Η κατάσταση στην Εθνική Φρουρά πριν και μετά το πραξικόπημα

20/8/2023

γράφει ο Παύλος Παύλου

Η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα από τη Χούντα των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967 σήμανε την απαρχή των δεινών του τόπου μας, με αποκορύφωμα το προδοτικό πραξικόπημα κατά της νόμιμης κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974.

Η Τουρκία, που καραδοκούσε για χρόνια καταστρώνοντας σχέδια στρατιωτικής εισβολής, βρήκε την αφορμή που αναζητούσε, για να δώσει νομιμοφάνεια στα άνομα σχέδιά της. Η Κύπρος, προδομένη και ανυπεράσπιστη, χωρίς ηγεσία, σε συνθήκες σύγχυσης και διάλυσης, κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πάνοπλη Τουρκία, στις 20 Ιουλίου 1974. Η τύχη της ήταν προδιαγεγραμμένη. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, τα στρατευμένα παιδιά της και οι έφεδροι έτρεξαν στο κάλεσμά της προβάλλοντας ηρωική αντίσταση στον εισβολέα. Ο αγώνας ήταν άνισος. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε στις 14 Αυγούστου 1974, στη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Εκατοντάδες νέοι έπεσαν ηρωικά στις μάχες, χιλιάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι, πολλοί δεν γύρισαν ποτέ.

Στη δημοσιογραφική μου καριέρα είχα την ευκαιρία να καταγράψω πολλές μαρτυρίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην Εθνική Φρουρά, τόσο πριν από το πραξικόπημα όσο και μετά την εκδήλωσή του, αλλά και στη διάρκεια των δύο φάσεων της τουρκικής εισβολής. Το 2006, κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Μνήμη και Τιμή, πεσόντες και αγνοούμενοι του Λυθροδόντα», Λευκωσία 2006, για την ετοιμασία του οποίου πήρα πολλές συνεντεύξεις από άτομα που πολέμησαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι, καθώς και από τέσσερεις Κύπριους αξιωματικούς που έζησαν στο πετσί τους όλα εκείνα τα τραγικά γεγονότα. Είναι οι Κώστας Παπακώστας και Ευτύχιος Σαλάτας, του τότε Εφεδρικού Σώματος, και οι Στυλιανός Πετάσης και Χριστόδουλος Λευκαρίτης, εν ενεργεία τότε στην Εθνική Φρουρά.

Σ’ αυτές καταγράφεται η άλωση της Εθνικής Φρουράς από τη στρατιωτική χούντα των Αθηνών, ο τραγικός διαχωρισμός του λαού σε μακαριακούς και γριβικούς, ενωτικούς και ανθενωτικούς, και η κορύφωση του δράματος με την εκδήλωση του πραξικοπήματος και της εισβολής.

Οι νέοι μας έτρεξαν πρόθυμα για να υπηρετήσουν την πατρίδα και στάληκαν στις μάχες σαν πρόβατα στη σφαγή. Σε μια κατάσταση ανοργανωσιάς, σύγχυσης, έλλειψης ηγεσίας και καθοδήγησης, χωρίς επαρκή οπλισμό και εφόδια. Από τις μαρτυρίες ανθρώπων που υπηρέτησαν τότε στον στρατό καταγράφεται επίσης μια άλλη τραγική αλήθεια: Το αν κάποιος θα σωζόταν ή θα έχανε τη ζωή του ή θα συλλαμβανόταν αιχμάλωτος ήταν αποτέλεσμα τυχαίων συγκυριών και επιλογών της στιγμής. Κάποιοι επέλεξαν χωρίς σχέδιο ή διαταγή μία κατεύθυνση, πιάστηκαν αιχμάλωτοι ή εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Άλλοι πήραν, το ίδιο τυχαία, την αντίθετη κατεύθυνση και σώθηκαν. Ο καθείς κι η μοίρα του!

Η πρώτη μαρτυρία προέρχεται από έναν άνθρωπο που ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του στους αγώνες για ελευθερία και δημοκρατία. Υπηρέτησε από ανώτατες θέσεις τον κυπριακό στρατό και την αστυνομία. Ήταν μέλος του κοινοβουλίου για τρεις θητείες. Υπηρέτησε ως Υπουργός Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η γνώμη του για τα γεγονότα του 1974 έχει βαρύνουσα σημασία. Είναι ο Κώστας Παπακώστας, ο οποίος χωρίς περιστροφές και με τη γλώσσα της αλήθειας, άνοιξε την καρδιά του και μίλησε με το ίδιος πάθος που χαρακτήριζε πάντα την αγωνιστική πορεία του.

