Του πρόσφεραν μια τσάντα λίρες. Επέλεξε την αγχόνη!

Print Friendly, PDF & Email

21/9/2021

γράφει ο  Γιώργος Καλλινίκου   

«Γιατί μαυρίζει ο ουρανός κι ας είναι καλοκαίρι/ λες κι η αυγή κατάμαυρο χαμπάρι θα μας φέρει/ Και να! Χτυπούνε πένθιμα κάθε χωριού καμπάνες/ κλαίνε μαζί τρεις μάνες, μαζί των κι όλη η γη/ Κι είναι γλυκό το κλάμα τους, από χαρά λες κλαίνε/ λόγια Σουλιώτου λένε στην πένθιμη σιγή/ Ποτέ δε θα πεθάνουνε, όσοι πεθάναν σήμερα…». Η θυσία των τριών παλληκαριών ενέπνευσε τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Δεν γνώριζε ότι θα τους ακολουθούσε… Είχε, όμως, δίκαιο. Οι τρεις απαγχονισθέντες ήρωες , ανέβηκαν το δολοφονικό βρετανικό ικρίωμα. Δεν πέθαναν, όμως, ποτέ. Άνοιξαν τα φτερά τους. Πέταξαν στο Πάνθεον των Αθανάτων!

Σαν σήμερα, πριν από 65 χρόνια οι Στέλιος Μαυρομμάτης, Ανδρέας Παναγίδης και Μιχαήλ Κουτσόφτας οδηγήθηκαν στην αγχόνη. Συνεπεία μιας ακόμη απάνθρωπης εντολής θανάτου από τον βρετανό κυβερνήτη, υπογραμμένη από μια άσπλαχνη βασίλισσα. Εκείνο το οποίο είναι εξέχων και χρήζει ειδικής μνείας είναι το μεγαλείο της ψυχής, το οποίο ανάδειξαν την ώρα που ανέβαιναν τα σκαλιά της αγχόνης.

Αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία του μοναδικού ανθρώπου ο οποίος βίωσε όλη τη βαναυσότητα των Βρετανών κατά τον βάρβαρο απαγχονισμό και των εννιά ηρώων. Του ιερέα των Κεντρικών Φυλακών, Παπαντώνη Ερωτοκρίτου. Περιγράφει στο βιβλίο του: «Στέκω στην πόρτα του κελιού και παρακολουθώ το δράμα της αποψινής νύχτας. Διαρκώς θούρια και εμβατήρια ακούονται από τους τρεις μάρτυρες. Ζητωκραυγαί υρανομήκεις από τούς παρακάτω φυλακισμένους αγωνιστάς. Συνθηματικά επαναλαμβάνουν κατά διαστήματα των τριών μαρτύρων τα ονόματα, Μαυ—ρο—μμά—της, Κου—τσό—φτας, Πα—να—γί—δης, Μα—κά—ρι—ος, Δι—γε- νής, Ε—Ο—ΚΑ, σαν να ευρίσκεσαι μέσα σε εθνικήν μυ­σταγωγίαν…».

Το απαράμιλλο ψυχικό σθένος των μελλοθανάτων δεν προέκυψε στιγμιαία την ώρα που θα αντίκριζαν τον αιμοσταγή δήμιο και το τρομακτικό πρόσωπο του Χάρου. Έτσι ήσαν ζυμωμένοι. Έτσι είχε γαλουχηθεί η ψυχή τους. Με ιδέες, αξίες, ιδανικά. Αυτά που οι Έλληνες ξέρουν να εμφανίζουν όποτε απειλείται η πατρίδα τους, η ελευθερία τους. Μια ματιά στις επιστολές τις οποίες είχαν αποστείλει στις οικογένειες τους ή τα λόγια που αντάλλαξαν, αποτελούν επαρκές δείγμα.

