Η ιστορική αμηχανία του «πατριωτικού ρεαλισμού»

Print Friendly, PDF & Email

15/11/2020

γράφει ο Μιχάλης Παπαδόπουλος

Επιβάλλεται να υπάρξει μια εμβριθής κατανόηση του τουρκικού ιστορικού αναθεωρητισμού και των αποβλέψεών του, ο οποίος αποτελεί, πλέον, διακηρυγμένη ιδεολογία και πρακτική του τουρκικού κράτους, αλλά και του πώς μια ανακάμπτουσα νεο-αυτοκρατορική σκέψη (νεο-οθωμανισμός) διαλεκτικοποιεί τη συστημική του χρόνου και του χώρου, πέρα από σπασμωδικές προσαρμογές εφήμερων και πανικόβλητων τακτικισμών στις συγκυρίες, όπως ανελλιπώς εμείς πράττουμε

Ενώ ο τουρκικός επεκτατισμός εκδιπλούται πανταχόθεν, πλησίστιος και ανεμπόδιστος, στα καθ’ ημάς, που καθιζάνουν στον πάτο της διαφθοράς, της ημετεροκρατίας και της φαυλότητας, μια χαλαρή, έστω, συλλογικότητα, αδυνατεί να υπάρξει. Η δημόσια σφαίρα έχει καταστεί χώρος κυκλοτερών αδιέξοδων αντεγκλήσεων, άγονων αντιπαραθέσεων και κατακερματιστικών διαξιφισμών, ανίκανη να αποδώσει ένα μίνιμουμ, έστω, σύγκλισης, ομοθυμίας και ομογνωμίας πάνω στο κρίσιμο διακύβευμα της διαχείρισης του εθνικού προβλήματος.

Η ομοφωνία ή, έστω, η… κακόηχη συναίνεση στο εσωτερικό μέτωπο αποτελεί, πλέον, αναμνηστική πολυτέλεια κάποιων λιγότερο συγκρουσιακών περιόδων, όπου, η κρισιμότητα των περιστάσεων, ενεργοποιούσε τα αντανακλαστικά μιας πιο ενεργούς υπευθυνότητας για την αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων. Αλλά, φευ!

Αδυνατεί, παράλληλα, να υπάρξει μια ολοκληρωμένη και εις βάθος κατανόηση των γεωπολιτικών τεκταινομένων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και ευρύτερα στο διεθνές σύστημα, με τις συντελούμενες ανακατανομές ισχύος, τις μετατοπίσεις των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων, τις ρηγματώσεις στις θεσμοθετημένες εδαφο-συνοριακές «συμπάγειες», τις ανακατατάξεις στον ρευστό ορίζοντα των εθνο-φυλετικών συσσωματώσεων.

Πρωτευόντως, αδυνατεί να υπάρξει μια εμπεριστατωμένη και εις βάθος κατανόηση της τουρκικής γεωπολιτικής, σε όλο το εύρος και την έκταση που αυτή εκδιπλώνεται, και η οποία περιλαμβάνει, ως βασικό επιτελεστικό όρο της, τον πλήρη γεωστρατηγικό έλεγχο της Κύπρου, με όλα τα γεωπολιτικά οφέλη που αυτός προσφέρει, προεξάρχοντος του ενεργειακού παράγοντα.

Στρατηγική, μάλιστα, «επιβαλλόμενη» διά της ισχύος και του στρατιωτικού εξαναγκασμού, καθ’ όσον οι τουρκικοί στόχοι και επιδιώξεις δεν μπορούν να ευοδωθούν – ει μη μόνον διά της ανοχής και συνενοχής – άλλως πως στο πεδίο του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς έννομης τάξης.

