Τελικά, τι κράτος ονειρεύονται;

Print Friendly, PDF & Email

08 Απριλίου 2017

του   Άριστου Μιχαηλίδη

Δεν κατάλαβα γιατί κάνουν τους έκπληκτους και τους απογοητευμένους για τις χτεσινές ανωμαλίες στη Βουλή. Ακόμα κι η κυβέρνηση εξέδωσε γραπτή ανακοίνωση για να ενημερώσει τον λαό ότι εκφράζει «βαθιά ανησυχία, αλλά και βαθιά λύπη για τα όσα έχουν διαδραματιστεί στη Βουλή». Μάλλον, δεν θα επικοινωνούν με τον λαό, να ξέρουν τι λέει και πόσο οργισμένος είναι. Αν επικοινωνούσαν, δεν θα έπρεπε να περιμένουν τίποτε λιγότερο. Διότι και η εικόνα και η ουσία είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της χυδαίας διαχείρισης που έγινε το τελευταίο δίμηνο. Είναι η κορύφωση πολιτικών ενεργειών, που οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι είναι λανθασμένες αλλά η ηγεσία αρνείται να το αντιληφθεί.

Βαθιά ανησυχία και λύπη θα έπρεπε να εκφράζει η κυβέρνηση και τα κόμματα για δυο πολύ σοβαρότερες πτυχές. Πρώτον, επειδή ο μόνος που εκφράζει ικανοποίηση «με την απόφαση της Βουλής και την αντίληψη ότι το ενωτικό δημοψήφισμα δεν θα είναι ανάμεσα στα γεγονότα για τα οποία θα γίνεται αναφορά στα σχολεία» είναι ο Μουσταφά Ακιντζί. Και δεύτερον, επειδή οι Ελληνοκύπριοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία, μιλάμε για τον λαό φυσικά κι όχι για ηγεσίες που έχουν άλλες προτεραιότητες, αισθάνονται μειωμένοι και ποδοπατημένοι από τους ίδιους τους ηγέτες τους. Και όχι μόνο για την απόφαση, αλλά και γιατί όλο αυτό το διάστημα, μέχρι ακόμα και χθες στη Βουλή, επιχειρήθηκε να πλασαριστεί καμουφλαρισμένη, σαν να και ο λαός είναι ένα συνονθύλευμα αναλφάβητων και ηλιθίων, που δεν αναγνωρίζει τα γεγονότα και δεν μπορεί να έχει κρίση και άποψη και περιμένει τον Τορναρίτη ή τον Λουκαϊδη, τον Αβέρωφ ή τον Κυπριανού να του τα εξηγήσει με την αλαζονεία πάνσοφων.

Όλη η ένταση χτες στο Κοινοβούλιο δεν οφείλεται σε έναν νεαρό Λίνο Παπαγιάννη του ΕΛΑΜ, οφείλεται στο άγχος των ηγεσιών να πείσουν τους «δικούς τους», ότι δεν κάνουν κάποια βλακεία, ότι δεν είναι «μειωμένων εθνικών αντιστάσεων», όπως έλεγαν επί λέξει τόσες μέρες. Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι έκαναν μεγάλη βλακεία. Και θα την πληρώσουμε όλοι σύντομα στο τραπέζι των συνομιλιών, όπου επανέρχεται ο Ακιντζί όχι για να λύσει το Κυπριακό (διότι με αυτά τα δεδομένα λύση δεν μπορεί να υπάρξει) αλλά για να καταρρακώσει ακόμα περισσότερο τη νομιμότητα του κυπριακού κράτους και να θέσει νέους όρους και νέες προϋποθέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, επικαλούμενος και τη «θετική στάση» (έτσι την ονομάζει) του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ.

Το πρώτο μήνυμα το έδωσε το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας που, την ώρα υποτίθεται που είμαστε έτοιμοι για διάλογο και το αποδεικνύουμε ψηφίζοντας και νόμους που δίνουν δικαίωμα λόγου στον Ακιντζί για την ελληνοκυπριακή Παιδεία, εξέδωσε ανακοίνωση για να απειλήσει (προχτές κραύγαζε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος ΔΗΣΥ ότι δεν άκουσε ποτέ την Τουρκία να μας απειλεί) να μην τολμήσουν οι εταιρείες των κοιτασμάτων να μπουν στο οικόπεδο έξι. Κυρίως, όμως, ανακοινώνει ότι μετά από τη λύση θα εξεταστεί από το νέο κράτος «η εγκυρότητα των συμφωνιών που έχει κάνει η ε/κ πλευρά στον τομέα της ενέργειας». Η εγκυρότητα των  συμφωνιών του ψευδοκράτους με την Τουρκία δεν θα εξεταστεί φυσικά… 

Το κύριο ερώτημα που οφείλουν να απαντήσουν ως πραγματιστές (σικ), χωρίς να πετάνε συνθήματα και ονειρικά σενάρια, οι ηγεσίες ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ ένα είναι: Αν χωρίς λύση του Κυπριακού έκαναν αυτό που έκαναν σε βάρος των Ελληνοκυπρίων, σε βάρος της αξιοπρέπειας και της ιστορίας τους, για να ικανοποιήσουν τον Ακιντζί και την Άγκυρα ή, έστω, για να ικανοποιήσουν τον διάλογο, τι να περιμένουμε ότι είναι έτοιμοι να κάνουν μετά από τη λύση για να λειτουργήσει το κράτος; Τι είναι διατεθειμένοι να εκχωρήσουν ακόμα για να ανταποκριθούν στις ευαισθησίες, δήθεν, των Τουρκοκυπρίων, έστω κι αν εν γνώσει τους καθιστούν με τον πιο απόλυτο τρόπο τους Ελληνοκύπριους όμηρους της Άγκυρας; Τι είδους κράτος ονειρεύονται πραγματικά και δεν το λένε στον λαό;

Υ.Γ. Ασφαλώς και είναι καταδικαστέες οι βρισιές προς τον Άντρο Κυπριανού έξω από το Κοινοβούλιο. Αλλά, αν βρέθηκαν τρεις, πέντε, δέκα να βρίσουν, δεν σημαίνει ότι δικαιούται ο κ. Κυπριανού να ταυτίζει μαζί τους όσους διαφωνούν με την πολιτική του. Διότι αυτό κάνει. Είναι πολιτικές οι διαφωνίες, ας μην τις κάνουν των γηπέδων οι ίδιοι οι πολιτικοί.