Ανάλυση: Με τσαμπουκά ενός… πλανητάρχη

Print Friendly, PDF & Email

29/9/2019

του  Ανδρέα Πιμπίσιη 

Η ετήσια σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών πέρα από τις καθιερωμένες ομιλίες, που τις πλείστες φορές γίνονται για εσωτερική κατανάλωση και ελάχιστα ασχολείται το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, θεωρείται ως μια ευκαιρία για να γίνουν υψηλού επιπέδου συναντήσεις. Και οι συναντήσεις με τον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο να αποτελούν βαρόμετρο επιτυχίας ή αποτυχίας της μετάβασης στη Νέα Υόρκη. 

Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το ταξίδι στη Νέα Υόρκη δεν ήταν για να φωτογραφηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ ή για να δείξει ότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι όπως παλιά. Πήγε στη Νέα Υόρκη με δική του ατζέντα που στόχευε σε ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο και όχι σ’ αυτό που απευθύνεται ο Τραμπ και οι πλείστοι ηγέτες της Δύσης. 

Με έναν τσαμπουκά πλανητάρχη ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για να στείλει το μήνυμα ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι η φωνή των απανταχού μουσουλμάνων. Και πιο συγκεκριμένα ο προστάτης εκείνων των μουσουλμάνων που αντιμετωπίζουν προβλήματα: Παλαιστίνη, Κασμίρ, Συρία κ.λπ. 

Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που με την έναρξη της ομιλίας του Τούρκου Πρόεδρου στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών βγήκε στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης το χάσταγκ #OurVoıceErdogan. Το μήνυμα ήταν πολύ σαφές: «Η φωνή μας είναι ο Ερντογάν». Μήνυμα το οποίο αγκαλιάστηκε ιδιαίτερα στο Πακιστάν αλλά και στο Κασμίρ. 

Εν ολίγοις, ο Ερντογάν έστειλε το μήνυμα ότι την ώρα που οι Δυτικοί έχουν ως πλανητάρχη τους τον Τραμπ ή καλύτερα τον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο, οι μουσουλμάνοι έχουν τον ίδιο ως τον ισχυρό άντρα πάνω στον οποίο μπορεί να στηρίξουν τις ελπίδες τους.

Γι’ αυτό και έπαιξε έντεχνα και με το συναίσθημα των Παλαιστινίων εμφανίζοντας ένα χάρτη όπου παρουσιάζονται οι διάφορες φάσεις των συνοριακών αναπροσαρμογών μεταξύ ισραηλινών και παλαιστινιακών εδαφών. Ο Ερντογάν εδώ και χρόνια εμφανίζεται ως προστάτης του παλαιστινιακού λαού έναντι του Ισραήλ.

Με κυπριακή συνταγή

Η δεύτερη σκηνή στο σόου Ερντογάν αφορούσε στη Συρία και εκεί έριξε ρέστα. Πρώτα έπαιξε με το συναίσθημα των προσφύγων, παρουσιάζοντας τη γνωστή φωτογραφία με το άτυχο προσφυγόπουλο που βρέθηκε πνιγμένο στις τουρκικές ακτές. Για να υποστηρίξει στη συνέχεια ότι η Τουρκία έχει φορτωθεί ένα τεράστιο κόστος λόγω των προσφυγικών ροών από τη Συρία και αλλού. Αναφορές όχι τυχαίες αφού είχαν μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέσυρε κι ένα δεύτερο χάρτη ο οποίος αυτή τη φορά παρουσίαζε τα σύνορα Συρίας και Τουρκίας. Η λεγόμενη ζώνη ασφαλείας την οποία θέλει να δημιουργήσει η Τουρκία στη βόρεια Συρία. Σύμφωνα με τον Τούρκο Πρόεδρο αυτή η ζώνη μπορεί να προσφέρει «καταφύγιο» σε εκατομμύρια πρόσφυγες. Που εάν επεκταθεί νοτιότερα μέχρι τη γραμμή Ντέιρ εζ-Ζορ/Ράκα, τότε μπορούν να «επανεγκατασταθούν» πέραν των τριών εκατομμυρίων Σύρων που σήμερα βρίσκονται στην Τουρκία, την Ευρώπη και άλλες χώρες. 

Εκ πρώτης όψεως το σχέδιο Ερντογάν μπορεί να έχει μια έξωθεν καλή μαρτυρία αφού μιλά για επανεγκατάσταση Σύρων προσφύγων. Πίσω από τον χάρτη αυτό κρύβονται και οι πραγματικές βλέψεις του Τούρκου Προέδρου. Επιχειρεί να εφαρμόσει στη Συρία την κυπριακή συνταγή του 1974. Ακολουθώντας την ίδια τακτική ο Ερντογάν θέλει να μπει στην περιοχή και να την «καθαρίσει» από το κουρδικό στοιχείο. Και εν συνεχεία να εποικήσει την περιοχή με Σύρους ή άλλους πρόσφυγες οι οποίοι προέρχονται από αλλού. 

Οι πλείστοι πρόσφυγες που βρίσκονται στην Τουρκία δεν προέρχονται από την εν λόγω περιοχή, αλλά κυρίως από το Χαλέπι και άλλες πόλεις οι οποίες βρίσκονται υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος. 

