Απαισιόδοξη για τη λύση η νέα μεταπολεμική γενιά

13/8/2023

γράφει ο Μάριος Δημητρίου

«Οι νέοι/ες που ανήκουν στη μεταπολεμική γενιά της Κύπρου, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, δεν είναι αισιόδοξοι/ες ότι θα καταλήξουν θετικά οι συνομιλίες για ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης στο νησί, γιατί δεν εμπιστεύονται τις ηγεσίες, τις μεγαλύτερες γενιές και τις εξωτερικές δυνάμεις, ιδιαίτερα την Τουρκία», όπως συμπέρανε η πολιτισμική ανθρωπολόγος Δάφνη Δημητρίου, στην πολύ ενδιαφέρουσα μεταπτυχιακή έρευνα που έκανε και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής, σε ένα διάστημα οκτώ μηνών, μέσα στο 2017.

Τη χρονιά που κατέρρευσαν πριν καλά – καλά αρχίσουν οι συνομιλίες για το Κυπριακό στο Κραν Μοντανά, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρη και την επιβεβαιώνει, σήμερα έξι χρόνια μετά, μπροστά στην πλήρη στασιμότητα που συνεχίζεται από τότε. Πρόκειται για μια μοναδική «ανθρωπολογική μελέτη των πολέμων μνήμης στη μεταπολεμική Κύπρο», γραμμένη στην αγγλική γλώσσα, με τίτλο «Prisms of Post-Ness: Life in the Aftermath – An Anthropological Study Of Memory Wars In Postwar Cyprus», που έχει βαθμολογηθεί με άριστα, από ομάδα ακαδημαϊκών καθηγητών/ριών της Δ. Δημητρίου στο Πανεπιστήμιο Βιέννης. H έρευνα βασίσθηκε κυρίως σε μακρές συνεντεύξεις που διήρκεσαν κατά μέσο όρο 90 λεπτά η κάθε μια, με 27 Κύπριους (15 Ελληνοκύπριους και 12 Τουρκοκύπριους 18 – 35 χρόνων, γυναίκες και άνδρες).

«Η μεταπτυχιακή μου μελέτη αφορά την εξερεύνηση ενός θέματος κοντά στην καρδιά μου, και η εμπειρία στο ερευνητικό πεδίο ήταν ταυτόχρονα έντονη και συγκινητική, αφού εξετάζει τον ρόλο της μνήμης σε σχέση με  το παρόν και το μέλλον σε μια διχοτομημένη πατρίδα», ανέφερε στον «Φ» η 31χρονη ανθρωπολόγος, η οποία σήμερα εργάζεται ως ερευνήτρια και συντονίστρια προγραμμάτων στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου (MIGS). Είναι απόφοιτη του Πανεπιστημίου του Αμβούργου Γερμανίας και του Πανεπιστημίου της Βιέννης στην Αυστρία.

Κοντά στο τραύμα της παλιάς σύγκρουσης

«Σχεδόν πέντε δεκαετίες πέρασαν από τη διχοτόμηση της Κύπρου και νέες γενιές γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο νησί», γράφει η Δάφνη Δημητρίου και συνεχίζει: «Αντίθετα από τους γονείς και τους παππούδες της, η μεταπολεμική γενιά ανατράφηκε σε μια διχοτομημένη χώρα με χωριστές κοινότητες, οι ηγέτες των οποίων συμμετέχουν κάθε τόσο σε αποτυχημένες ειρηνευτικές συνομιλίες, με στόχο την επανένωση.

»Οι νέοι/ες που γεννήθηκαν μετά τη διαίρεση, δεν έχουν μνήμες, ούτε προσωπικές εμπειρίες από τη χαμένη από καιρό, ενωμένη Κύπρο. Παρόλο τούτο, στη διάρκεια της ζωής τους, βρίσκονταν πολύ κοντά στο τραύμα της παλιάς σύγκρουσης, κυρίως μέσω των μεγαλύτερων γενεών. Έτσι, η άποψη της κάθε κοινότητας σε σχέση με το θέμα διαφέρει, ανάλογα με τις διακριτές συνθήκες που κάθε γενιά έζησε και λόγω του αποφασιστικού ρόλου των διαφορετικών πολιτικών θεωρήσεων, που έχει η καθεμιά από αυτές.

