16 Αυγούστου 1960: Η γέννηση ενός «καταδικασμένου» κράτους

Print Friendly, PDF & Email

18/8/2019

του Αλέκου Μιχαηλίδη     

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου του 1960, στην αίθουσα του μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (αργότερα Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) στη Λευκωσία, έγινε η επίσημη ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο τελευταίος Βρετανός κυβερνήτης της Κύπρου Σερ Χιού Φουτ, φορώντας φράκο, την ταινία του μεγαλόσταυρου και τα παράσημά του, διάβασε της προκήρυξη της Βασίλισσας της Αγγλίας όπου πιστοποιούνταν ότι η Μεγάλη Βρετανία εγκατέλειπε την κυριαρχία της στο νησί, εκτός φυσικά από τις περιοχές όπου θα διατηρούσε στρατιωτικές βάσεις, σύμφωνα με όσα όριζαν οι Συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου.

Στη συνέχεια το λόγο πήραν οι Γενικοί Πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο ηγέτης των Ελληνοκυπρίων Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Φαζίλ Κιουτσούκ.

Κατά το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του κυβερνείου υποστολή της αγγλικής σημαίας και έπαρση της κυπριακής, ενώ την επομένη άρχισαν να λειτουργούν οι μηχανισμοί του νέου κράτους, συμπληρώθηκε ο κατάλογος των υπουργών, οι βουλευτές των δύο κοινοτικών Βουλών είχαν ήδη εκλεγεί και το παλιό κυβερνείο μετονομάστηκε σε Προεδρικό Μέγαρο.

Ήταν απόρροια των Συμφωνιών που υπεγράφησαν σε Λονδίνο και Ζυρίχη τον Φεβρουάριο του 1959. Η Κύπρος, μετά από τέσσερα χρόνια ένοπλου αγώνα για Ένωση με την Ελλάδα, εξελισσόταν από βρετανική αποικία σε ανεξάρτητο κράτος υπό την κηδεμονία όμως της Βρετανίας, που θα διατηρούσε βάσεις στο νησί, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Και οι τρεις θα εγγυούνταν την ασφάλεια των κατοίκων του νησιού. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η Τουρκία, προτάσσοντας τη Συνθήκη Εγγυήσεως, εισέβαλλε και κατακτούσε το 37% της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στα βασικότερα σημεία τους οι συμφωνίες προέβλεπαν:

– Τη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους με επίσημες γλώσσες την ελληνική και την τουρκική, υπό την κηδεμονία της Μ. Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Τα τρία κράτη – κηδεμόνες εγγυούνταν την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το δικαίωμα να επεμβαίνουν από κοινού ή το καθένα χωριστά όταν αυτή απειλείται.

– Τον αποκλεισμό οποιασδήποτε μερικής ή ολικής ένωσης του κυπριακού κράτους με κάποιο άλλο. Στο πλαίσιο αυτό τα βασικά σημεία του κυπριακού συντάγματος, διατυπωμένα με βάση τις αρχές των συμφωνιών, δε θα ήταν δυνατό να τροποποιηθούν.

– Ως σύστημα διακυβέρνησης της Κύπρου ορίστηκε η προεδρική δημοκρατία με πρόεδρο Ελληνοκύπριο και αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο εκλεγμένους, τον πρώτο από τους ελληνικής και τον δεύτερο από τους τουρκικής καταγωγής κατοίκους του νησιού. Και ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος οπλίζονταν με το δικαίωμα του βέτο για θέματα της εξωτερικής πολιτικής, των Ενόπλων Δυνάμεων, της ασφάλειας κλπ.

– Το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελούνταν από επτά Ελληνοκύπριους και τρεις Τουρκοκύπριους.

– Θα υπήρχε μία ενιαία Βουλή όπου το 70% των εδρών θα το είχαν οι Ελληνοκύπριοι και το 30% οι Τουρκοκύπριοι (οι δύο κοινότητες θα ψήφιζαν ξεχωριστά η κάθε μία). Επίσης, θα υπήρχαν δύο ακόμη Βουλές, μία ελληνοκυπριακή και μία τουρκοκυπριακή που θα αποφάσιζαν για τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και πνευματικά ζητήματα των δύο κοινοτήτων.

– Οι μεγαλύτεροι δήμοι της Κύπρου θα διχοτομούνταν.

– Η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε στρατό δύο χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους το 60% θα ήταν Ελληνοκύπριοι και το 40% Τουρκοκύπριοι. Ίσος αριθμός ανδρών θα αποτελούσε και τα Σώματα Ασφαλείας αλλά εδώ ο συσχετισμός θα ήταν 70% προς 30% αντίστοιχα με δύο αρχηγούς, έναν από κάθε κοινότητα.

– Η Μ. Βρετανία θα διατηρούσε τις βάσεις της στις περιοχές Ακρωτήρι, Επισκοπή, Παραμάλι, Δεκέλεια, Πέργαμος, Άγιος Νικόλαος και Ξυλοφάγου, καθώς και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λιμάνι της Αμμοχώστου και το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Επίσης, στο νησί θα στάθμευε τριμερές στρατηγείο Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου καθώς και ελληνική στρατιωτική δύναμη 950 ανδρών και τουρκική 650 για την εγγύηση τήρησης των συμφωνιών.

