Αλλάζει τους υπολογισμούς της Άγκυρας ο πόλεμος με το Ιράν;

Το πιο επικίνδυνο δίδαγμα από τον πόλεμο με το Ιράν μπορεί να μην αφορά το Ιράν. Ίσως να αφορά την πυρηνική βόμβα. Θα είχαν επιτεθεί οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν αν η Τεχεράνη διέθετε αξιόπιστη πυρηνική αποτροπή; Το ερώτημα απασχολεί πολλές πρωτεύουσες, μεταξύ αυτών και την Άγκυρα. Η απάντηση είναι μάλλον όχι. Ένα πυρηνικά οπλισμένο Ιράν θα έθετε την Ουάσιγκτον και το Ισραήλ μπροστά στον κίνδυνο πυρηνικών αντιποίνων. Αυτή είναι η σκληρή λογική της πυρηνικής αποτροπής.

Η Βόρεια Κορέα αντιμετωπίζεται διαφορετικά ως πυρηνική δύναμη. Η Ινδία και το Πακιστάν απέκτησαν πυρηνικά όπλα και ο κόσμος προσαρμόστηκε. Η Ουκρανία παρέδωσε το σοβιετικό πυρηνικό οπλοστάσιο που βρισκόταν στο έδαφός της, για να διαπιστώσει αργότερα τα όρια των εγγυήσεων ασφαλείας.

Το 2019, ο Ερντογάν εξέφρασε ανοιχτά τη δυσφορία του: Άλλες χώρες, είπε, διαθέτουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, ενώ στην Τουρκία λένε ότι δεν δικαιούται να αποκτήσει. «Αυτό δεν μπορώ να το δεχθώ».

Τον Φεβρουάριο του 2026, ο ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν προειδοποίησε για περιφερειακή κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, λέγοντας ότι αν το Ιράν αποκτούσε πυρηνικά όπλα, η Τουρκία ίσως «αναπόφευκτα» να έπρεπε να ακολουθήσει. Το πυρηνικό ερώτημα για την Τουρκία, όμως, τέθηκε δεκαετίες πριν από τον Ερντογάν.

Το 1955, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Atoms for Peace» του Αϊζενχάουερ, η Τουρκία έγινε η πρώτη χώρα που συνήψε με την Ουάσιγκτον συμφωνία συνεργασίας για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

Το 1959, αμερικανικά πυρηνικά όπλα εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία ως μέρος της πυρηνικής στρατηγικής του ΝΑΤΟ, παραμένοντας υπό αμερικανικό έλεγχο. Παράλληλα, τουρκικές δυνάμεις εκπαιδεύονταν για πυρηνικό ρόλο.

Τον Ιανουάριο του 1963, μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας, η Ουάσιγκτον ετοιμαζόταν να αποσύρει τους πυρηνικούς πυραύλους Jupiter από την Τουρκία, βάσει μυστικής συνεννόησης με τη Μόσχα που είχε συμβάλει στον τερματισμό της κρίσης.

Πριν αποχωρήσουν οι Jupiter, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας Ιλχαμί Σαντζάρ απαίτησε πυρηνικά όπλα για τα τουρκικά μαχητικά F-100 και συμμετοχή στα νέα αμερικανικά πυρηνοκίνητα υποβρύχια με πυραύλους Polaris, που θα αναπτύσσονταν στη Μεσόγειο. Η Τουρκία δεν πήρε όλα όσα ζητούσε. Διατήρησε όμως πυρηνικό ρόλο.

Αμερικανικά πυρηνικά όπλα θα διασπείρονταν σε τουρκικές αεροπορικές βάσεις, υπό αποκλειστικό αμερικανικό έλεγχο και με τη χρήση τους να απαιτεί αμερικανική έγκριση. Τουρκικές μοίρες F-100 εκπαιδεύονταν για αποστολές πυρηνικής κρούσης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Το 1966 προέκυψε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Απόρρητο υπόμνημα του αμερικανικού ΥΠΕΞ, με τίτλο «Turkish Interest in Atomic Weapon Development», ανέφερε ότι ο επικεφαλής του τουρκικού Ινστιτούτου Μεταλλευτικών Ερευνών είχε κληθεί να συνεργαστεί με τον στρατηγό Ρεφίκ Τούλγκα και τον καθηγητή Ομέρ Ινονού για την ανάπτυξη «Ατομικής Βόμβας». Κατέγραφε επίσης τουρκικές έρευνες για ουράνιο και επιφυλάξεις της Άγκυρας για τις διασφαλίσεις σε μελλοντικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Αυτά πριν από εξήντα χρόνια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν οι σχέσεις μεταξύ των στρατιωτικών καθεστώτων του Κενάν Εβρέν στην Τουρκία και του Ζία ουλ-Χακ στο Πακιστάν ήταν εξαιρετικά στενές, τουρκικές εταιρείες χρησιμοποιήθηκαν για τη μυστική προμήθεια εξοπλισμού αμερικανικής προέλευσης στο πακιστανικό πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου.

Το 1981, ο ανταποκριτής του Associated Press Barry Schweid αποκάλυψε στην Washington Post απόρρητο αμερικανικό τηλεγράφημα για «μυστικό δίκτυο προμηθειών» με τη συμμετοχή τουρκικών εταιρειών. Τη δεκαετία εκείνη, η Ουάσιγκτον προέβη σε περισσότερα από 100 διαβήματα προς την Άγκυρα για τη μεταφορά τεχνολογίας στο πακιστανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Υπήρχαν επίσης ισχυρισμοί ότι το Πακιστάν ήταν διατεθειμένο να μοιραστεί πυρηνική τεχνολογία με την Τουρκία. Ο πρώην Τούρκος ΥΠΕΞ Γιασάρ Γιακίς έγραψε ότι ο Εβρέν ευνοούσε τη συνεργασία, ενώ μαρτυρίες αναφέρουν ότι τόσο ο Εβρέν όσο και αργότερα ο Τουργκούτ Οζάλ ξεναγήθηκαν στις μυστικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου στην Καχούτα.