»Όπως είναι ενδεικτικό σε αντιπάλους, οι «πόλεμοι μνήμης» μεταξύ των δύο πλευρών, δηλαδή οι συγκρουόμενες μεταξύ τους ερμηνείες της ουσίας της διαμάχης και του διαχωρισμού των κοινοτήτων, είχαν ως αποτέλεσμα τον κορεσμό στη ζωή της κυπριακής μεταπολεμικής γενιάς, καθώς μια υποτιθέμενη αντικειμενική εκδοχή του παρελθόντος έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την απόδοση των γεγονότων, από τη συλλογική μνήμη της κοινότητας. Κατά πόσο οι προσωπικές εμπειρίες των νέων Κυπρίων απορρίπτουν ή τεκμηριώνουν το αφήγημα αυτό, έχει διερευνηθεί στη μελέτη αυτή».

Αναπαραγωγή εχθρότητας, διαιώνιση διαίρεσης

«Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι τα κύρια αφηγήματα στις δύο πλευρές αντίστοιχα συντηρούν και αναπαράγουν την εχθρότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, τελικά εμποδίζοντας την επαναπροσέγγιση σε ένα κοινωνικό επίπεδο βάσης και διαιωνίζοντας έτσι, τη διαίρεση», γράφει μεταξύ άλλων η Δάφνη Δημητρίου. «Με άλλα λόγια», συνεχίζει, «παράλληλα με τις κύριες αιτίες της, η σύγκρουση στην Κύπρο εκδηλώνεται επιπρόσθετα με το να αμφισβητούνται οι  θύμησες του άλλου.

Ένας αριθμός νέων της μεταπολεμικής γενιάς, γνωρίζουν αυτή τη διαφορά στάσεων και καταλογίζουν αυτή την αντίθεση, στη μη λύση. Οι περισσότεροι/ες συμμετέχοντες/ουσες στην έρευνα, εκδήλωσαν ενδείξεις αντίστασης στις κυρίαρχες διαιρετικές ιδεολογίες, αλλά πέρα από αυτό, μερικοί/ες εξέφρασαν διαφωνία και στην επαναπροσέγγιση, αποδίδοντας την αρνητική στάση τους σε προσωπικές εμπειρίες και λιγότερο σε συλλογική διάθεση.

Συγκεκριμένα, μερικά από τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα, καταλαβαίνουν ότι το παρελθόν παρουσιάζεται διαφορετικά σε κάθε πλευρά για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες σκοπιμότητες, αλλά πέρα από αυτό, θεωρούν την πραγματικότητα όπου μεγάλωσαν και όπου ζουν, να είναι πιο βολική από τον πλήρη μετασχηματισμό που θα συμβεί, στην περίπτωση της επανένωσης στο μέλλον.

Μια άλλη ομάδα νέων, δηλώνει έτοιμη να προσπαθήσει να ζήσει με την άλλη κοινότητα, κάτω από συγκεκριμένους όρους, όμως οι όροι αυτοί, όπως τους περιγράφουν οι ερωτώμενοι/ες, είναι αδύνατο να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα, αφού έχουν μηδενικό άθροισμα – μόνο μια από τις δύο ομάδες μπορεί να ικανοποιηθεί, αφού το «πολιτικό κέρδος» της μιας ομάδας, είναι ανάλογη «πολιτική απώλεια» για την άλλη ομάδα».

Η αρνητικότητα και ο φόβος

Σύμφωνα με τη μελέτη, «η ασυμμετρία που χαρακτηρίζει τις φιλοδοξίες των νέων για το μέλλον, είναι ανάλογη με τις διαφορές στις προσωπικές εμπειρίες τους, με τον τρόπο που ανατράφηκαν στο σπίτι και με ό,τι διδάχτηκαν στο σχολείο.

Οι παράγοντες επίδρασης που διαμορφώνουν τις ελπίδες των ανθρώπων της μεταπολεμικής Κύπρου για το μέλλον, υποδεικνύουν τη διαφοροποίηση στις ζωές τους και το πώς η μνήμη του παρελθόντος έχει τη δύναμη να επηρεάζει το μέλλον του νησιού. Ο επίσημος λόγος και το επίσημο αφήγημα που αφορά τη μνήμη και στις δύο κοινότητες, είναι κατά κύριο λόγο διαποτισμένα με αρνητικότητα για τον άλλο, ενώ ταυτόχρονα – και οξύμωρα – εκφράζουν την επιθυμία για μια ειρηνική λύση της σύγκρουσης, μέσω της επαναπροσέγγισης.

