του Άριστου Μιχαηλίδη
24 Νοε 2016
Διαλέξαμε τον πιο διαλλακτικό από όλους μας, τον πιο ενδοτικό, τον Νίκο Αναστασιάδη, έτοιμο για όλα, τον στείλαμε να διαπραγματευτεί και μας τον έβγαλαν μαξιμαλιστή και απορριπτικό. Κι ακόμα εμφανίζονται «δικοί μας» που ψάχνουν τις αιτίες του αδιεξόδου στο «απορριπτικό μέτωπο», που φωνασκεί, ή στο ελλαδικό Υπουργείο Εξωτερικών, που λέει το αυτονόητο για κατάργηση των εγγυήσεων και βάζει όρους για να συμμετέχει σε διεθνή διάσκεψη ή στον Αναστασιάδη που ζήτησε διάλειμμα μιας βδομάδας κι έχασε ο Ακιντζί τη δυναμική του μέχρι να επιστρέψει στο δεύτερο Μοντ Πελεράν. Ξεχνούν οι αθεόφοβοι, κι αυτοί και οι Τούρκοι μαζί τους, ότι μιλούν για τον Νίκο Αναστασιάδη. Καλά, ποιος πρέπει να αναλάβει τις διαπραγματεύσεις για να μην κατηγορηθεί για μαξιμαλισμό; Ο Τάκης Χατζηγεωργίου; Αλλά κι αυτόν τον έβγαλαν απορριπτικό επειδή μίλησε για λύση που να επανενώνει πραγματικά τη χώρα και τον λαό.
Ξεχνούν ακόμα ότι στο Μοντ Πελεράν πήγαν με απαίτηση του Ακιντζί για να συζητήσουν το εδαφικό και τις περισσότερες μέρες συζητούσαν άλλα ή χαλάρωναν σε δείπνα ή συσκέπτονταν μεταξύ τους η κάθε ομάδα ξεχωριστά. Εξάλλου, το είπε ο Ακιντζί με την επιστροφή του, χωρίς να κρύβεται: Η σημαντικότερη σύγκλιση που επιτεύχθηκε στο Μοντ Πελεράν, είπε, ήταν η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, με επτά Ελληνοκύπριους και τέσσερις Τουρκοκύπριους, με την ψήφο ενός Τ/κ τουλάχιστον να είναι απαραίτητη για τη λήψη αποφάσεων.
Ακόμα κι εκεί που πήγαν για να δώσουν στο εδαφικό (αυτό λέει η λογική, αφού είναι η πλευρά που κατέχει έδαφος παράνομα), ανέτρεψαν τη λογική κι αντί να δώσουν έδαφος, πήραν κι άλλα στη διακυβέρνηση. Και ζητούν και τα ρέστα για τα μαξιμαλιστικά αιτήματα των Ελληνοκυπρίων! Οι διαβόλοι κι οι τριβόλοι. Που άρπαξαν περιουσίες, λεηλάτησαν, βίασαν, σαν πειρατές Σαρακηνοί και Μαμελούκοι άλλων εποχών και κατηγορούν για μαξιμαλισμό τον Νίκο Αναστασιάδη, που τους πρόσφερε το κράτος, τα βέτο, τους πρόσφερε νομιμοποίηση της παρανομίας τους, έκανε τον αρχηγό του κατοχικού καθεστώτος συμπρόεδρο της Κύπρου κι επειδή ζήτησε ελάχιστο από το κλεμμένο έδαφος για να μπορέσει να πείσει για τη λύση, έγινε αίφνης ο αδιάλλακτος, που ευθύνεται για το αδιέξοδο. Και τους δικαιολογούν από πάνω οι κάφροι οι «δικοί μας», που δεν έχει τέρμα η κατηφόρα τους, αυτοί που αν δεν φοβούνταν την κατακραυγή, θα ενέτασσαν φανερά και τον Νίκο Αναστασιάδη στο «απορριπτικό μέτωπο». Το κάνουν, όμως, με υπονοούμενα και βαθυστόχαστες αναλύσεις, που ξεπερνούν τα όρια του χτικιού.
Τους έφταιξε και η Ελλάδα τους ξετσίπωτους (αυτά δεν είναι βρισιές μπροστά σε όσα επιβάλλουν οι περιστάσεις να λέμε) «δικούς μας» και Τούρκους, γιατί για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια συμπεριφέρθηκε όπως όφειλε να συμπεριφερθεί. Είπε, δεν πάω σε διεθνή διάσκεψη παρά μόνο για να επισημοποιήσω κατάργηση των εγγυήσεων. Τι έπρεπε να πει, δηλαδή; Ότι οι εγγυήσεις είναι προς συζήτηση; Μα, πώς; Δεν είναι θέση όλης της πολιτικής μας ηγεσίας η κατάργηση των εγγυήσεων; Στο κάτω – κάτω, η Ελλάδα μπορεί να πει ως ανεξάρτητο κράτος, και είπε, ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον να είναι εγγυήτρια χώρα. Δικαίωμά της. Έχουμε παράπονο επειδή ταυτίζεται με τις δημόσιες θέσεις όλης της κυπριακής ηγεσίας; Έπρεπε να απαιτήσουμε κι από τη Βρετανία να έχει την ίδια ακριβώς στάση. Αλλά, άξιους μάς έχω να δεχθούμε ακόμα και μόνη την Τουρκία ως εγγυήτρια για να μην εμποδίσουμε τη λύση της φαντασίας μας. Διότι, εμείς την εμποδίζουμε νομίζουν, όχι η Τουρκία, όχι οι Τουρκοκύπριοι.
Η Ελλάδα ουδέποτε ανακατεύτηκε στις διαπραγματεύσεις. Κακώς. Διότι εδώ κινδυνεύει με αφανισμό ένα κομμάτι του ελληνισμού. Όμως, οι εγγυήσεις την αφορούν ως κράτος και καλά κάνει να συνεχίσει την άρνησή της να συζητήσει οτιδήποτε άλλο πέραν της κατάργησής τους. Καλά κάνει να συνεχίσει γιατί αν καμφθεί από τη «διαλλακτικότητα» των Ελληνοκυπρίων πολιτικάντηδων και δημοσιογραφίσκων, θα βρεθούμε με όρους χειρότερους του 1960, όπως βρεθήκαμε και το 2004.