Ανακάμπτουσα αυτοκρατορική σκέψη

Αδυνατεί, επίσης, να υπάρξει μια εμβριθής κατανόηση του τουρκικού ιστορικού αναθεωρητισμού και των αποβλέψεών του (μέρος του οποίου αποτελεί αυτή η στρατηγική), ο οποίος συνιστά, πλέον, διακηρυγμένη ιδεολογία και πρακτική του τουρκικού κράτους, αλλά και του πώς μια ανακάμπτουσα νεο-αυτοκρατορική σκέψη (νεο-οθωμανισμός) διαλεκτικοποιεί τη συστημική του χρόνου και του χώρου, πέρα από σπασμωδικές προσαρμογές εφήμερων και πανικόβλητων τακτικισμών στις συγκυρίες, όπως ανελλιπώς εμείς πράττουμε. Γιατί, εντελώς άλλη αντίληψη για τον χρόνο, τον χώρο, αλλά και το ιστορικώς πράττειν έχει κάποιος που σκέφτεται «αυτοκρατορικά» και άλλη κάποιος που, ενεργώντας βουτηγμένος στην αγωνία των δύστηνων παρατάσεων, αντιλαμβάνεται κάθε επιβιωτική στιγμή του στον χρόνο ως ένα πρωθύστερο «τέλος της ιστορίας».

Συνελόντι ειπείν, αλλιώς αντιλαμβάνεται ο ένας και αλλιώς ο άλλος το νόημα και τον ορίζοντα μιας διευθέτησης – γιατί, μια ενδεχόμενη «λύση» του Κυπριακού δεν θα συνιστά το οριστικό «τέλος» του προβλήματος, αλλά μιαν ακόμη μετάβαση, άλλον ένα διασκελισμό στο μεγάλο παιγνίδι της ισχύος και του χρόνου.

Υπό το κράτος αυτής της αδυναμίας, η πολιτική μας, υπό τον βαρύγδουπο ευφημισμό του «διεκδικητικού πατριωτικού ρεαλισμού» (!), ενοφθαλμισμένη σε συσσωρευμένα φοβικά σύνδρομα δεκαετιών και αγκιστρωμένη σε ανεκρίζωτες ιδεολογικές αγκυλώσεις, δεν μπορεί να εκφύγει από την παραλυτική μέγγενη μιας αδιέξοδης στρατηγικής, η οποία εξαντλήθηκε ήδη στην κόψη των γεγονότων και του χρόνου.

Διαφεύγει, ακόμα, από τους θιασώτες αυτής της στρατηγικής, που εκβάλλει στο οικτρό αξίωμα τής «όποιας λύσης χθες», ότι η δριμύτητα της τουρκικής επιθετικότητας και η έκταση των τουρκικών διεκδικήσεων καθιστά αδύναμους ακόμη και τους πλέον… γενναιόψυχους συμβιβασμούς, καθώς και αλυσιτελείς τις όποιες «στοχαστικές» ή… αστόχαστες προσαρμογές επιχειρήσουμε στην έξαρση της τουρκικής ισχύος.

Το «ισλαμοφασιστικό» τουρκικό κράτος χαρακτηρίζεται από μιαν ανεξέλεγκτη επεκτατική βουλιμία, η οποία δεν φαίνεται να έχει όρια και αυτήν τη στιγμή δεν την περιορίζει κανένας. Αναρωτήθηκαν ποτέ οι οραματιστές μιας μελλοντικής, «ειρηνικής και αμοιβαία επωφελούς» «εταιρικής» σχέσης με την Τουρκία ποια είναι τα όρια αυτής της επιθετικότητας και πώς χαλιναγωγείται; Είναι το λιγότερο ουτοπικό να αναμένει κάποιος ότι είναι δυνατόν αυτή η βουλιμία να αυτο-χαλιναγωγηθεί έχοντας ενώπιόν της μια έντρομη υποχωρητικότητα, που ικανοποιεί κάθε επιδίωξη και απαίτησή της. Ακόμα και με την παράδοση στην Τουρκία του ενεργειακού πλούτου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και με την εκχώρηση σ’ αυτήν του κομβικού ενεργειακού ρόλου που επιδιώκει η Άγκυρα να διαδραματίσει, η ανάληψη του οποίου θα σημάνει την πλήρη γεωπολιτική έκλειψη της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο, η τουρκική επεκτατικότητα δεν πρόκειται να χαλιναγωγηθεί, αφού ιστορικός ορίζοντας και σκοποθεσία της είναι η ανασύσταση του οθωμανικού ηγεμονισμού.