Η αρνητικότητα και ο φόβος με τα οποία γονιμοποιήθηκαν τα δύο εκπαιδευτικά συστήματα και ο δημόσιος λόγος, αντίστοιχα, δημιούργησαν ένα περιβάλλον εχθρότητας προς την άλλη κοινότητα, που είχε επίδραση στους/ις περισσότερους/ες νέους/ες που συμμετείχαν στην έρευνα. Σημειώνεται ότι η συλλογική μνήμη που μεταφέρεται μέσω θεσμών, μπορεί να παράξει μια συναισθηματική αντίδραση, που από μόνη της είναι η αφετηρία για ένα γενικό συναισθηματικό προσανατολισμό, σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Ο φόβος υπήρξε βασικό στοιχείο στο συναισθηματικό ρεπερτόριο της σύγκρουσης, στη διάρκεια των παιδικών χρόνων των δύο ομάδων και συνεχίζει να είναι και σήμερα, για τη μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων/ουσών. Στο παρελθόν, ο φόβος ήταν η συναισθηματική αντίδραση εναντίον του φασματικού Άλλου, εναντίον του αθέατου τέρατος που έκανε τη δική μας ομάδα να υποφέρει.

Σήμερα ο φόβος, δρα με διάφορους τρόπους:

1) Ξανά, ως μια συναισθηματική αντίδραση εναντίον μιας πιθανής επικείμενης απειλής από τον Άλλο.

2) Ως μια συναισθηματική αντίδραση εναντίον ενός μέλλοντος, όπου οι δύο  κοινότητες δεν προστατεύονται από μεσολαβητές και αφήνονται στη δική τους κατάσταση, που θα επιτρέψει στο βίαιο παρελθόν να επαναληφθεί και

3) Ως φόβος ότι η (για κάποιους) δυσμενής παρούσα κατάσταση πραγμάτων θα διαιωνιστεί για πάντα.

Τα δύο πρώτα κίνητρα, δρουν ως εμπόδια σε μια διαδικασία μελλοντικής επανένωσης. Το τρίτο κίνητρο, δρα ως ώθηση για αλλαγή των σημερινών συνθηκών, υιοθετώντας ένα προσανατολισμό ελπίδας για τη μεταμόρφωση των κοινωνιών των ριζωμένων στην ανησυχία και το άγχος».

Insider για τους μεν και outsider για τους δε…

Η ερευνήτρια, ως ανήκουσα στην ομάδα/πλευρά, που είναι υπό διερεύνηση, τονίζει στη μελέτη της ότι «λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της λειτουργικότητας του/της ερευνητή/ριας στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, πρέπει να διευκρινιστεί από την αρχή, το ζήτημα του πού ανήκει ο/η ερευνητής/τρια. Το γεγονός – αναφέρει – ότι ανήκω στην ομάδα που είναι υπό διερεύνηση, είναι κρίσιμης σημασίας, αφού είμαι ένα άτομο εκ των έσω, ως μέλος της μεταπολεμικής γενιάς των Κυπρίων.

Ταυτόχρονα, επειδή είμαι Ελληνοκυπρία και όχι Τουρκοκυπρία, είμαι insider για τους Ελληνοκύπριους και outsider για τους Τουρκοκύπριους. Μια τέτοια σχέση, είναι σημαντικό να αναλυθεί για την πραγματοποίηση μιας ποιοτικής έρευνας. Παράλληλα, καθώς η σύγκρουση στην Κύπρο γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την πολιτική θέση του κάθε ατόμου, και προκειμένου να συνταχθεί μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της κυπριακής νεολαίας, αποφάσισα να πάρω συνεντεύξεις από 15 Ελληνοκύπριους/ες και 15 Τουρκοκύπριους/ες (τελικά 12), από τους οποίους οι 10 δηλώνουν αριστεροί/ες, 10 κεντρώοι/ες και 10 δεξιοί/ες. (Το ασυμπλήρωτο δείγμα των δεξιών Τουρκοκύπριων, που αποτελείται τελικά από δύο άτομα και όχι από πέντε όπως είχε προγραμματισθεί, αποτελεί ένα περιορισμό στην έρευνα και οφείλεται στο ότι τα ενδιαφερόμενα άτομα που πληρούσαν τα κριτήρια δεν κατάφεραν να συμμετέχουν στον καθορισμένο χρόνο διεξαγωγής της έρευνας).