Τον συνάντησα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου νοσηλευόταν με κλονισμένη την υγεία του, λίγους μήνες προτού πεθάνει. Η συνέντευξη περιλαμβάνεται αυτούσια στο βιβλίο «Μνήμη και Τιμή, πεσόντες και αγνοούμενοι του Λυθροδόντα», στις σελίδες 161-170. Τον Ιούλιο του 1974, ο Παπακώστας ήταν στη φυλακή μαζί με τους άλλους αξιωματικούς του Εφεδρικού, οι οποίοι συνελήφθησαν στο πραξικόπημα. Ρωτήθηκε ποια κατάσταση αντίκρισε μετά την αποφυλάκισή του. Δήλωσε: Όταν πήγαμε στις μονάδες, εκεί να δεις.

Βρήκα ανοιχτές τις αποθήκες και λεηλατημένες. Εκεί ήταν ο Κώστας Αχιλλίδης, υποδιοικητής του τάγματος, μας καλωσόρισε και μας είπε, “να σας πάρω, να σας γνωρίσω με το διοικητή”. Ήταν ο Δημόπουλος. Τον γνωρίσαμε και μου είπε να αναλάβω διοικητής λόχου τυφεκιοφόρων και λόχου υποστηρίξεως. Διερωτήθηκα πού ήταν οι στρατιώτες και μου είπε κάτω στις ελιές. Ήταν σκορπισμένοι δεξιά και αριστερά. Μεσημέρι του Σαββάτου και ενώ η εισβολή των Τούρκων άρχισε από τα χαράματα. Βρήκα τελικά τους στρατιώτες με τα πολιτικά, αφού στις αποθήκες δεν βρήκαν τίποτε, και διαπίστωσα ότι δεν έγινε σωστή επιστράτευση, ο καθένας πήγαινε όπου τον βόλευε αντί στη μονάδα που υπηρετούσε. Υπήρχε μια ακαταστασία από πλευράς επιστράτευσης προσωπικού και μια κόντρα ακαταστασία στην περίπτωση τη δική μας στο θέμα υλικού εξοπλισμού.

-Κύριε Παπακώστα, αν δεν προηγείτο το πραξικόπημα, μπορούσε η Εθνική Φρουρά να αντιμετωπίσει επαρκώς μια εισβολή από την Τουρκία;

-Το είπα και θα το επαναλάβω. Αν οι μονάδες οι οποίες ήταν εντεταλμένες από τον καιρό της ειρήνης, με βάση τα σχέδια, βρίσκονταν εγκαταστημένες για να αντιμετωπίσουν το πρώτο κύμα απόβασης, με τα πολυβολεία που υπήρχαν εκεί με μπετόν αρμέ και τον κατάλληλο οπλισμό, η μεγάλη Τουρκία θα ηττάτο στα παράλια της Κερύνειας. Δεν το λέω έτσι απλά και μόνο για να δημιουργηθεί εντύπωση, αλλά γιατί το πιστεύω και αυτή είναι η αλήθεια. Υπήρχε μια μοίρα αντιαρματικού πυροβολικού στην Αχειροποιήτου, που είχε αποστολή ακριβώς εκεί που έγινε η εισβολή να χτυπήσει με τα πυροβόλα που ήταν κατάλληλα για καταστροφή αρμάτων αλλά και αποβατικών σκαφών. Αν επανδρώνονταν σωστά τα πολυβολεία, δεν θα κατέβαινε ούτε ένας Τούρκος.

Άρα η Χούντα, όχι μόνο έδωσε αφορμή στην Τουρκία να επέμβει, αλλά αποδυνάμωσε ταυτόχρονα την Κύπρο σαν μέρος του ιδίου σχεδίου.

