Αυτοί που λένε τα μόνιμα όχι κι αυτοί που λένε τα μόνιμα ναι

  

 06 Μαΐου 2017

 του Άριστου Μιχαηλίδη 

Όλες αυτές οι τουρκικές προκλήσεις, NAVTEX, παραβιάσεις, ασκήσεις, Μπαρμπαρός, επιθετικές δηλώσεις, ορισμένοι τις ερμηνεύουν με πολύ απλουστευτικό τρόπο. Μαζί και η κυβέρνηση. Γίνονται, λένε, για να μας εξαναγκάσουν να αποχωρήσουμε από τις συνομιλίες. Φυσικά, επειδή εμείς είμαστε πανέξυπνοι, δεν πρόκειται να αποχωρήσουμε. Δεν είναι, όμως, τόσο απλό το ζήτημα και είναι άξιο απορίας πότε επιτέλους θα ασχοληθεί σοβαρά η ηγεσία μας με το τεράστιο και πολύπλοκο ζήτημα γεωστρατηγικής και ενεργειακής πολιτικής, που διαμορφώθηκε. Αλλά, ακόμα και στη απλούστευση του ζητήματος φαίνεται ότι καθοδηγούμαστε από εντελώς λανθασμένες εκτιμήσεις. Γιατί να θέλει η Τουρκία να αποχωρήσουμε από τις συνομιλίες; Αφού αυτό που την εξυπηρετεί είναι να τις συνεχίζουμε ακριβώς με το περιεχόμενο που έχουν σήμερα. Και με προοπτική να μας οδηγήσουν ξανά σε μια πενταμερή διάσκεψη, χωρίς καμιά απολύτως συμφωνία παρά μόνο με κάποιες συγκλίσεις που θα χρειαστούν γεφύρωση εκ των άνω, για να μας επιβληθούν εκεί αυτά που επιδιώκουν. Μιλώντας για την πορεία των συνομιλιών στο ΡΙΚ, προχτές, ο Γιαννάκης Κασουλίδης, έλεγε ότι από τον Γενάρη μέχρι σήμερα δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση από τουρκικής πλευράς. Ούτε θα υπάρξει. Εκτός κι αν αποδεχθεί ο Πρόεδρος Αναστασιάδης όλα όσα εξωφρενικά του υποβάλλει ο συνομιλητής του.

Ζητούσε προχτές ο Αβέρωφ Νεοφύτου να του πουν «όλοι αυτοί, που τις τελευταίες δεκαετίες λένε τα μόνιμα όχι», «πώς θα φύγει ο κατοχικός στρατός; Πώς θα ξαναπάρουμε πίσω τα εδάφη μας; Πώς θα αποκατασταθούν οι περιουσίες, πώς θα φύγουν οι έποικοι;». Θέλουμε κι εμείς να απαντήσουν αυτοί που λένε τα μόνιμα όχι, αλλά θέλουμε να απαντήσουν κι αυτοί που λένε τα μόνιμα ναι. Διότι αυτοί, η δεύτερη κατηγορία, δοκιμάστηκαν με ζηλευτή αφοσίωση τα τελευταία οκτώ, τουλάχιστον, χρόνια και με ευνοϊκούς συνομιλητές, όπως ο Ταλάτ και ο Ακιντζί, και το αποτέλεσμα είναι να βρισκόμαστε στη χειρότερη θέση των τελευταίων χρόνων.

Παρά να λένε όλοι παχιά λόγια στο βωμό της προεκλογικής που φουντώνει σιγά – σιγά, καλύτερα να κάνουν τον απολογισμό τους. Τι βρίσκεται στο τραπέζι των συνομιλιών τους τελευταίους πολλούς μήνες και όχι μόνο μετά το Γενάρη; Τι καλείται ο Πρόεδρος να δεχθεί για να προχωρήσει ο διάλογος και να βρεθεί λύση τους επόμενους δύο μήνες;

1. Η αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στα κέντρα λήψεως αποφάσεων, που κατά την τουρκική λογική εξυπηρετείται μόνο αν η τουρκική πλευρά αποκτήσει δικαίωμα βέτο σε όλες τις αποφάσεις και μαζί, βεβαίως, η εκ περιτροπής προεδρία.

2. Οι διαφωνίες στο κεφάλαιο του περιουσιακού, που αφορούν κυρίως εμπόδια που θέτει η τουρκική πλευρά, όπως για το αν θα έχει τον πρώτο λόγο ο νόμιμος πρόσφυγας ιδιοκτήτης ή ο παράνομος σφετεριστής.

3. Οι περιορισμοί που θέλουν να βάλουν στο δικαίωμα απόκτησης περιουσίας.

4. Οι τέσσερις βασικές ελευθερίες της ΕΕ για Τούρκους υπηκόους. Δηλαδή, επί δυο χρόνια διαπραγματευόμαστε το διαμοιρασμό της εξουσίας, που τελικά πήρε μορφή που αφορά το πώς θα παραχωρήσουμε στους Τ/κ (στην Τουρκία, δηλαδή) τον έλεγχο όλης της Κύπρου. Κι αυτό με τη ψευδή προσδοκία, όπως αποδείχτηκε στη Γενεύη, ότι κάποια στιγμή θα ακολουθήσει και η συμφωνία για αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και κατάργηση των εγγυήσεων. (Τους έποικους τους έχουμε ήδη αποδεχτεί). Ο Ακιντζί και η Άγκυρα μας προειδοποιούν επίμονα ότι δεν υπάρχει λύση χωρίς παραμονή στρατού και εγγυήσεων. Δηλαδή, μας ζητούν Τούρκοι και δικοί μας να δεχτούμε νομιμοποίηση τουρκικής ομηρίας εσαεί, διάλυση του νόμιμου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμοιρασμό της διακυβέρνησης και του φυσικού πλούτου (κυρίως!), και γενικά να κτίσουμε αβέβαιο μέλλον με ένα πειραματικό, σαφώς δυσλειτουργικό μόρφωμα, συνεταιρικό με δικτάτορες νεοσουλτάνους, που θα ονομαστεί ομοσπονδία για να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας. Έναντι ποιου ανταλλάγματος; Έναντι μιας τεράστιας πρωτοφανούς ατιμίας όπου η τ/κ κοινότητα που ήταν ιδιοκτήτρια του 12,5% του εδάφους της Κύπρου θα βρεθεί νόμιμα να κατέχει το 28% με 29%, και μαζί θα αποκτήσει το 50% της κεντρικής εξουσίας, την αναγνώριση του χωριστού τ/κ κρατιδίου και τη νόμιμη μια για πάντα κυριαρχία της Τουρκίας στη χώρα μας.

Αυτό είναι το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης που κάνουμε σήμερα και ειλικρινά θέλουμε να απαντήσουν τα πιο πάνω ερωτήματα του Αβέρωφ αυτοί που λένε τα μόνιμα ναι. Διότι, στο κάτω – κάτω, αυτοί που λένε τα μόνιμα όχι, ούτε κυβερνούν, ούτε είναι αυτοί που κάνουν τις διαπραγματεύσεις.

ΠΗΓΗ:ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