Η Μαυροφορεμένη, ο Τάσος Μάρκου και το Παλικαρόβουνο…

Print Friendly, PDF & Email

17/8/2018

του  Γιώργου Καλλινίκου   

Η μαυροφορεμένη γυναίκα περπατούσε μέσα στο λιοπύρι στη ράχη του παλικαρόβουνου. Τι και αν είναι Αύγουστος; Τι και αν ο ήλιος έκαιγε; Τι και αν το μαύρο φόρεμα και το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι, την δυσκόλευαν πολύ. Περπατούσε αργά. Προσπερνώντας την άγρια βλάστηση και τα βράχια. Ήταν φανερό ότι βρισκόταν σε ένα δικό της κόσμο. Δεν είχε αίσθηση του περιβάλλοντος γύρω της. Ή, τουλάχιστον, δεν την ενδιέφερε.

Θες από περιέργεια, θες από ενδιαφέρον μπας και χάσει την ισορροπία της και κατρακυλήσει από τη ράχη του Πενταδάκτυλου, την ακολούθησα. Από κοντινή απόσταση για να την ελέγχω. Αλλά με διακριτικότητα. Για να μην την ενοχλήσω. Να μην την διακόψω από την επαφή με τον δικό της κόσμο. Κάποια στιγμή την πλησίασα αρκετά. Τότε μπόρεσα να ακούσω ότι μονολογούσε. Αρκετά ηχηρά ώστε να καταλαβαίνω καθαρά τι έλεγε.

“Τάσος Μάρκου. Ταγματάρχης. Κυθρέα, Μια Μηλιά, Συγχαρί, Επηχώ. Λεβέντης. Ένας σύγχρονος Λεωνίδας. Αντάξιος διάδοχος του Γληόρη”, έλεγε η μαυροφορεμένη γυναίκα. Και το πρόσωπο της φωτιζόταν. Λες και έβλεπε μπροστά στα μάτια της τα ηρωικά κατορθώματα του θρύλου. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ωστόσο, την ακολούθησα.

Συνέχισε με το ίδιο αργό βήμα. Συνέχισε και να μονολογεί. “Ταγματάρχης Γεώργιος Κατσάνης. Διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών. Άγιος Ιλαρίωνας. Ηρωικά πεσών”. Γνώριζα την ιστορία του Ελλαδίτη αξιωματικού. Του ανθρώπου, που άναβε τη φλόγα στην ψυχή των καταδρομέων λέγοντάς τους, “Κομάντος μου, μην ξεχνάτε: Όταν τελειώνουν οι σφαίρες και οι φυσικές δυνάμεις, πολεμάει η ψυχή”. Απορούσα, όμως, πώς η ηλικιωμένη κυρία γνώριζε γι’ αυτόν. Είχε ήδη κορυφωθεί η περιέργειά μου.

Συνέχιζε απτόητη από το λιοπύρι, που έλιωνε και βράχια. Η κινηματογραφική ταινία, που περνούσε μπροστά από τα μάτια της συνέχιζε. “Αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής. Διοικητής της 181ης Μοίρας Πυροβολικού. Συγχαρί. Κάτω Δίκωμο. Ηρωικώς πεσών υπέρ πατρίδος”. Το πρόσωπό της φωτιζόταν ολοένα και περισσότερο… Συνέχιζα να μην κατανοώ αλλά να την ακολουθώ.

“Μάχη της Λευκωσίας. 336 ΤΠ. Ταγματάρχης Δημήτριος Αλευρομάγειρος. Μάχη Αεροδρομίου. Οι ήρωες καταδρομείς. 256 ΤΠ. Λάπηθος, Καραβάς. Θυσία παλικαριών. Προδομένων. Αλλά έδωσαν την ψυχή τους ηρωικώς μαχόμενοι μέχρι τέλους υπέρ βωμών και εστιών. Μάχη της ΕΛΔΥΚ. Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος. Ταγματάρχης Σπυρίδωνας Δελλής. Λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος…”. Το πρόσωπο της μαυροφορεμένης γυναίκας δεν ήταν πλέον, απλώς, ολόλαμπρο. Ένα τεράστιο χαμόγελο το διαπερνούσε απ’ άκρη σ’ άκρη.