-Βεβαίως. Τα σχέδια απόκρουσης της απόβασης όχι μόνον έμειναν στα χαρτιά αλλά και οι μονάδες αναλώθηκαν στα επουσιώδη, να πληγούν, δηλαδή, οι τουρκοκυπριακοί θύλακες και άφησαν την εισβολή να γίνει. Είναι καθαρή προδοσία. Έβλεπαν τους αλεξιπτωτιστές να πέφτουν και αντί να τους κτυπούν, έλεγαν “μην χτυπάτε τους Τούρκους, άσκηση κάνουνε”. Έχω μαρτυρία από τον Πέτρο τον Χατζηαντωνίου ότι του είπε ο ίδιος ο αρχηγός πυροβολικού, να μην βγάλουν τις μονάδες έξω από το στρατόπεδο, διότι θα προκαλούσαν τους Τούρκους. Το ΓΕΕΦ, του είπε, μας διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να μας χτυπήσουν οι Τούρκοι, αν δεν τους προκαλέσουμε.

-Πού πήγατε στην πρώτη φάση της εισβολής;

-Στον Άγιο Ερμόλαο Κερύνειας, δηλαδή στη δυτική πλευρά του τουρκοκυπριακού θύλακα Λευκωσίας.
-Είναι γεγονός ότι έστελναν δημοκρατικούς αξιωματικούς και στρατιώτες στα πεδία των μαχών, ενώ οι ίδιοι οι πραξικοπηματίες έμειναν στα μετόπισθεν έχοντας και καλύτερο οπλισμό;
-Γεγονός αδιαμφισβήτητο και το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Στα μετόπισθεν με τα καλασνίκοφ οι πραξικοπηματίες να κάνουν οδοφράγματα. Υπήρχε μάλιστα και διαταγή του ιδίου του Γεωργίτση, μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής, της οποίας αντίγραφο έχω. Η διαταγή καλούσε τους “πατριώτες” να είναι στα μετόπισθεν, να κάνουν οδοφράγματα και να συγκρατούν τους λιποτάκτες. Με βάση διαταγή, με σχέδιο. Όταν πήγαμε στον πόλεμο, οι περισσότεροι στρατιώτες δεν είχαν υδροδοχεία. Όταν διψούσαμε, πίναμε νερό από τις υδροφόρες των βοσκών που τις άφηναν για τα ζώα. Δεν είχαμε ανεφοδιασμό, δεν είχαμε να φάμε. Πώς θα πολεμήσεις; Και παρόλα αυτά, έβλεπες τους ανθρώπους με εκείνο το όπλο που κρατούσαν, το τυφέκιο νούμερο 4 του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να το κρατούν και να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για την πατρίδα τους.

Εγώ θεωρώ ότι οι στρατεύσιμοί μας έκαναν ένα μεγάλο άθλο. Ο δικός μου ο λόχος βρισκόταν σε ένα ύψωμα το οποίο λεγόταν Καλαμπάκι. Ζωτικό ύψωμα της περιοχής. Κανένας από τους ανωτέρους μου δεν ήρθε να δει πού είμαι, αν ζω ή αν πέθανα, πέντε μέρες, πέντε νύκτες. Ακούγαμε τα άρματα των Τούρκων να μουγκρίζουν, ζήτησα ένα αντιαρματικό και δεν είχαν να μου στείλουν. Δεν είχαμε λόχο υποστήριξης. Δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά. Έγινε η εκεχειρία τη Δευτέρα το απόγευμα και ζητούσα επιστάμενα να μου δώσουν αντιαρματικά. Η απάντηση ήταν “προσπαθούμε”.

Προσπαθούν ακόμα. Έγινε η επίθεση σε εμάς 26 Ιουλίου, δεν τήρησαν την εκεχειρία οι Τούρκοι. Κατελήφθη ο Άγιος Ερμόλαος, η περιοχή ολόκληρη και πήγαιναν προς τον Σύσκληπο. Κατάφερα, αφού μας απέκοψαν, μετά από μάχη τριών ωρών, να περάσουμε μέσω Λάρνακα της Λαπήθου και να κατέβουμε Κοντεμένο. Φώναζα επί τρεις ολόκληρες ώρες και ζητούσα βοήθεια. Ζητούσα πυρά υποστήριξης πυροβολικού. Μου επιτέθηκαν 23 άρματα μάχης, άλλα τα μεταφοράς προσωπικού. Ήταν ένα ολόκληρο σύνταγμα πάνω στο τάγμα μας.