Στην τελευταία του επιστολή προς την οικογένειά του, ο Μαυρομμάτης έγραφε: «Ευρίσκομαι μέσα στο σκοτεινό κελί της φυλακής μου, περιμένοντας με θάρρος και υπομονή τον δήμιο ναρθή να με οδηγήσει στον τόπο της εκτελέσεως. Αισθάνομαι τον εαυτό μου ισχυρόν και γαλήνιον, γιατί έχω τον Χριστό μέσα μου και είμαι βέβαιος πως θα με βοηθήσει μέχρι τέλους. Η τελευταία μου επιθυμία που ζητώ από σας είναι: Να σταθήτε ψύχραιμοι μέχρι τέλους και να προσεύχεστε για μένα. Δεν θέλω ούτε μοιρολόγια ούτε θρήνους, παρά μόνο να ευχαριστείτε και να δοξάζετε το Θεό που με αγάπησε και θέλησε να με πάρει κοντά του. Θέλω να ξέρετε πως ο υιός και αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, γιατί κράτησε μέχρι τέλους τον ιερόν όρκον που έδωσε να θυσιαστή χάριν της ελευθερίας της Κύπρου… Θέλω να είστε υπερήφανοι…».

Συγκλονιστική και η αφήγηση της κόρης του Ανδρέα Παναγίδη σε ένα βίντεο. Εξιστορεί ένα περιστατικό σε μια επίσκεψη της μητέρας της στις Φυλακές: «Τον βρήκαν αναψοκοκκινισμένο, θυμωμένο. Η μάνα μου του είπε: «Ανδρέα μου γιατί είσαι έτσι, σε βασάνισαν πολλά;». Εκείνος απάντησε: «Τα βάσανα που κάνουν στο κορμί μου τα αντέχω, τα βάσανα της ψυχής μου γιατί μου τα κάνουν;». Εκείνη την ημέρα, όπως αφηγείται η κόρη του, τον είχαν πάρει στο κελί που τους βασάνιζαν. Στο τραπέζι βρισκόταν μια τσάντα κλειστή. Ο αξιωματούχος ρώτησε τον Παναγίδη αν έχει περιουσία να αφήσει στα τρία παιδιά του: «Ούτε γρόσι, το μόνο που έχω να τους αφήσω είναι το όνομα μου».

Τότε, ο άγγλος αξιωματούχος άνοιξε την τσάντα και του έκανε μια πρόταση, που, αν τη δεχόταν, θα εξασφάλιζε στην οικογένειά του μια πλουσιοπάροχη ζωή. Του έταξαν χρήματα, σπίτι και δουλειά στο Λονδίνο, σπουδές στα παιδιά του και μια τσάντα γεμάτη αγγλικές λίρες. Το μόνο που ήθελαν ως αντάλλαγμα ήταν να ομολογήσει τρία ονόματα συναγωνιστών του. Ο Παναγίδης θύμωσε, χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Τους είπε να μην βάζουν μπροστά τα μωρά του για να τον κάνουν προδότη της πατρίδας του, γιατί ούτε για το χατίρι των παιδιών του δεν μπορεί να προδώσει τον τόπο και τους συναγωνιστές του. «Χίλιες φορές Γιαννούλα μου, τα παιδιά μας να ζήσουν αυτή τη δυστυχισμένη ζωή, αλλά να είναι περήφανοι για τον πατέρα τους παρά να έχουν έναν πατέρα προδότη», είπε στη σύζυγό του.  

Ανάλογη παλληκαριά και λεβεντιά και από τον Κουτσόφτα. Στην τελευταία επίσκεψη συγγενών του στις Φυλακές πριν από την εκτέλεσή του, κάνει και τους βράχους να συνθλιβούν από την απέραντη δύναμη της ψυχής του: «Εγώ είμαι υπερήφανος που πεθαίνω για την πατρίδα. Το ίδιο να είστε και εσείς και να μην μαραζώνετε». Το συγκλονιστικό διάλογο με τη μητέρα του επιβεβαιώνουν μάρτυρες: «Μάνα, αν είσαι Ελληνίδα, μην κλάψεις, γιατί ο γιος σου δεν είναι για κλάματα. Ο γιος σου τραβάει για τη δόξα και την τιμή». Εξίσου λεβέντικη και η απόκριση της μάνας, που έπνιξε τον πόνο με την περηφάνια της: «Είμαι υπερήφανη για σένα γιε μου. Σε γέννησα για την πατρίδα και σε δίνω στην πατρίδα».

Μην επιχειρήσετε την παραμικρή σύγκριση με την εποχή που εμείς βιώνουμε. Αποτελεί ιεροσυλία! Θα μας πνίξει η ντροπή! Απλώς, σκύψτε τα κεφάλια. Ενός λεπτού σιγή αρκεί…

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/f-me-apopsi/arthra-apo-f/article/1296207/toy-prosferan-mia-tsanta-lires-epelexe-tin-anchoni