Η «προεκλογική συμμαχία» Μητσοτάκη – Ερντογάν και ο εκβιασμός της Τουρκίας μέσω Κύπρου

Print Friendly, PDF & Email

11/12/2022

γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης

-Πώς η ανασύσταση του Δόγματος συνδέεται με το σύστημα ασφάλειας της ΕΕ και η λύση με το αέριο

-Η πολεμική ρητορική στο Αιγαίο, η απειλή της Άγκυρας, το σύστημα εγγυήσεων μέσω ΝΑΤΟ για αποτροπή της διχοτόμησης και όχι για την επισφράγισή της με ισότιμα συνιστώντα κράτη

Με κάθε ευκαιρία ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προβάλλει, όπως πληροφορούμαστε, σε διπλωματικό επίπεδο, ότι υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της τουρκικής πολεμικής ρητορικής από τη μια και των εξελίξεων στο «πεδίο» από την άλλη. Εννοεί, στην ουσία, ότι δεν υπάρχει η ανάλογη συγκέντρωση τουρκικών Δυνάμεων που να δικαιολογεί την πολεμική ρητορική της Άγκυρας σε τόσο έντονο ύφος. Προφανώς, οι πληροφορίες αυτές δεν κατασκευάζονται από τον Πρωθυπουργό, αλλά προέρχονται από τις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες, όμως, βρίσκονται σε εγρήγορση με συνεχείς στο Αιγαίο ασκήσεις.

Τα πυρά του Ερντογάν

Ο Κ. Μητσοτάκης δεν αποκλείει την ύπαρξη της τουρκικής απειλής ως εκδήλωση μιας αυτοκρατορικής αναθεωρητικής πολιτικής, αλλά, από την άλλη, διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι ο Ερντογάν διατηρεί υψηλούς τόνους για προεκλογικούς λόγους. Γεγονός που του αποδίδει όφελος ενόψει των εκλογών του 2023. Διότι, ενώ πριν από οκτώ περίπου μήνες ήταν στο 33%, στην παρούσα φάση κυμαίνεται γύρω στο 46%. Εκλογές, όμως, δεν έχει μόνο η Τουρκία το 2023, αλλά και η Κύπρος και η Ελλάδα.

Τα πυρά του Ερντογάν στρέφονται κυρίως προς την Αθήνα και, εκ των πραγμάτων, δημιουργείται μία “οιονεί συμμαχία” αμοιβαίου οφέλους μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου. Γιατί; Διότι όπως ο Ερντογάν κρύβει πολλά από τα προβλήματά του κάτω από τη ρητορική πολέμου σε βάρος της Ελλάδος, το ίδιο πράττει και ο Έλληνας Πρωθυπουργός, είτε το θέλει είτε όχι, απαντώντας με αποτρεπτικό τρόπο στις τουρκικές απειλές. Όσο δε για την Κύπρο, είναι μερικώς και μόνο τμήμα αυτής της ρητορικής αντιπαράθεσης, η οποία, όμως, ουδόλως μπορεί να υποτιμάται επί της ουσίας. Διότι η τουρκική απειλή είναι υπαρκτή και αποτυπώνεται στην κατοχή της Κύπρου και στο σιωπηρό αλλά πραγματικό «casus belli», που θέτει η Άγκυρα στην εκμετάλλευση φυσικού αερίου από την Κυπριακή Δημοκρατία στις περιοχές όπου η Τουρκία θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα. Το θέμα της επέκτασης των 12 ναυτικών μιλίων της Ελλάδας στο Αιγαίο συνιστά για την Τουρκία «casus belli». Είναι αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης της Άγκυρας και δεν είναι καθόλου σιωπηρό. Φαίνεται, δε, να εκτείνεται και στην περιοχή της Κρήτης.

Η ανοχύρωτη πολιτεία

Επειδή περί «casus belli» και αποτροπής ο λόγος, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Πρώτον, η Κύπρος συνεχίζει να είναι η αχίλλειος πτέρνα του Ελληνισμού, διότι δεν υπάρχουν ειλημμένες αποφάσεις περί άμεσης κάλυψής μας από την Αθήνα σε περίπτωση κρίσης. Η ευθύνη για τον καιρό αυτό δεν αφορά μόνο την ελληνική, αλλά και την κυπριακή Κυβέρνηση, η οποία είχε αποφασίσει ούτε λίγο ούτε πολύ την υιοθέτηση μιας εκσυγχρονιστικής πολιτικής, που οδηγούσε στη μείωση των προϋπολογισμών για την άμυνα επί τη βάσει της λογικής που μας ήθελε ως μία οιονεί ανοχύρωτη πολιτεία. Συναφώς, όπως αναφέρουν στρατιωτικοί κυρίως κύκλοι, εγείρεται το εξής ερώτημα:

Όταν ο αρχηγός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ορθώς στέλνει ρητορικά αποτρεπτικά μηνύματα σε βάρος της Τουρκίας, λαμβάνει υπόψη ότι η Κύπρος είναι η αθωράκιστη; Γιατί τονίζεται αυτό; Δεν αμφισβητεί κανείς την καλή του πρόθεση ή τον πατριωτισμό του, αλλά ακόμη και αν η Ελλάδα κερδίζει μία κρίση στο Αιγαίο, η Τουρκία για να αποφύγει την ήττα, λογικό είναι να χτυπήσει στην Κύπρο, όπου διαθέτει πλεονέκτημα. Αυτό το πρόβλημα, δηλαδή της αμυντικής θωράκισης της Κύπρου, δεν έχει επιλυθεί και δεν είναι ένα αντικείμενο του προεκλογικού ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο για να ληφθούν σοβαρές και δεσμευτικές αποφάσεις απ’ όσους θα ανέλθουν στην εξουσία, ανεξαρτήτως ποιοι θα είναι αυτοί.

Τα casus belli των νησιών

Δεύτερον, η Τουρκία έχει θέσει επισήμως ως αιτία πολέμου την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Καθημερινά, δε, ισχυρίζεται ότι θα έρθει νύχτα στα νησιά του Αιγαίου ή ότι θα προχωρήσει σε αποκλεισμούς νησιών.

Ερώτημα: Εφόσον είναι αξιόπιστη η ελληνική αποτροπή, λογικό δεν θα ήταν μία ενέργεια αποκλεισμού τού οποιουδήποτε ελληνικού νησιού από την Τουρκία να ανακηρυχθεί από τώρα ως αιτία πολέμου; Γιατί η Αθηνά δεν το πράττει και μάλιστα με κοινή απόφαση όλων των ελλαδικών κομμάτων; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο. Μακάρι να είναι έτσι.

Ερώτημα: Θα ήταν ή όχι μια τέτοια απόφαση σαφές αποτρεπτικό μήνυμα και μία προειδοποίηση προς το ίδιο το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ να μαζέψουν την επιθετικότητα της Τουρκίας για να μην τιναχτεί στον αέρα η Συμμαχία λόγω Τουρκίας;

Διαρκής αντιφατικότητα

Τρίτον, η κυπριακή Κυβέρνηση βρίσκεται όμηρος μιας διαρκούς αντιφατικότητας μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας, που αποδυναμώνει την όποια αποτροπή και ενισχύει την επιθετική στάση της Τουρκίας, δυσκολεύοντας έτσι την επανέναρξη των συνομιλιών, εκτός και αν γίνουν αποδεκτοί οι τουρκικοί όροι. Από τη μια έχουμε τον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος διαβεβαιώνει ότι ενισχύεται η Εθνική Φρουρά και σε επίπεδο εκπαίδευσης και σε επίπεδο εξοπλιστικών προγραμμάτων και συστημάτων. Και, από την άλλη, έχουμε τις δημόσιες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος άλλοτε λέει ότι οι Τούρκοι μπορούν σε δύο λεπτά να βρίσκονται στο κέντρο της Πλατείας Ελευθερίας, άλλοτε ότι έχουν έτοιμα κομάντος για να εισβάλουν στη νεκρή ζώνη και άλλοτε ισχυρίζεται απαξιωτικά ότι δεν υπάρχει λόγος να ενισχυθεί η Κύπρος με ένα σύγχρονο πολεμικό σκάφος θαλάσσης. Την ίδια στιγμή, οι ειδικοί αναφέρουν ότι, εάν η Ελλάδα αποκτήσει μία τέταρτη φρεγάτα “Belhara”, θα είναι σε θέση να καλύπτει την Κύπρο.

Ερώτημα: Γιατί δεν αγοράζουμε εμείς για λογαριασμό της Ελλάδας μια φρεγάτα “Belhara”, εφόσον έχει ένα τέτοιο συμβόλαιο η Αθήνα; Η αγορά θα είναι για τη δική μας ασφάλεια, καθώς και για την Ελλάδα, με την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστεί στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Αποτρεπτικού Στρατηγικού Σχεδιασμού.