Με βάση χάρτη, έδωσα συντεταγμένες και ζητούσα να κτυπήσει το πυροβολικό. Και μου απαντούσαν επί τρεις ολόκληρες ώρες “είναι δεσμευμένο, είναι δεσμευμένο, είναι δεσμευμένο”. Ηχούν αυτές οι τρεις απαντήσεις μέσα στα αυτιά μου ακόμα. Επικεφαλής ήταν ο συνταγματάρχης ο Μπαλτάκος. Σε κάποια φάση, όταν εγώ ζητούσα πυρά υποστήριξης και ότι εγκλωβίστηκα, τον άκουσα να λέει, “λοχαγέ κάνε ό,τι θέλεις. Δεν έχουμε τίποτα, δεν μπορούμε να σε βοηθήσουμε. Κάνε ό,τι θέλεις”.

H προέλαση του Αττίλα προς την Αμμόχωστο

Το πρωί της 14ης Αυγούστου, διηγείται ο Κώστας Παπακώστας, η θάλασσα ήταν γεμάτη πλοία, αεροπλάνα κατά δεκάδες έρχονταν και πετούσαν ψηλά και πήγαιναν προς την κατεύθυνση του Λευκονοίκου. Περίπου στο ύψος του παλιού δρόμου χωρίζονταν στα δύο. Τα μισά πήγαιναν προς την Κυθρέα και τα άλλα μισά στην Αμμόχωστο. Από κοντά μου περνούσαν ψηλά. Εγώ δεν είχα ούτε ένα αντιαεροπορικό αλλά και να είχα δεν θα μπορούσα να τα χτυπήσω.

Η ώρα εννιά έρχεται ο συνταγματάρχης και μου λέει, “κύριε λοχαγέ, θα καλύψεις τη σύμπτυξη όλων των δυνάμεων της Κερύνειας, έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς, και θα έρθεις στην Αμμόχωστο. Αν μέχρι τις έξι η ώρα το απόγευμα δεν σου στείλω μήνυμα, θα φύγεις με προορισμό την Αμμόχωστο. Το συνθηματικό μας, “Κρόνος” εγώ “Αετός” εσύ. Έγινα έξω φρενών. Του τα είπα έξω από τα δόντια. Του είπα, “τα καταφέρατε και μας πουλήσατε. Μοιράσατε την Κύπρο. Ησυχάσατε, κύριε συνταγματάρχα; Πήγε η ψυχή σας στον τόπο της επιτέλους”; Ήμουν έτοιμος να χειροδικήσω. Μπήκε στη μέση ο ταγματάρχης Γολεγός (ήταν αυτός που μας έβγαλε από τη φυλακή), και μας χώρισε. Τους είπα να φύγουν απ’ εκεί. Φεύγοντας μου είπε, το πρώτο τάγμα που θα έφθανε κοντά μας, ήταν διαταγή του, να παραμείνει στην περιοχή, για να καλύψει το δρομολόγιο προς Μερσινίκκι μέχρι το Λευκόνοικο. Και τι δεν είδαν τα μάτια μου εκείνη την ημέρα. Άρχισαν από το μεσημέρι να απαγκιστρώνονται οι μονάδες. Με το πρώτο τάγμα που έφθασε ήταν ένας αντισυνταγματάρχης. Του είπα ότι είναι διαταγή του Πισσάκη, να παραμείνει στον χώρο. Μου λέει, μα εγώ δεν έχω τάγμα, καζάνια έχω, είμαι ο λόχος διοικήσεως, οι άλλοι λόχοι έρχονται πίσω, δεν ξέρω πού είναι. Και έφυγε. Δεύτερος, τρίτος, τέταρτος τα ίδια έλεγαν με διαφορετικά λόγια. Όλοι έφευγαν. Περνώντας, οι στρατιώτες φώναζαν, όσοι με ήξεραν με το όνομά μου, όσοι δεν με ήξεραν με τον βαθμό μου, “μας εγκατέλειψαν, κύριε λοχαγέ. Οι στρατιώτες δεν έχουν μέσα να μεταφερθούν και γυρίζουν μέσα στους κάμπους και στα χωριά”.

Οι μόνοι που ήρθαν συγκροτημένοι, γύρω στις 5 το απόγευμα, ήταν ο Αντρέας Κύκκος, ο Ευστάθιος Όξινος, ο Χαράλαμπος Τοουλιάς και ο Σταύρος Σταύρου Σύρος. Όλοι οι άλλοι δεν ήξεραν ούτε πού παν, ούτε πού έρχονται. Φορτωμένα τα αυτοκίνητα, βοσκοί, πρόβατα, μωρά. Έκατσα πάνω σε έναν πεύκο και έτρεχαν τα μάτια μου όπως του μωρού. Να βλέπεις παιδιά πίσω από τον παππού, να οδηγούν τα πρόβατα, να τα περάσουν από τη διάβαση και να κλαίνε.