Μετά την υπογραφή των συμφωνιών άρχισαν οι προεργασίες για τη συγκρότηση του κυπριακού κράτους που τυπικά ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ένα κράτος καταδικασμένο

Προηγήθηκε –από το 1960 μέχρι το 1963– η απόδειξη ότι το κράτος ήταν δυσλειτουργικό. Η νεοσύστατη Βουλή αντιμετώπισε εξαρχής προβλήματα ομαλής λειτουργίας που πήγαζαν από τις αδυναμίες του συντάγματος. Το δοτό σύνταγμα της Κύπρου, που εκπονήθηκε από μια μικτή συνταγματική επιτροπή, παρόλο που διασφαλίζει τις βασικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών, εμπεριέχει διαιρετικά στοιχεία που αποτέλεσαν εξαρχής τροχοπέδη στην ομαλή πορεία και εξέλιξη του κράτους.

Τέτοιες πρόνοιες ήταν, ανάμεσα σε άλλες, το δικαίωμα αρνησικυρίας του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, η εκλογή από τις δύο κοινότητες χωριστών δήμων στις πέντε κυριότερες πόλεις και η χωριστή πλειοψηφία Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων βουλευτών για την τροποποίηση του εκλογικού νόμου και για τη θέσπιση νομοθεσίας περί δήμων ή περί φόρων και τελών.

Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη μια μικρή μειοψηφία Τουρκοκύπριων βουλευτών έχει δικαίωμα να ανατρέψει τη θέληση της πλειοψηφίας. Το 1961 οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές, κάνοντας χρήση του δικαιώματος αυτού, καταψήφισαν το νομοσχέδιο για παράταση του φορολογικού νόμου και στη συνέχεια το νομοσχέδιο περί φόρου εισοδήματος, με αποτέλεσμα να μείνει η Δημοκρατία χωρίς σχετική νομοθεσία για τέσσερα χρόνια.

Η τουρκοκυπριακή ανταρσία

Μετά τις ταραχές που σημειώθηκαν το Δεκέμβριο του 1963 και με τις ευλογίες, αν όχι την ώθηση από την Τουρκία, οι δεκαπέντε Τουρκοκύπριοι βουλευτές αποχώρησαν και έκτοτε οι έδρες τους παραμένουν κενές. Αποχώρησαν επίσης όλοι οι Τουρκοκύπριοι που κατείχαν πολιτειακά αξιώματα ή θέση στο δημόσιο τομέα. Η Βουλή συνέχισε να λειτουργεί, με βάση τις ισχύουσες συνταγματικές ρυθμίσεις, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν κατά καιρούς από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Τις θέσεις των τριών Τουρκοκύπριων υπουργών που αποχώρησαν κατέλαβαν Ελληνοκύπριοι υπουργοί και οι αρμοδιότητες του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου μεταβιβάστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Μάρτιο του 1965, με νόμο που θέσπισε η Βουλή, οι νομοθετικές αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης μεταβιβάστηκαν στη Βουλή, οι αρμοδιότητές της επί εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων στο συνιστώμενο με βάση τον ίδιο νόμο Υπουργείο Παιδείας και οι υπόλοιπες διοικητικές της αρμοδιότητες στα άλλα συναφή υπουργεία.

Λόγω της έκρυθμης κατάστασης που ακολούθησε τα δραματικά γεγονότα του 1963 οι επόμενες βουλευτικές εκλογές δε διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1965 αλλά στις 5 Ιουλίου 1970, αφού η θητεία των μελών της Βουλής παρατεινόταν κάθε χρόνο με σχετική νομοθεσία. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και η τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974, η κατάληψη από τα τουρκικά στρατεύματα του 37% του κυπριακού εδάφους και η βίαιη εκδίωξη από τα σπίτια και τις περιουσίες του του ενός περίπου τρίτου του πληθυσμού είχαν ως συνέπεια την αναβολή και πάλι των βουλευτικών εκλογών. Έτσι, οι επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία διεξήχθησαν στις 5 Σεπτεμβρίου 1976.

*Το μεγαλύτερο κομμάτι των πληροφοριών που σημειώνονται παραπάνω αναζητήθηκε στο βιβλίο του Νίκου Κρανιδιώτη «Δύσκολα χρόνια: Κύπρος 1950 – 1960» (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ) και στην ιστοσελίδα της Βουλής των Αντιπροσώπων.

*Είναι γνωστό ότι η 1η Οκτωβρίου δεν έχει καμία σημασιολογική αξία. Επιλέχθηκε ως η μέρα επετείου της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς στις 16 Αυγούστου δεν θα μπορούσαν (πρακτικά) να γίνονται παρελάσεις στη Λευκωσία και ο λαός να βρίσκεται στον… Πρωταρά.

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/762505/16-avgystoy-1960-i-gnnisi-enos-katadikasmenoy-kratoys