Η συμφωνία ΗΠΑ-Τουρκίας για ειρηνική πυρηνική συνεργασία υπογράφηκε επί Κλίντον το 2000. Δεν υποβλήθηκε στο Κογκρέσο λόγω πληροφοριών που ενέπλεκαν ιδιωτικές τουρκικές εταιρείες σε υπόγειες δραστηριότητες διάδοσης πυρηνικής τεχνολογίας. Ο Πρόεδρος Τζορτζ W. Μπους την υπέβαλε το 2008, αφού αντιμετωπίστηκαν οι αμερικανικές ανησυχίες. Τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του ίδιου έτους.

Το 2010, μαζί με τη Βραζιλία, η Τουρκία μεσολάβησε για τη Διακήρυξη της Τεχεράνης. Η πρωτοβουλία προέβλεπε ανταλλαγή πυρηνικού καυσίμου με το Ιράν και υπερασπιζόταν το δικαίωμα των μελών της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) στην ειρηνική πυρηνική τεχνολογία, περιλαμβανομένου του εμπλουτισμού. Την ίδια χρονιά, η Άγκυρα συμφώνησε με τη Ρωσία την κατασκευή του Άκουγιου, του πρώτου εμπορικού πυρηνικού σταθμού της Τουρκίας.

Το Άκουγιου είναι πρόγραμμα ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας, όχι πυρηνικών όπλων. Η ρωσική Rosatom το χρηματοδοτεί, το κατασκευάζει, το κατέχει και θα το λειτουργεί. Έτσι, η Τουρκία εξαρτάται από τη Ρωσία για τεχνολογία και καύσιμα, αποκτώντας όμως παράλληλα πυρηνική τεχνογνωσία.

Το 2015, ο Χανς Ρίλε, πρώην υψηλόβαθμος Γερμανός αξιωματούχος άμυνας, έγραψε ότι η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών (BND) πίστευε πως ο Ερντογάν είχε δώσει από το 2010 εντολή για προετοιμασίες εμπλουτισμού ουρανίου.

Η Τουρκία είναι συμβαλλόμενο μέρος στη NPT, αποδέχεται τις διασφαλίσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο. Δεν διαθέτει σήμερα βιομηχανικές δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας πυρηνικών καυσίμων.

Αυτά θα δυσκόλευαν σοβαρά την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Η ιστορία όμως δείχνει ότι, όταν ένα κράτος τα θεωρήσει απαραίτητα για την ασφάλειά του, η πολιτική βούληση μπορεί να υπερκεράσει τεχνολογικά, οικονομικά και διπλωματικά εμπόδια.

Η πυρηνική τεχνολογία έχει διττό χαρακτήρα. Η Ιαπωνία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «πυρηνικής λανθάνουσας ικανότητας» (nuclear latency): δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, αλλά έχει μεγάλο μέρος της τεχνολογικής και βιομηχανικής υποδομής για να τα κατασκευάσει. Μελέτη του Carnegie Endowment το 2026 εκτίμησε ότι θα μπορούσε να τα αναπτύξει «μέσα σε λίγους μήνες».

Η Άγκυρα επιδιώκει περισσότερους αντιδραστήρες, μεγαλύτερη εγχώρια συμμετοχή και μικρότερη εξάρτηση από το εξωτερικό. Αναπτύσσει επίσης βαλλιστικούς πυραύλους ολοένα μεγαλύτερου βεληνεκούς, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως φορείς πυρηνικών όπλων.

Το 2025, το τουρκικό ναυτικό ανακοίνωσε το NÜKDEN, πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνοκίνητου υποβρυχίου και απόκτησης ακόμη μιας προηγμένης πυρηνικής τεχνολογίας.

Όλα τα στοιχεία που παρατέθηκαν δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός συνεχούς, μυστικού τουρκικού προγράμματος πυρηνικών όπλων. Δείχνουν όμως ότι η Άγκυρα απέφευγε συστηματικά να κλείσει την πυρηνική πόρτα, ενώ σήμερα οικοδομεί δυνατότητες που διευρύνουν τις επιλογές της.

Και το στρατηγικό περιβάλλον αλλάζει γρήγορα. Το Ισραήλ διαθέτει de facto πυρηνικά όπλα, διατηρώντας την πάγια πολιτική πυρηνικής ασάφειας. Η μελλοντική πορεία του Ιράν παραμένει αβέβαιη. Η αμυντική συμφωνία της Μέκκας εντάσσει την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία σε νέο πλαίσιο συλλογικής άμυνας με το πυρηνικά οπλισμένο Πακιστάν. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, δημοσιοποιημένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη πακιστανικής πυρηνικής ομπρέλας ή πυρηνικής συνεργασίας. Τον Ιούλιο του 2026, η Σαουδική Αραβία υπέγραψε επίσης συμφωνία με τις ΗΠΑ για ειρηνική πυρηνική συνεργασία.

Για σχεδόν εβδομήντα χρόνια, η πυρηνική ομπρέλα του ΝΑΤΟ κάλυπτε τις ανάγκες ασφαλείας της Τουρκίας. Τι γίνεται όμως αν η εμπιστοσύνη σε αυτή την ομπρέλα συνεχίσει να φθίνει; Ο πόλεμος με το Ιράν ίσως να άλλαξε τους υπολογισμούς. Για την Τουρκία, το πυρηνικό ερώτημα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.

*Πρέσβης (ε.τ.). Ανώτερος Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/apopsis/paremvaseis-ston-f/article/1785950/1785950/