Η λάθος συνταγή

Τα προβλήματα είναι βαθύτερα και αποτυπώνονται ακόμη και στα debates ενόψει των προεδρικών εκλογών, με περισσή ελαφρότητα, στο ερώτημα πώς θα σπάσει το αδιέξοδο στο Κυπριακό. Όπως κάποιοι εκ των κύριων υποψηφίων για το χρίσμα επισήμαναν, θα στείλουν δήθεν επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Και τόσα χρόνια που στέλνανε, τι έγινε; Ήταν λάθος η συνταγή. Διότι το Κυπριακό δεν είναι μόνο δικοινοτικό πρόβλημα, αλλά πρόβλημα εισβολής και κατοχής, δηλαδή γεωπολιτικό. Μπορεί μεν ο Έλληνας Πρωθυπουργός να ισχυρίζεται σε επαφές του ακόμη και με Κύπριους αξιωματούχους και πολιτικούς ότι είναι δυσανάλογη η τουρκική πολεμική ρητορική από την πραγματικότητα επί του πεδίου, όμως τι εμποδίζει Κύπρο και Ελλάδα να λάβουν σχετικές αποφάσεις για την κοινή και ενιαία αποτροπή την οποία επιβάλλει η Τουρκία μέσω των αποφάσεων του δικού της Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.

Αποτρεπτικές κινήσεις

Στην παρούσα φάση υπάρχουν οι συνθήκες για μια κοινή αποτρεπτική στρατηγική επί τη βάσει των εξής βημάτων:

  1. Είναι εγκληματικό να έχει την ψευδαίσθηση κάποιος ότι εάν δημιουργηθεί κρίση στο Αιγαίο δεν θα είναι δυνατόν να διαχυθεί και στην Κύπρο. Υπενθυμίζεται ότι και το 1974 οι ΗΠΑ φοβούνταν ότι η κρίση θα ξεσπούσε στο Αιγαίο. Τελικώς, η Τουρκία χτύπησε στην Κύπρο. Όχι μόνο λόγω της αφορμής που δόθηκε με το πραξικόπημα, αλλά επειδή εδώ ήταν η αχίλλειος πτέρνα. Υπάρχει μαρτυρία στον Φάκελο της Κύπρου, ότι ακόμη και αν δεν γινόταν το πραξικόπημα, οι Τούρκοι ετοίμαζαν προβοκάτσια για επέμβαση με ημερομηνία την 5η Αυγούστου του 1974. Δυστυχώς, από τότε μέχρι σήμερα η Κύπρος παραμένει η αχίλλειος πτέρνα. Και από την Κύπρο είναι που η Τουρκία και απειλεί και εκβιάζει την Ελλάδα. Είναι συνεπώς εγκληματική η αμέλεια που επιδεικνύεται στην αδυναμία της ανάπτυξης του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, ο οποίος σήμερα μπορεί να συνδεθεί κάλλιστα μαζί με την στρατηγική πυξίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
  2. Στη δημιουργία συμμαχιών που δεν θα είναι στα λόγια αλλά στις πράξεις και αφορούν χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Γαλλία, η οποία επιδεικνύει σαφή πρόθεση ανάδειξής της εντός της ΕΕ καθώς και εντός του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας. Μία εξέλιξη που ενοχλεί την Τουρκία, διότι περιορίζει τον ρόλο που θα ήθελε η ίδια να διαδραματίσει στο πλαίσιο της Γαλάζιας Πατρίδας. Υπάρχει, δε, μεταξύ ημών, των Γάλλων, των Αιγυπτίων και των Ισραηλινών κοινωνία συμφερόντων μέσω της ενέργειας και ζητημάτων ασφαλείας. Διότι, ακόμη και αυτές οι ΗΠΑ ευνοούν τη σύσφιγξη των σχέσεων Ισραήλ, Αιγύπτου, Κύπρου και Ελλάδας. Ευφυώς, δε, σκεπτόμενες, οι ηγεσίες Κύπρου και Ελλάδος θα έπρεπε μέσα από έναν Ενιαίο Αμυντικό Χώρο, και δη στο πλαίσιο της στρατηγικής πυξίδας της ΕΕ, να εμφανίσουν προς τις ΗΠΑ την περιοχή από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή ως ενιαίο χώρο άμυνας. Και απεγκλωβισμού των Αμερικανών από την τουρκική αυθάδεια, που εκδηλώνεται εκβιαστικά με την πολιτική του εκκρεμούς που χαρακτηρίζεται από το έντονο φλερτ της Τουρκίας με τη Μόσχα.
  3. Η ενεργειακή συμμαχία συνιστά ταυτόχρονα και γεωστρατηγική συνεργασία αποτροπής έναντι κάθε απειλής, περιλαμβανομένης της Τουρκίας. Είναι, δε, οι συνθήκες θετικές υπό την έννοια ότι η ΕΕ χρειάζεται τις ενεργειακές πηγές τις οποίες διαθέτει η περιοχή μας. Το πρόβλημα, όμως, έγκειται στο εξής: Η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου της Κύπρου είχε συνδεθεί με τους αγωγούς προς Τουρκία για τη λύση του Κυπριακού. Ποιας, όμως, λύσης; Αυτής των δύο συνιστώντων κρατών με πολιτική ισότητα, την οποία όταν η Τουρκία κατοχύρωσε στο Κραν Μοντανά, προχώρησε ένα βήμα παρακάτω, αξιώνοντας τη λύση των δύο κρατών στη βάση της ισότιμης κυριαρχίας ως προηγούμενο στάδιο της πλήρους τουρκοποίησης;