Κοίταζε την κορυφή του παλικαρόβουνου. Λες κι έπαιρνε δύναμη και προχωρούσε. Και συνέχιζε: “Χαρίτα Μάντολες. Η γυναίκα σύμβολο. Σολωμός Σολωμού. Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη, στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι, πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί και γελασμένοι… Τάσος Ισαάκ”. Όσο περισσότερο μονολογούσε, όσο περισσότερο φωτιζόταν το πρόσωπό της, τόσο πιο πολύ επιτάχυνε και το βήμα της. Δεν ένιωθε κούραση. Ήταν φανερό. Κάθε αναφορά σε κάποιον ήρωα, σε κάποια επική μάχη του 1974, σε κάποια ηρωική θυσία ήταν ένεση ζωής γι’ αυτήν. Λαχάνιασα για να την προλάβω.

Κάποια στιγμή σταμάτησε. Στάθηκε ακίνητη σαν στήλη άλατος. Πλησίασα κοντά της απορημένος. Είχε φτάσει στη σημαία της ντροπής. Την κοίταζε αμίλητη. Χλώμιασε. Άρχισε ξανά να μονολογεί. Με άλλο ύφος όμως. Χάθηκε εκείνη η ζωντάνια στο λόγο της. Χάθηκε ο εμφανέστατος ενθουσιασμός. Εξαφανίστηκε η εξόφθαλμη περηφάνια. “Επισκέπτες στα καζίνο. Επισκέπτες για ψάρι στο λιμανάκι της Κερύνειας. Επισκέπτες για αγορά φαρμάκων. Επισκέπτες για προμήθεια καυσίμων. Περιήγηση τουριστών. Όλα για λίγα χρήματα”.

Άρχισε να σιγοτραγουδά τους στίχους του Αλκίνοου: “Είδα μετά τους δικούς μου να περνούν τη γραμμή/ για μια πόρνη φτηνή/ ή για καζίνο και πούρα/ Έτσι και αλλιώς μπερδεμένη/ η πίστη μας η καημένη/ ο Σολωμός με Αρμάνι και την καρδιά ανοιχτή…”. Και συνέχισε να μονολογεί σε ρυθμό μοιρολογιού πλέον: “Συμβιβασμός με την κατοχή. Διαγραφή του όρου δικαιοσύνη. Ανέχεια. Ασυδοσία. Αναξιοπρέπεια. Μηδενικές αντιστάσεις. Διαγραφή μνήμης. Ηθικό κουρελιασμένο. Εξευτελιστική αποδοχή γλωσσαρίων της ντροπής”.

Η λάμψη είχε σβήσει από το πρόσωπό της. Το διαδέχθηκαν λυγμοί. Το χαμόγελο είχε, πλήρως, χαθεί από το πρόσωπό της. Το διαδέχθηκαν τα δάκρυα. Την πλησίασα. Την ακούμπησα απαλά στον ώμο και την ρώτησα: “Κυρία, είστε καλά;”. Γύρισε και με κοίταξε. Τα δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν στα ρυτιδωμένα μάγουλά της. “Σαράντα τέσσερα χρόνια είναι πολλά;”, με ρώτησε. “Για ποιο πράγμα”, της είπα. “Για να περάσεις από τον ηρωισμό, την αυτοθυσία, την αυταπάρνηση στη ντροπή, την ασυνειδησία, τον εξευτελισμό”, μου απάντησε. Κοίταξα χαμηλά. Ντράπηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Άλλωστε, ακόμη και βουρκωμένα, εξέπεμπαν μια απίστευτη φλόγα.

“Μην κλαίτε, κυρία”, τόλμησα να της πω. “Δεν έχει σημασία αν κλαίω εγώ. Σημασία έχει ότι κλαίει το παλικαρόβουνο. Έρχομαι κάθε Ιούλη και κάθε Αύγουστο εδώ και μιλάμε. Και κλαίει. Κλαίει ακατάπαυστα. Επαναλαμβάνει τους στίχους του ποιητή: «Χρόνια σκλαβκιές αμέτρητες/ τον πάτσον τζιαι τον κλότσον τους/ τζιαι εμείς τζιαμέ/ εληές τζιαι τερατσιές/ πάνω στο ρότσο τους. Αυτό απέμεινε να το κρατάει ζωντανό”, μου αποκρίθηκε.

Η μαυροφορεμένη γυναίκα σηκώθηκε. Άρχισε πάλι να περπατάει. Σε αντίθετη κατεύθυνση από τη σημαία της ντροπής. Απομακρύνθηκε αρκετά. Τότε της φώναξα: “Κυρία, πώς σας λένε;”. Κοντοστάθηκε. Γύρισε το πρόσωπο και μου απάντησε σχεδόν ψιθυριστά: “Ελευθερία”!!!

 

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/f-me-apopsi/arthra-apo-f/article/569035/i-mavroforemeni-o-tasos-markoy-kai-to-palikaroboyno