Δεν είναι ένας ουδέτερος καταγραφέας που συναντά σήμερα για πρώτη φορά το Κυπριακό
Η επιστροφή του John McGarry στο προσκήνιο του Κυπριακού θα μπορούσε να περάσει ως ακόμη μία τεχνική κίνηση των Ηνωμένων Εθνών: ένας ειδικός που καλείται να βάλει σε τάξη τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις των συνομιλιών. Μόνο που ο McGarry δεν είναι ένας ουδέτερος καταγραφέας που συναντά σήμερα για πρώτη φορά το Κυπριακό. Εδώ και χρόνια μελετά την Κύπρο ως περίπτωση θεσμικού σχεδιασμού, αξιολογεί διαφορετικές φόρμουλες διαμοιρασμού εξουσίας και έχει συνυπογράψει συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να κυβερνάται μια «επανενωμένη ομοσπονδιακή» Κύπρος, στη βάση του σχεδίου Ανάν και των τετελεσμένων της εισβολής. Παράλληλα, έχει υπηρετήσει επί μακρόν ως σύμβουλος του ίδιου του ΟΗΕ στη διαδικασία των συνομιλιών. Αυτή η διπλή διαδρομή – από τη θεωρία του power-sharing στο τραπέζι όπου το power-sharing διαπραγματεύεται – είναι που καθιστά τη σημερινή παρουσία του πολύ περισσότερο από μια τεχνική λεπτομέρεια. Γιατί ο άνθρωπος που καλείται σήμερα να καταγράψει τι έχει ήδη συμφωνηθεί, είναι ο ίδιος που επί χρόνια γράφει για το τι θεωρεί ότι πρέπει να συμφωνηθεί.
Οι ίδιες οι παραδοχές του John McGarry, όπως αυτές διατυπώνονται σε σειρά επιστημονικών του δημοσιεύσεών που μελετήθηκαν διεξοδικά για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το κυπριακό πρόβλημα, από τα αίτια μέχρι τη μορφή λύσης. Αναγνωρίζει μεν ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, επέβαλε διά της στρατιωτικής ισχύος τον εδαφικό, διοικητικό και πληθυσμιακό διαχωρισμό, εκδίωξε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Κύπρου από τις πατρογονικές τους εστίες, εγκατέστησε κατοχικό στρατό και δημιούργησε τα τετελεσμένα που καθορίζουν μέχρι σήμερα τη διαπραγματευτική ισχύ των Τουρκοκυπρίων, ωστόσο όταν περνά από τη διάγνωση στη θεραπεία, οικοδομεί τις προτάσεις επίλυσης ακριβώς πάνω σε αυτά τα διχοτομικά τετελεσμένα, τα οποία θεωρεί δεδομένα.
Και παρότι τόσο στην έρευνα με τίτλο «Why Has Cyprus Been a Consociational Cemetery?» όσο και στο κεφάλαιο «The 2002–2004 Annan Plan in Cyprus: An Attempted UN-Mediated Constitutional Transition» παραδέχεται ότι το Σχέδιο Ανάν συνιστούσε παρθενογένεση, συνεχίζει να το χρησιμοποιεί ως σημείο εκκίνησης και βάσης διερευνώντας πώς θα καταστεί αποδεκτή και από τις δύο κοινότητες η «Ανανικού» τύπου λύση. Το ερώτημα δεν είναι ποιο σύστημα είναι θεσμικά λειτουργικό, αλλά πώς μπορεί να διαμορφωθεί ή να πλασαριστεί για να γίνει αποδεκτό.