Βεβαίως σ’ όλα αυτά υπάρχουν και κάποιες λεπτομέρειες τις οποίες ο Ερντογάν προσπέρασε. Το νεκρό προσφυγόπουλο που βρέθηκε στις τουρκικές αρχές έχει και όνομα και καταγωγή. Πρόκειται για τον κουρδικής καταγωγής Αλάν Κουρντί. Και βεβαίως ο Ερντογάν δεν ήθελε να αναφερθεί στο όνομα του παιδιού που παραπέμπει και στην κουρδική καταγωγή του.

Όλοι ή κανένας 

Κάποιοι πιστεύουν ότι μια χώρα για να θεωρείται ισχυρή και να επιβάλλει τις θέσεις της πρέπει να κατέχει και πυρηνικά όπλα. Πάνω σ’ αυτή τη λογική ξεκίνησε και κινείται και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. 

Χωρίς περιστροφές και ενώπιον της διεθνούς κοινότητας ο Τούρκος Πρόεδρος ανήγγειλε την απόφασή του να αποκτήσει η χώρα του πυρηνικά όπλα. Το είπε κατά έμμεσο αλλά σαφή τρόπο μέσα από το γνωστό δίλημμα «ή όλοι ή κανένας». Κι εφόσον όλοι αποκλείεται να μην έχουν πυρηνικά όπλα, τότε το λογικό – ατά την θεώρηση Ερντογάν– είναι να έχει και η Τουρκία. 

Φαίνεται, όπως και στο παρελθόν, η Τουρκία να καταφέρνει να βρίσκει τον τρόπο να βγαίνει κερδισμένη όταν της επιβάλλονται συνθήκες απομόνωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πολεμική της βιομηχανία η οποία άρχισε να αναπτύσσεται μετά το εμπάργκο των Αμερικανών το 1974 και ενισχύθηκε δύο δεκαετίες μετά λόγω περιορισμών που επιβλήθηκαν από ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους. 

Το εμπάργκο του 1974 λειτούργησε θετικά

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 η Τουρκία εντάσσεται στο ΝΑΤΟ πρωτίστως ,για προστασία από τις Σοβιετικές απειλές μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Έκτοτε, η στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας ήταν εξαρτημένη από τις ΗΠΑ και την πολιτική που ακολουθούσαν. 

Το 1974 αποτελεί χρονιά σταθμό για την Τουρκία. Ευθύς μετά την εισβολή στην Κύπρο, η αμερικανική κυβέρνηση προχωρά σε επιβολή εμπάργκο πώλησης όπλων προς την Τουρκία. Εκείνο το εμπάργκο συνέβαλε αποφασιστικά στην αλλαγή της τακτικής που ακολουθούσε η Τουρκία τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. 

Έγινε αντιληπτό ότι θα έπρεπε η χώρα να καταστεί αυτάρκης στην παραγωγή όπλων, προκειμένου να αποφεύγει περιορισμούς που συνδέονται με τη στρατιωτική βοήθεια. Την περίοδο εκείνη οι ΗΠΑ προμήθευαν με πέραν του 90% του στρατιωτικού εξοπλισμού την Τουρκίαν. Και η Άγκυρα αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση μιας γηγενούς αμυντικής βιομηχανίας. Έτσι το 1977 η ASELSAN αρχίζει να παράγει τα πρώτα στρατιωτικά κομμάτια. 

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και τη δεκαετία του ’90 λόγω περιορισμών στην πώληση όπλων που επέβαλαν Γερμανία και ΗΠΑ. Η Άγκυρα κρίνει ότι θα πρέπει από μόνη της να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό των οπλικών της συστημάτων. 

Την περίοδο αυτή αρχίζει μια στενή αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ. Αρχικά η Τουρκία προχώρησε στην αγορά οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ. Οι δύο χώρες συνεργάζονται στον εκσυγχρονισμό της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας. 

Οι συνεχείς αλλαγές στην τουρκική βιομηχανία είχαν αποτέλεσμα τη δεκαετία του 2010. Την περίοδο αυτή η Τουρκία κατέστη λιγότερο εξαρτώμενη στη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. 

Μετά το 2008 σημειώνεται παράλληλα μια ραγδαία αύξηση των πωλήσεων στρατιωτικών όπλων από τουρκικές εταιρείες. Εκτός από την ASELSAN, εταιρείες όπως η ΤΑΙ και η Roketsan και η ιδιωτική Baytraktar καταγράφουν μια ραγδαία αύξηση στις πωλήσεις όπλων διεθνώς. Συνεπεία αυτών των αλλαγών η Τουρκία κατάφερε να επιζητά όλο και περισσότερη αυτονομία τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Προχωρώντας στην ίδια ώρα σε αμφισβήτηση των κανόνων του παιχνιδιού όπως τους καθορίζουν οι ΗΠΑ. 

Ουσιαστικά η Τουρκία ακολουθεί μια παγκόσμια πατέντα που θέλει τις ισχυρά στρατιωτικές χώρες να μην είναι διατεθειμένες να εμπορευθούν την αυτονομία τους για χάρη της εξωτερικής προστασίας. Και η αλλαγή της στρατιωτικής δυνατότητας της Τουρκίας έχει δραματική επίδραση στις σχέσεις Άγκυρας και Ουάσινγκτον. 

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/788551/analysi-me-tsampoyka-enos-planitarchi