Εκπρόσωπος: Δεν αποτελεί βάση ή οδηγό για συζήτηση της ασφάλειας και τις εγγυήσεις το προσχέδιο του εγγράφου ‘Ειντε 

Print Friendly, PDF & Email

ΚΥΠΕ – ΚΥΠΡΟΣ/Λευκωσία 26/06/2017 14:39 

Το προσχέδιο που ετοίμασε ο Ειδικός Σύμβουλος του ΟΗΕ για το Κυπριακό δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ή οδηγό για συζήτηση του κεφαλαίου για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, δήλωσε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Νίκος Χριστοδουλίδης.

Παράλληλα είπε ότι δεν εκφράζουν θέσεις των πλευρών οι ιδέες και απόψεις που περιέχονται στο προσχέδιο του ειδικού συμβούλου και διαμήνυσε ότι για την ελληνοκυπριακή πλευρά το έγγραφο αυτό δεν έχει καμία απολύτως υπόσταση και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμφωνημένο κοινό έγγραφο.

Μιλώντας στο Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ, σε σχέση με την επικείμενη Διάσκεψη για την Κύπρο, που θα αρχίσει την Τετάρτη 28 Ιουνίου, στην Ελβετία, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος ο Εκπρόσωπος είπε  «αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει συμφωνημένο κοινό έγγραφο ενώπιον των πλευρών. Το προσχέδιο που έχει αποστείλει ο κ. Έιντε περιέχει ιδέες και απόψεις, κάποιες από τις οποίες δεν ακούστηκαν καθόλου στο παρελθόν. Δεν εκφράζουν θέσεις των πλευρών».

Εμείς θεωρούμε ότι το έγγραφο αυτό δεν έχει καμία απολύτως υπόσταση, σημείωσε, για να προσθέσει ότι «ως έχει το προσχέδιο που μας έχει κοινοποιηθεί δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για συζήτηση του κεφαλαίου για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις. Ο λόγος για τον οποίο οποίο συμφωνήθηκε κατά τη συνάντηση της 4ης Ιουνίου με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να υπάρχει ένα κοινό έγγραφο, που ήταν επιθυμία και του ΓΓ, ήταν για να πραγματοποιηθεί προεργασία για το κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων και να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα από τα συμπεράσματα των τεχνοκρατών στο Μοντ Πελεράν. Το προσχέδιο του κ Έιντε δεν δίνει αυτό το βήμα που επιθυμούσαμε όλοι. Το προσχέδιο που μας δόθηκε δεν αντικατοπτρίζει τουλάχιστον για τη δική μας πλευρά και την Ελλάδα, τις θέσεις των μερών στη συζήτηση του εν λόγω κεφαλαίου».

Ο Εκπρόσωπος τόνισε ότι σ’ αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί σε καμία απολύτως περίπτωση να θεωρηθεί ως συμφωνημένο κοινό έγγραφο. «Άρα, από τη στιγμή που έστω κι ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο, τότε δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ή οδηγό για συζήτηση. Από τη στιγμή που αναφέρονται για πρώτη φορά και με τον τρόπο που αναφέρονται πρόκειται για ιδέες και απόψεις από τον κ. Έιντε, ο οποίος δεν έχει ούτε και είχε τέτοια αρμοδιότητα».

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προσχέδιο, επαναλαμβάνω, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ή οδηγό για συζήτηση του κεφαλαίου για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις.

Ο Εκπρόσωπος εξήγησε ότι δεν μπορεί να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο, αλλά ισχύει αυτό που λέτε (ιδέα για συνθήκη εφαρμογής της λύσης που θα υπογραφεί από τις εγγυήτριες δυνάμεις και την ενωμένη Κύπρο) και εννοείται ότι δεν μπορεί, σε καμία απολύτως περίπτωση, να γίνει αποδεκτό, όμως υπάρχουν κι άλλα σχόλια τα οποία κοινοποιήθηκαν τόσο στον κ. Έιντε όσο και στον ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών και από τη Λευκωσία και από την Αθήνα. Εξ όσων αντιλαμβανόμαστε υπάρχουν αντιδράσεις και από τουρκικής πλευράς.»

Ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρξε μέχρι στιγμής γραπτή αντίδραση στα σχόλια που κατέθεσε η ε/κ πλευρά στα ΗΕ. «Υπήρξαν κάποιες προφορικές επικοινωνίες χωρίς να αναφέρονται στην ουσία των επιστολών. Όμως δεν μπορεί ο κ. Έιντε και τα Ηνωμένα Έθνη να επιμένουν, δεν είναι ενδιαφερόμενο μέρος στη συζήτηση του κεφαλαίου της ασφάλειας και των εγγυήσεων.»

Πρόσθετα και κληθείς να σχολιάσει τις θέσεις Αθήνας και Λευκωσίας, ο κ. Χριστοδουλίδης σημείωσε την ταύτιση των ενστάσεων που διατυπώνονται από Ελλάδα και Κύπρο και την κοινή προσέγγιση όσον αφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου.

«Είναι απολύτως ταυτόσημες οι ενστάσεις από πλευράς Αθήνας και Λευκωσίας και είναι αποτέλεσμα της μακράς συνάντησης του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, στις Βρυξέλλες, την [περασμένη] Πέμπτη το πρωί. Υπήρξε κοινή προσέγγιση όσον αφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου.

Μια βασική διαφορά, ανέφερε, «είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει, σε μεγάλο βαθμό, την πρότασή της για το Σύμφωνο Φιλίας και Ασφάλειας. Από τη δική μας πλευρά, προβάλλεται περισσότερο η πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Να υπενθυμίσουμε ότι μέχρι στιγμής μόνο η ελληνική πλευρά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχουν υποβάλει πολύ συγκεκριμένες περιεκτικές προτάσεις για το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων.

Ο Εκπρόσωπος ανέφερε ότι η ε/κ πλευρά δεν γνωρίζει ποιες είναι οι παρατηρήσεις από τουρκικής πλευράς και «δεν θα ήταν σωστό να μιλήσουμε δημόσια εκ μέρους τους. Δεν ακολούθησαν δημόσιες δηλώσεις μετά από τις συναντήσεις αλλά άφησαν, με κάποιο τρόπο, να αποσταλούν μηνύματα σε σχέση με τις θέσεις τους επί του εγγράφου».

Εξήγησε ότι μαζί με τον ΓΓ, επιθυμούσαμε οι συναντήσεις στην Ελβετία να ξεκινήσουν από ένα βήμα περαιτέρω από τα συμπεράσματα των τεχνοκρατών στο Μοντ Πελεράν, και για το λόγο αυτό «συμφωνήσαμε να έχουμε κοινό έγγραφο. Ακριβώς επειδή επιθυμούμε να υπάρξει αποτέλεσμα στην Ελβετία, ζητήσαμε να γίνει αυτό το κοινό έγγραφο πάντοτε, επαναλαμβάνω, σε απόλυτη συνεννόηση και συνεργασία με τον ΓΓ. Αυτή τη στιγμή δεν επιτεύχθηκε. Δεν έχουμε ένα κοινό, συμφωνημένο έγγραφο».

Σημείωσε ότι στο μεσοδιάστημα, έγινε και μια σημαντική συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας. «Έγινε για πρώτη φορά ουσιαστική συζήτηση στο κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων και με αυτά τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, μεταβαίνουμε την Τετάρτη στην Ελβετία με απόλυτη σοβαρότητα, με αποφασιστικότητα και με ξεκάθαρους στόχους».

Ερωτηθείς για την ατζέντα της Τετάρτης, είπε ότι το «κοινό έγγραφο δεν αφορούσε στην ημερήσια διάταξη. Την Τετάρτη θα ξεκινήσουμε με το εν λόγω κεφάλαιο και τα αποτελέσματα αυτής της συζήτησης, είναι που θα καθορίσουν αν θα υπάρξει θετική κατάληξη στη διαδικασία. [Αυτό] είναι κάτι που κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί», κατέληξε.