Δεν αντιμετωπίζει δηλαδή το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής με κομβικό διακύβευμα το πώς θα συναινέσει η Τουρκία σε μια βιώσιμη λύση, αλλά ως μια διακοινοτική διαφορά που θα επιλυθεί με τον αναλογικό διαμοιρασμό των υπουργείων, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η συμμετοχή στη διακυβέρνηση ολόκληρου σχεδόν του πολιτικού φάσματος σε ένα μοντέλο συγκυβέρνησης με ποσοστώσεις που θα αποτελείται από το ΕΛΑΜ μέχρι το YDP (κόμμα εποίκων), νοουμένου ότι συγκεντρώνουν το ελάχιστο εκλογικό ποσοστό που απαιτείται για την αυτόματη εξασφάλιση υπουργείου. Μέσα από τις αναλύσεις του διαφαίνεται ότι επιχειρεί να δώσει απάντηση στο Κυπριακό μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους στον καταμερισμό της εκτελεστικής εξουσίας στη βάση ξένων πολιτειακών μοντέλων, που δεν συνάδουν με την Κύπρο. Στόχος του είναι να «χρυσώσει το χάπι» εξουσίας στους εν δυνάμει αντιδρούντες παρά για να διασφαλίσει τη λειτουργικότητά της λύσης, χωρίς μάλιστα να εξουδετερώνει πρώτα απ’ όλα τον εξωτερικό παράγοντα που δημιούργησε και εξακολουθεί να συντηρεί το πρόβλημα, δηλαδή την Τουρκία.
Η Κύπρος εργαστήριο πειραμάτων
Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στα κείμενα του McGarry είναι αποκαλυπτική. Η Κυπριακή Δημοκρατία και η ιστορική της διαδρομή χαρακτηρίζονται ως «πειράματα» συναινετικής διακυβέρνησης μεταξύ δύο πόλων και πηγές συμπερασμάτων για άλλες συγκρούσεις.
Στο κεφάλαιο «Why Has Cyprus Been a Consociational Cemetery?», που δημοσιεύθηκε στο Power-Sharing in Europe, το πολιτειακό σύστημα ενιαίου κράτους της περιόδου 1960-1963 παρουσιάζεται από τον McGarry ως ένα από τα πιο σαφή παραδείγματα αποτυχίας της συναινετικής διακυβέρνησης, προσεγγίζοντας παρεμπιπτόντως τον πυρήνα του τουρκικού αφηγήματος στο οποίο μετατίθεται η απαρχή και η ουσία του προβλήματος από την εισβολή του 1974 στις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, καταλογίζοντας τις ευθύνες στην ελληνοκυπριακή πλευρά (βλ. Άρθρο Γιάννου Χαραλαμπίδη).
Ο McGarry στηρίζεται σε γενικευμένα εύθραυστα συμπεράσματα. Συνδέει την Κύπρο με τη Βόρεια Ιρλανδία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μπουρούντι και άλλα πεδία συγκρούσεων και παρουσιάζει τη σταδιοδρομία του Κυπριακού ως χρήσιμη για τους διεθνείς διαμεσολαβητές που προωθούν συνολικές φόρμουλες διευθέτησης. Με λίγα λόγια, οι Κύπριοι δεν καλούνται να επιλέξουν την πολιτειακή λύση, που οι ίδιοι θα προκρίνουν, αλλά υποχρεούνται να προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός δοτού μοντέλου. Αντί η διευθέτηση να υπηρετεί τον πολίτη και τη δημοκρατία, η Κύπρος γίνεται το πεδίο εφαρμογής θεωριών και μοντέλων που δεν συνάδουν με τη δική της περίπτωση.