Εκτός και εάν αποφασίσουμε, ως εθνική συλλογικότητα, να εκχωρήσουμε το ιστορικό μέλλον μας στο εκκρεμές των επεκτατικών διαθέσεων του Ερντογάν και της Άγκυρας, ερωτοτροπώντας με τον οριστικό αφανισμό. Αυτό δεν είναι… άλλο θέμα, αλλά το ουσιώδες διακύβευμα της ιστορικής στιγμής.

Αναζήτηση νέας στρατηγικής

Τι θα έπρεπε να πράξουμε, λοιπόν, εάν υποθέσουμε ότι συμφωνούμε στην ελάχιστη κοινή παραδοχή, επιβεβαιωμένη από τα γεγονότα, ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να συναινέσει ποτέ σε μια «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση» του Κυπριακού, εκτός και αν διασφαλίζει τα μείζονα γεωστρατηγικά της συμφέροντα, που είναι η επίτευξη της γεωπολιτικής της ηγεμονίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής; Ενδεχόμενο που, εάν επισυμβεί, αυτόματα θα σημαίνει ότι, αυτό που θα υπάρξει στην Κύπρο μετά την (υπό μεθόδευση) λύση, ούτε δίκαιο, ούτε βιώσιμο, ούτε λειτουργικό θα είναι.

Εάν υποθέσουμε ότι συμφωνούμε, ακόμη, στο ότι, με μόνο την ευχολογική επίκληση της… λογικής (ποιας λογικής, εν τέλει;), που είναι το μόνιμο και μοναδικό motto της πολιτικής μας προς ανάσχεση του τουρκικού επεκτατισμού, δεν είναι δυνατόν να μετακινηθεί η Τουρκία από τις παράνομες διεκδικήσεις της, κινούμενη προς την κατεύθυνση μιας «δίκαιης και βιώσιμης λύσης» του Κυπριακού.

Υπό αυτά τα δεδομένα, θα έπρεπε να είμαστε καθ’ οδόν προς την αναζήτηση μιας νέας στρατηγικής, η οποία θα μας καταστήσει σύγχρονους με την ελευσόμενη ιστορία, συντονισμένους με αυτό που έρχεται, εγκαταλείποντας τα «ανεπιτυχώς δοκιμασμένα, μέσα στις τόσες επισφαλείς βεβαιότητες και τις τόσες ελπιδοφόρες αβεβαιότητες των καιρών».

Αντιλαμβανόμενοι ότι το νέο – το νέο μιας άλλης κοσμοθεώρησης και πρακτικής -, δεν εκφράζει, απλώς, την ανάγκη αντικατάστασης του παλιού, αλλά αποτελεί συνώνυμο μιας εναρκτήριας διαίσθησης των πραγμάτων, απαιτώντας τη σύζευξη λόγου και πράξης μέσα στην παροπλισμένη διαθεσιμότητα των ιστορικών επιλογών.

Η μόνη απάντηση, με σπινοζικούς όρους, είναι «να εμμείνουμε στο είναι μας». Φροντίζοντας, αυτή η εμμονή στο είναι, να στοιχηθεί προς την αύξηση της προσίδιας δύναμης, σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της. Ειδάλλως, το ιστορικό μας τέλος, ίσως να μην αποτελεί, απλώς, μιαν αόριστη πιθανότητα, αλλά μια ιστορική διεργασία εγγεγραμμένη ήδη στους μηχανισμούς του παρόντος.

Η τραγική εμπειρία των Αρμενίων στο Αρτσάχ, ας αποτελέσει ένα ύστατο, έστω, καμπανάκι αφύπνισης.

ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2020/11/15/e-istorike-amekhania-tou-patriotikou-realismou/