Μα τι να σου πω; Να βλέπεις τον κόσμο, σκηνές μικρασιατικής καταστροφής. Πολύς κόσμος. Όλη η Κερύνεια πέρασε από εκεί. Γύρω στις έξι περνούσε μια μοίρα καταδρομών με διοικητή τον ταγματάρχη Νικόλαο Βέργη, ο οποίος μετά έγινε διοικητής καταδρομών. Του είπα κι αυτού τη διαταγή του συνταγματάρχη, αρχικά αντέδρασε λέγοντας ότι δεν είναι στην αποστολή των καταδρομέων η αμυντική διάταξη, τελικά δέχτηκε, ρωτώντας με πού βρισκόμαστε. Δεν ήξερε καν πού ήταν ο άνθρωπος. Σε τέτοιες συνθήκες κληθήκαμε όλοι να αγωνιστούμε. Του είπα ότι σύμφωνα με τη διαταγή, στις έξι μπορούσε να πάρει τη μονάδα του και να φύγει.

Στο μεταξύ, μεσολάβησε και κάτι άλλο. Ενώ στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν μπει στο Τζιάος. Στις έξι, είπα στον ταγματάρχη, με βάση τη διαταγή, δικαιούσαι να φύγεις. Μου λέει, εσύ δεν θα φύγεις; Του είπα ότι περίμενα τα αυτοκίνητα που έστειλα να μαζέψουν αμάχους. Αφού δεν φεύγεις εσύ, θα μείνω κι εγώ μαζί σου, μου είπε. Και έμεινε προς τιμήν του. Φέρθηκε λεβέντικα. Τελικά έφτασε και το τελευταίο αυτοκίνητο η ώρα δύο τα χαράματα της 15ης Αυγούστου. Πόσους χωρεί ένα αυτοκίνητο, 50-60; Θα είχε 100. Αφού μάζεψα και τις απομακρυσμένες διμοιρίες και βεβαιώθηκα ότι τους είχα όλους, ξεκινήσαμε μαζί με τον Βέργη, να φύγουμε. Εγώ για την Αμμόχωστο, ο Βέργης για τη Λάρνακα. Τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες φτάσαμε στις Βρυσούλλες και μπήκαμε στις βρετανικές βάσεις. Στο roundabout βρίσκουμε και τον κύριο συνταγματάρχη, τον διοικητή του ανατολικού τομέα. Μου λέει, “πού ήσουνα μωρέ και σε ψάχνω”; Με έψαχνε… Του είπα, ούτε Κρόνο άκουσα ούτε Αετό. Οι άτιμοι άφησαν τον κόσμο και τους στρατιώτες στα χωράφια, χωρίς προειδοποίηση. Εκεί έμαθα ότι εγκαταλείφθηκε και η Αμμόχωστος.

-Αυτό που διαπιστώνουμε, κύριε Παπακώστα, με όσα εσείς και άλλοι αξιωματικοί μας είπατε, πολύς κόσμος χάθηκε διότι δεν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως και διότι δεν έγινε οργανωμένη οπισθοχώρηση, επειδή αυτοί που διοικούσαν είτε έφυγαν πρώτοι, είτε δεν ειδοποίησαν.

-Έτσι είναι, δυστυχώς. Χωρίς υπερβολή, τουλάχιστο στη δεύτερη φάση της εισβολής κατά τη σύμπτυξη, είδα με τα ίδιά μου τα μάτια διοικητές και αξιωματικούς να φεύγουν πρώτοι και να ακολουθούν τα υπόλοιπα τμήματα ανάμικτοι χωρίς συνοχή. Ήταν άτακτη φυγή, δεν ήταν σύμπτυξη, ούτε οπισθοχώρηση.

*Δημοσιογράφος

Την επόμενη Κυριακή η μαρτυρία του Ευτύχιου Σαλάτα.

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/politiki/article/1370563/i-katastasi-stin-ethniki-froura-prin-ke-meta-to-praxikopima/