Η Τουρκία υποχωρεί από το κάδρο
Υπάρχει μια αντίφαση που διατρέχει την προσέγγιση McGarry στο Κυπριακό. Στις αναλύσεις του δεν αγνοεί μεν την Τουρκία αφού αναγνωρίζει την εισβολή, τη στρατιωτική παρουσία και τον εδαφικό διαχωρισμό. Όμως χρησιμοποιεί την υποστήριξη της Άγκυρας προς τους Τουρκοκυπρίους για να εξηγήσει γιατί η διαπραγματευτική τους ισχύς είναι μεγαλύτερη από το δημογραφικό τους βάρος. Όταν, όμως, περνά από τη διάγνωση στη θεσμική «θεραπεία», η Τουρκία υποχωρεί από το κέντρο του κάδρου. Το πρόβλημα μετατρέπεται πρωτίστως σε ζήτημα διακοινοτικής συνύπαρξης και διαμοιρασμού εξουσίας: ποιος θα εκλέγει ποιον, πόσα υπουργεία θα διαθέτει κάθε κοινότητα, ποια τ/κ συμμετοχή απαιτείται και ποιος μηχανισμός θα επιλύει τα αδιέξοδα. Η παράνομη (τουρκική ισχύς) δύναμη που δημιούργησε και εξακολουθεί να στηρίζει τα τετελεσμένα εμφανίζεται περισσότερο ως δεδομένο του συσχετισμού ισχύος παρά ως το πρόβλημα που πρέπει πρώτα να αρθεί.
Παραδοχή αποτυχίας
Η περίοδος Χριστόφια–Ταλάτ θεωρήθηκε σχεδόν ιδανική για τη δοκιμή της centripetal λογικής: δύο ηγέτες πρόθυμοι για συμβιβασμό, σταθμισμένη διασταυρούμενη ψήφος και κίνητρα προς τις μετριοπαθείς δυνάμεις. Η συμφωνία δεν ήρθε. Οι McGarry–Λοϊζίδης παραδέχθηκαν αργότερα ότι η προσέγγιση δεν κατόρθωσε να καταλήξει σε μια διαπραγματευτική συμφωνία. Ακόμη και το «mediation-lite» του ΟΗΕ την περίοδο 2008–2015, κατά την οποία ο McGarry είχε συμβουλευτική εμπλοκή, αξιολογήθηκε αργότερα από τους ίδιους ως αποτυχημένο. Η απάντηση ήταν πάλι αλλαγή της μεθόδου και όχι επανεξέταση του βασικού υποδείγματος.
Η ίδια μετατόπιση του βάρους στις «δύο κοινότητες» εμφανίστηκε πρόσφατα και στη γλώσσα του Αντόνιο Γκουτέρες. Φθάνοντας στην Κύπρο στις 27 Ιουλίου 2026, δήλωσε ότι ο ΟΗΕ μπορεί να στηρίξει τις «κυπριακές κοινότητες», αλλά ότι «μόνο οι Κύπριοι, μέσω των ηγετών τους, μπορούν να οικοδομήσουν την ειρήνη». Η Τουρκία παραμένει ασφαλώς μέρος της επίσημης διαδικασίας. Η δημόσια διατύπωση, όμως, μεταφέρει ξανά το βάρος στους δύο ηγέτες, αφήνοντας εκτός κάδρου τη δύναμη που διατηρεί στρατό κατοχής και καθορίζει κρίσιμες παραμέτρους της τουρκοκυπριακής θέσης. Σε αυτό το σημείο η σχολή McGarry συναντά τη γλώσσα της σημερινής μεσολάβησης: περισσότερη θεσμική μηχανική μεταξύ των κοινοτήτων, χωρίς να δίνει έμφαση στην άρση του εξωτερικού καταναγκασμού. Αντιθετως, τη θεωρει ως δεδομενη ισχυ των διχοτομικων τετελεσμενων επι τη βαση των οποιων ερηαζετα για να παραγει τα μοντελα του.
Η συνέχεια του Σχεδίου Ανάν
Το Σχέδιο Ανάν προνοούσε ομοσπονδιακό Προεδρικό Συμβούλιο έξι μελών, τεσσάρων Ελληνοκυπρίων και δύο Τουρκοκυπρίων, και δεν μπορούσε να ληφθεί οποιαδήποτε εκτελεστική απόφαση χωρίς τουλάχιστον μία θετική ψήφο από κάθε κοινότητα. Η προεδρία και η αντιπροεδρία θα ασκούνταν εκ περιτροπής, με Ελληνοκύπριο στην προεδρία για τα δύο τρίτα της θητείας και Τουρκοκύπριο για το υπόλοιπο ένα τρίτο και η Γερουσία θα είχε 50:50 Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.