Τα απαιτούμενα κριτήρια, πέρα από την πολιτική θέση του καθενός, ήταν η ηλικία (18 μέχρι 35), να έχουν τουλάχιστον έναν Ελληνοκύπριο ή Τουρκοκύπριο γονέα, να έχουν μεγαλώσει στην Κύπρο και να επικοινωνούν άνετα στην Αγγλική γλώσσα αφού για λόγους ουδετερότητας και οι 27 συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν στα αγγλικά.

Οι Ελληνοκύπριοι/ες ξανοίγονταν σε μένα πολύ γρήγορα, κάτι που απέδιδα στην αντίληψή τους για μένα ως μια από αυτούς/ες. Η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων συνεντευξιαζόμενων, εξέφρασαν την ικανοποίηση τους που έπαιρνα συνεντεύξεις και από τις δύο κοινότητες σε ίσους αριθμούς και ανυπομονούσαν να μου πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Η θέση μου ως συμπατριώτισσα και συνομήλικη των συμμετεχουσών/όντων επέτρεψε, θεωρώ, τη συλλογή σημαντικών και μοναδικών για την ειλικρίνειά τους αφηγήσεων, οι οποίες οδήγησαν σε μια πλούσια εθνογραφία, καλύπτοντας ένα κενό στην έρευνα για το Κυπριακό».

Τα οδοφράγματα, η διαίρεση και οι συνέπειες

Η διάνοιξη των οδοφραγμάτων και η διέλευση από και προς την κάθε πλευρά, είναι ένα από τα επιμέρους ζητήματα που απασχολεί την ερευνήτρια στη μελέτη αυτή, αναδεικνύοντας και φωτίζοντας εκατέρωθεν αντιλήψεις των νέων, γενικότερα για τη ζωή και τις προσδοκίες τους. «Η σημασία της διέλευσης από τα οδοφράγματα», γράφει η Δάφνη Δημητρίου, «μοιάζει να βιώνεται σε μεγάλο βαθμό με διαφορετικό τρόπο για τις δύο κοινότητες, καθώς στην πλειοψηφία τους οι συμμετέχοντες/ουσες στην έρευνα, την αντιμετωπίζουν σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη στην καθεμιά από τις δύο πλευρές.

Για τους/τις Τουρκοκύπριους/ες οι ελεύθερες περιοχές θεωρούνται ένας σύγχρονος, εξευρωπαϊσμένος χώρος, που προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες και επιλογές διασκέδασης, ένας χώρος που δεν καθορίζεται από μια περιορισμένη πολιτική υπόσταση, όπως συμβαίνει με την «ΤΔΒΚ», όπως επίσης και ένας χώρος που δεν κουβαλά ολοκληρωτικά το βάρος του παρελθόντος, αλλά συνδέεται με ένα πιθανό μέλλον.

Οι περισσότεροι/ες Ελληνοκύπριοι/ες με τους/τις οποίους/ες συνομιλήσαμε αντιλαμβάνονται την άλλη πλευρά ως ένα χώρο που «οι άλλοι» πήραν με τη χρήση βίας και που με τα χρόνια ενσαρκώνει τη Διαφορετικότητα, νιώθοντας κατά συνέπεια δυσφορία όταν βρίσκονται απέναντι. Άλλες πραγματικότητες στο έδαφος, φάνηκε να τσιμεντώνουν περισσότερο αυτές τις στάσεις. Η διαίρεση δεν είχε πρακτικές συνέπειες στην προσωπική ζωή των νέων Ελληνοκυπρίων, πέρα από αισθήματα αδικίας για τη διχοτόμηση της χώρας και για τον πόνο που βίωσε η δική τους κοινότητα στο παρελθόν, αλλά για κάποιους/ες Τουρκοκυπρίους/ες η διαίρεση προκαλεί περιορισμούς στην καθημερινή ζωή και τους/τις επηρεάζει αρνητικά, ζώντας μέσα στους εσωτερικούς μηχανισμούς ενός κράτους με το καθεστώς της παρανομίας».

ΠΗΓΗ:ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 13/8/2023