Στρατηγική για φυσικό αέριο και ΝΑΤΟ

Το συναφές ερώτημα που πρέπει να απασχολεί τον προεκλογικό δεν είναι εάν θα επιστρέψει ο επόμενος Πρόεδρος στο Κραν Μοντανά για να συνεχίσει μία διχοτομική πολιτική ή για να αποτύχει εάν δεν δεχτεί τους τουρκικούς όρους, που είναι αποτέλεσμα της ανισορροπίας δυνάμεων με την Τουρκία, αλλά εάν θα τεθεί η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου στο πλαίσιο μιας νέας στρατηγικής, που θα περιλαμβάνει:

Α) Την ανασύσταση του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου ως υποσυστήματος ασφαλείας της ΕΕ στο πλαίσιο της Στρατηγικής Πυξίδας.

Β) Τη στρατιωτική και ενεργειακή συνεργασία με τις χώρες της περιοχής, όπως είναι η Αίγυπτος και το Ισραήλ, με απώτερο στόχο τη δημιουργία σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης.

Γ) Τη σύνδεση της συμμετοχής της Τουρκίας τόσο στο σύστημα ασφαλείας της Στρατηγικής Πυξίδας όσο και στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου εφόσον τηρηθούν, μεταξύ άλλων, δύο προϋποθέσεις:

1) Η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, όπως η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 καθορίζει και αποτελεί τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου. Έτσι, επιλύεται, εκτός των άλλων, και το ζήτημα της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περίπτωση λύσης, καθώς και τα ζητήματα της ΑΟΖ.

2) Η συμμετοχή της Τουρκίας στο σύστημα ασφάλειας της Στρατηγικής Πυξίδας μαζί με κράτη της περιοχής εφόσον αποχωρήσουν πλήρως τα τουρκικά στρατεύματα από την Κύπρο. Και εδώ είναι που μπορεί να παρεισφρήσει η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, υπό την εξής έννοια: Για να υπάρξει ασφάλεια και να αλλάξει το σύστημα των εγγυήσεων, θα πρέπει να δημιουργηθεί συμμαχική σχέση Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας στη βάση της πλήρους αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων και της υπογραφής δημοκρατικής λύσης, αναθεωρώντας προς το θετικότερο το υφιστάμενο Σύνταγμα και όχι να ενταχθούμε στο ΝΑΤΟ επί τη βάσει ενός πολιτειακού συστήματος, όπως αυτό των δυο ισότιμων συνιστώντων κρατών με πολιτική ισότητα, που θα σφραγίζει τη διχοτόμηση και θα εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα και μόνο, μετατρέποντας την Κύπρο σε προτεκτοράτο της Άγκυρας.

Αιτία της κρίσης και η θεραπεία

Οι πολιτικές αυτές είναι τμήμα μιας εναλλακτικής στρατηγικής, που κατοχυρώνει την αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής από τα Βαλκάνια ώς τη Μέση Ανατολή. Και ως εκ τούτου:

1. Σταματά η Κύπρος να είναι η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδος.

2. Δημιουργούνται συνθήκες καλύτερες από τις υφιστάμενες και για την περίπτωση επίλυσης του Κυπριακού και για εκείνη της διευθέτησης των υπολοίπων ελλαδοτουρκικών διαφορών επί τη βάσει των νέων ισοζυγίων δυνάμεων και του Διεθνούς Δικαίου. Εάν σήμερα βρισκόμαστε κάτω από την απειλή διαρκούς κρίσης, αυτό οφείλεται στην προηγηθείσα επί σειρά ετών εξευμενιστική αντίληψη, η οποία αποθρασύνει την Τουρκία.

Το ερώτημα, λοιπόν, προς τη νέα κυβέρνηση των Αθηνών και της Λευκωσίας, όπως θα προκύψει το 2023, είναι εάν θα συνεχίσουν να είναι όμηροι λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος ή αν θα υιοθετήσουν νέες στρατηγικές επιλογές, οι οποίες θα μας απεγκλωβίζουν από τις τουρκικές απειλές, δημιουργώντας συνθήκες αποτροπής, ασφαλείας, ανάπτυξης και αξιοπρεπούς διαπραγμάτευσης. Χωρίς, δηλαδή, να βρισκόμαστε με το τουρκικό πιστόλι στον κρόταφο.

ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2022/12/11/e-proeklogike-summakhia-metsotake-erntogan-kai-o-ekbiasmos-tes-tourkias-meso-kuprou/