Οι προτάσεις του McGarry αποτελούν συνέχιση της φιλοσοφίας, κατά την οποία το κράτος δεν κυβερνάται δημοκρατικά από μία ενιαία πλειοψηφία αλλά μέσα από δύο παράλληλα κέντρα εξουσίας με χωριστή κυριαρχία. Η φιλοσοφία παραμένει η ίδια με δύο ζώνες, διχοτόμηση της εκτελεστικής εξουσίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, εγγυημένες πλειοψηφίες, θετική ψήφο κ.ο.κ. Στις επιστημονικές του δημοσιεύσεις με τον καθηγητή Νεόφυτο Λοϊζίδη προτείνει για τη σύνθεση της εκτελεστικής εξουσίας τη θεωρία του αναλογικού διαδοχικού κυβερνητικού συνασπισμού (proportional sequential coalition) στην πράξη, με την αυτόματη κατανομή των υπουργικών χαρτοφυλακίων στα κόμματα κάθε κοινότητας αναλογικά με την εκλογική τους δύναμη. Η διαφοροποίηση με το Ανάν αφορά απλώς τον τρόπο επιλογής των προσώπων και των κομμάτων που θα καταλαμβάνουν τις θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας.
Η πρόταση McGarry – Λοϊζίδη
Η θεωρία του αναλογικού διαδοχικού κυβερνητικού συνασπισμού όπως καταγράφεται στο «Power-Sharing in a Re-United Cyprus: Centripetal Coalitions vs. Proportional Sequential Coalitions», που δημοσιεύθηκε το 2015, βασίζεται σε έναν μηχανισμό με τον οποίο κατανέμονται τα υπουργεία αυτόματα και διαδοχικά στα κόμματα ανάλογα με τις έδρες ή τις ψήφους τους. Το μεγαλύτερο κόμμα επιλέγει πρώτο υπουργείο, η εκλογική του δύναμη διαιρείται με συγκεκριμένο συντελεστή και η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να διανεμηθούν όλα τα χαρτοφυλάκια. Στο υποθετικό μοντέλο των συγγραφέων συμμετέχουν τόσο οι «μετριοπαθείς» όσο και οι «σκληροπυρηνικοί» των δύο κοινοτήτων.
Με βάση την εκλογική εικόνα που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς, σε ένα μοντέλο δώδεκα υπουργείων με εγγυημένη αναλογία 8:4, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ θα ελάμβαναν από τρία υπουργεία, ενώ ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ (ΕΛΑΜ με τα σημερινά δεδομένα) από ένα. Από τους Τουρκοκύπριους το Τουρκικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CTP) θα ελάμβανε δύο υπουργεία, ενώ το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (UBP) και το Δημοκρατικό Κόμμα (DP) από ένα, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή των πιο ακραίων κομμάτων αφού η κατανομή εξαρτάται αποκλειστικά από τη σειρά κατάταξής τους στις χωριστές εκλογές. Το μοντέλο McGarry – Λοϊζίδη ουσιαστικά εξαλείφει την έννοια των κυβερνητικών προγραμμάτων.
