ευέλπιδος ρητορικής του momentum, έχει μετατραπεί, ανεξαρτήτως περιεχομένου, προοπτικής και τελεσφορίας, στο υπέρτατο αγαθό που πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού, παρά τις ενδεχόμενες, και μονίμως παραθεωρούμενες, «παράπλευρες» κληροδοτήσεις του στη διαδικασία των συνομιλιών.
Πρόκειται για την «τόλμη του διαλόγου», για την οποία σεμνύνεται κατ’ επανάληψιν ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατακεραυνώνοντας τη δειλία εκείνων που ορρωδούν να αναλάβουν την ευθύνη έναντι των μεγάλων ιστορικών και εθνικών προκλήσεων.
Μόνον που, όπως ο ίδιος έχει επανειλημμένως παραδεχθεί -περίεργη παραδοχή, που χρησιμοποιείται δίκην επιχειρηματολογίας-, αυτή την τόλμη την θρέφει ο φόβος: ο φόβος, τα… σκοτεινά αντικείμενα του οποίου περιέγραψε ο Πρόεδρος μετά το περιβόητο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφασή του για τη διεθνή διάσκεψη της Γενεύης, αφοπλίζοντας, στην ουσία, τον εαυτό του από κάθε τακτικό και διαπραγματευτικό έρεισμα στην τράπεζα των συνομιλιών.
Εργαλείο υπακοής και εξευτελισμού
Ιδού όμως, πώς δύο φιλόσοφοι, η Κατρίν Μαλαμπού και ο Μαρκ Κρεπόν, απαντούν στη «Λιμπερασιόν» για τον φόβο, και ειδικότερα για την πολιτική του διάσταση και εργαλειοποίηση (στα Ελληνικά Enet.gr «Ελευθεροτυπία»):
Κ.Μ.: «Ο φόβος είναι όντως ένας τρόπος να κάνεις τους ανθρώπους υπάκουους, ακόμη και να τους εξευτελίσεις, και είναι φυσικά ένα σημαντικό ουσιαστικό βοήθημα ολιγαρχικών καθεστώτων. Θυμάμαι ένα σημείο του ‘1984’, του Όργουελ, που οι φυλακισμένοι, για να ομολογήσουν και να αλλάξουν συμπεριφορά, τίθενται αντιμέτωποι με αυτό που φοβούνται περισσότερο. Για τον ήρωα του βιβλίου, αυτό που τον φοβίζει είναι οι αρουραίοι. Και επίσης υπάρχει η εικόνα του σκλάβου στον Χέγκελ. Όποιος φοβάται, συμπεριφέρεται σαν σκλάβος.
Στη ‘Φαινομενολογία του Πνεύματος’, κύριος του εαυτού του είναι εκείνος που δεν φοβάται να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, είναι πρόθυμος να πεθάνει για την ελευθερία του. Αντίθετα, ο σκλάβος τρέμει για τη ζωή του και δέχεται, προκειμένου να παραμείνει ζωντανός, το καθεστώς του δούλου. Αυτό έχει μια πολιτική έννοια, βεβαίως, αλλά και ψυχική. Ο φόβος ταπεινώνει».
Μ.Κ.: «Φυσικά ο φόβος έχει πολιτική διάσταση. Μάλιστα κάποτε μιλούσαμε για το ότι ο φόβος αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δημοκρατίες και στα αντίθετα με αυτές πολιτικά καθεστώτα. Ενώ οι δικτατορίες, τα ολιγαρχικά καθεστώτα στηρίζουν την εξουσία τους στον φόβο που ασκούν στους πολίτες, οι δημοκρατίες υποθέταμε πως δεν είχαν ανάγκη να βασιστούν σ’ αυτόν για να κυβερνήσουν. Όμως αυτή η διαχωριστική γραμμή γίνεται όλο και πιο εύθραυστη, για να μην πω πως γίνεται θολή.
Ανίκανοι να ανακουφίσουν τις μορφές ανασφάλειας που πλήττουν μαζικά τους πολίτες (ελαστικοποίηση της εργασίας, ανεργία…), οι κυβερνήσεις επικεντρώνουν τη δράση τους σε αυτό που ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman ονομάζει ‘στόχους υποκατάστασης’, τους μικροεγκληματίες, τους ‘αλήτες’ και τελικά τους ξένους. Το να ανησυχούν το εκλογικό σώμα, το να παίζουν με τα συναισθήματά τους, το να τροφοδοτούν τους φόβους τους, αποτελεί πια μια εύκολη συνταγή για τις προεκλογικές τους εκστρατείες, καθώς δεν έχουν να προσφέρουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας».
Να συμπεράνει, λοιπόν, κανείς ότι ήδη… διαπραγματευόμαστε την ελευθερία μας σαν… δούλοι, ή ότι, ένας ηγέτης, που δεν φοβάται να λέει στον αντίπαλό του ότι… φοβάται, διαπράττοντας, έτσι, πιο ολέθριο στρατηγικό λάθος, είναι έτοιμος για όλα;
ΠΗΓΗ:http://www.sigmalive.com/simerini/politics/404573/i-tolmi-pou-threfei-o-fovos