Η θεωρία πίσω από την πρόταση, όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι συγγραφείς, είναι εξίσου αποκαλυπτική. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η συμμετοχή των σκληρότερων κομμάτων θα τα καταστήσει περισσότερο πρόθυμα να αποδεχθούν τη λύση. Αν αποκλειστούν μπορεί να υπονομεύσουν την εφαρμογή της λύσης και να απειλήσουν τη σταθερότητα, αλλά αν λάβουν υπουργεία θα αποκτήσουν θέσεις εξουσίας, θα συμμορφωθούν. Το «τυρί» είναι τα υπουργεία, τα οποία ενσωματώνουν τα κόμματα στο ομοσπονδιακό κράτος, αλλά το ερώτημα που δεν απαντάται είναι το εξής: Ποιος και πώς αποτρέπεται, για παράδειγμα, το ρόλο της Τουρκίας μέσω των εποίκων, που θα νομιμοποιηθούν και ποιος την εμποδίζει να ελέγχει τους φορείς, που θα διαθέτουν εγγυημένη κυβερνητική ισχύ;
Οι εγγυημένες ποσοστώσεις και η ευρωπαϊκή νομιμότητα
Η δημοσίευση του 2015 παρουσιάζει δύο βασικές εκδοχές του αναλογικού διαδοχικού κυβερνητικού συνασπισμού. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, τα υπουργεία κατανέμονται στα κόμματα χωρίς ρητή ποσόστωση βάσει εθνοτικού διαχωρισμού, ενώ στη δεύτερη εκδοχή προβλέπεται συνταγματικά εγγυημένο ποσοστό υπουργείων για κάθε κοινότητα, το ένα τρίτο για τους Τουρκοκυπρίους. Η διαδικασία θα εφαρμόζεται χωριστά στα ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά κόμματα.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς παραδέχονται ότι η εκδοχή αυτή είναι λιγότερο δημοκρατική αλλά περισσότερο ελκυστική για την τουρκοκυπριακή πλευρά επειδή εγγυάται ελάχιστη εκπροσώπηση και στα μέτρα της «κυπριακής πρακτικής» όπως βαφτίζεται το Σχέδιο Ανάν:
Ένας δεύτερος τρόπος υπερεκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων είναι λιγότερο επιθυμητός από τη σκοπιά της φιλελεύθερης συναινετικής δημοκρατίας, αλλά πιθανότατα πιο ελκυστικός για τους Τουρκοκυπρίους – και, συνεπώς, περισσότερο συμβατός με την «πραγματική» διακοινοτική ισορροπία – καθώς θα τους εξασφάλιζε σταθερές κοινοτικές ποσοστώσεις, τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον. Η προσέγγιση αυτή συνάδει επίσης περισσότερο με την κυπριακή πρακτική, περιλαμβανομένων του Συντάγματος του 1960 και του Σχεδίου Ανάν, τα οποία βασίζονταν αμφότερα σε εταιρικές αρχές. Σύμφωνα με αυτήν την εναλλακτική, οι δύο κοινότητες θα είχαν συνταγματικά κατοχυρωμένο συγκεκριμένο ποσοστό υπουργείων, με περίπου το ένα τρίτο να παραχωρείται στους Τουρκοκυπρίους.
Στη συνέχεια αναγνωρίζουν πως μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου:
Το Μοντέλο 2 (Πίνακας 3), λόγω της εξάρτησής του από θεσμοθετημένες κοινοτικές ποσοστώσεις, είναι πιθανότερο να δεχθεί κριτική από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, τα οποία παρεμβαίνουν ολοένα και περισσότερο στις ρυθμίσεις κατανομής εξουσίας, αν και τα δικαστήρια ενδέχεται επίσης να κρίνουν ότι οι ποσοστώσεις αυτές πληρούν το βασικό τους κριτήριο του «εύλογου». Οι κίνδυνοι δικαστικής παρέμβασης θα μπορούσαν να περιοριστούν, αλλά όχι να εξαλειφθούν, εάν τα εμπόδια για την ένταξη στις δύο κοινότητες ήταν χαμηλά· για παράδειγμα, εάν οι κοινότητες ορίζονταν με βάση τη γλώσσα, όπως συμβαίνει στο Βέλγιο, αντί με βάση τη μητρική γλώσσα ή την εθνοτική καταγωγή. Η Περιφέρεια Πρωτεύουσας Βρυξελλών εφαρμόζει τη μέθοδο D’Hondt χωριστά στο εσωτερικό κάθε γλωσσικής κοινότητας, ενώ, σε σειρά αποφάσεων, το Βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο εκ των προτέρων καθορισμός του αριθμού των εδρών που κατανέμονται σε κάθε γλωσσική ομάδα δεν παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το παράδοξο των αποτυχιών
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη διαδρομή McGarry δεν είναι μόνο οι προτάσεις του, αλλά το τι συμβαίνει όταν τα μοντέλα που υπερασπίζεται δεν αποδίδουν. Η καθαρότερη περίπτωση βρίσκεται στο Ιράκ. Το 2007, μαζί με τον Brendan O’Leary, υπερασπίστηκε το Σύνταγμα του 2005 ως εφαρμογή της «liberal consociation» και χαρακτήρισε τις πρόνοιες αυτοκυβέρνησης και διαμοιρασμού εξουσίας ως ένα «reasonable way forward». Δώδεκα χρόνια αργότερα, όμως, ο ίδιος κατέγραφε ότι αυτή η υπόσχεση «has been unfulfilled»: η εκτελεστική εξουσία είχε συγκεντρωθεί, κρίσιμες ομοσπονδιακές πρόνοιες είχαν αγνοηθεί και θεσμοί όπως το Federation Council δεν είχαν δημιουργηθεί. Για την ιρακινή consociation έφτασε να γράψει ότι είχε μείνει «in ashes».
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται, πιο διακριτικά, στην Κύπρο. Το centripetal πείραμα της περιόδου Χριστόφια–Ταλάτ δεν οδήγησε στη συμφωνία που θα επιβεβαίωνε τη θεωρία. Η απάντηση των McGarry–Λοϊζίδη δεν ήταν η εγκατάλειψη της βασικής φιλοσοφίας του power-sharing, αλλά η αλλαγή συνταγής: από την προσπάθεια ενίσχυσης των «μετριοπαθών» πέρασαν στην inclusive consociation και στην Proportional Sequential Coalition, με συμμετοχή ακόμη και των σκληρότερων πολιτικών δυνάμεων. Ακόμη και για τον ίδιο τον ΟΗΕ, αφού κατέγραψαν την αποτυχία τόσο της «meditration» του Σχεδίου Ανάν όσο και του μεταγενέστερου «mediation-lite», εισηγήθηκαν μία τρίτη μορφή διαμεσολάβησης.
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο: κάθε αποτυχία δεν οδηγεί σε αμφισβήτηση της βασικής αρχιτεκτονικής, αλλά σε περισσότερη θεσμική μηχανική – νέους κανόνες, νέες ποσοστώσεις και νέους μηχανισμούς. Και οι πιο χαρακτηριστικές δικές του κατασκευές, όπως η Proportional Sequential Coalition και οι co-first ministers, παραμένουν αδοκίμαστες ως πραγματικό σύστημα διακυβέρνησης. Ο McGarry έχει, συνεπώς, συσσωρεύσει πλούσια εμπειρία στη διάγνωση της αποτυχίας. Αυτό που ακόμη δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι η επόμενη συνταγή θεραπεύει το πρόβλημα.
Εν ολίγοις, μας χρησιμοποιεί μέσω του ΟΗΕ και ημετέρων ως πειραματόζωα του ακαδημαϊκού εργαστηρίου του και των φιλοδοξιών του. Ή ακόμη και αυτής της ματαιοδοξίας του, που παραπέμπει σε ένα ρόλο, που μοιάζει με εκείνον του… Φράνκεσταϊν σε πολιτειακό επίπεδο.

Πηγή: John McGarry & Neophytos Loizides, “Power-sharing in a re-united Cyprus: Centripetal coalitions vs. proportional sequential coalitions”, International Journal of Constitutional Law, Vol. 13, No. 4, 2015, pp. 847–872

Πηγή: John McGarry & Neophytos Loizides, “Power-sharing in a re-united Cyprus: Centripetal coalitions vs. proportional sequential coalitions”, International Journal of Constitutional Law, Vol. 13, No. 4, 2015, pp. 847–872
ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2026/8/9/e-kupros-sto-thesmiko-ergasterio-tou-mcgarry-luse-tupou-phrankenstain/

