Οι σειρήνες, οι εφιάλτες της 4χρονης Στέλλας και το χρέος του Μόντη…

  16 Ιουλίου 2017, 11:25 πμ  

του    Γιώργου Καλλινίκου   

Το ξύπνημα χθες ήταν άγριο, απότομο, ανατριχιαστικό… Οι σειρήνες… Ο διαπεραστικός τους ήχος κατάφερε και φέτος να τρυπήσει τον φλοιό, που το μυαλό φτιάχνει, δίκην ασπίδας, ώστε να αποτρέπει τις αρνητικές αναμνήσεις να διεισδύουν στον εγκέφαλο. Και από εκεί, να διαχέονται στην καρδιά οι δηλητηριώδεις ουσίες που εκχύνουν… Οδηγήθηκα στον υπολογιστή. Οι σκέψεις αυθόρμητες. «Το ανατριχιαστικό κροτάλισμα των καλάσνικοφ διαπέρασε τις καρδιές… Ο ανατριχιαστικότερος ήχος των τανκς διαπέρασε τις ψυχές… Οι ερπύστριες ποδοπάτησαν βάναυσα τα όνειρα ενός λαού… Το βαμμένο με αδελφοκτόνο αίμα χέρι της προδοσίας ξεκλείδωσε την κερκόπορτα… Οι βάρβαροι όρμισαν στις ζωές αθώων ανθρώπων και τις βίασαν, εμποτίζοντάς τες για πάντα, με φόβο και πόνο… Και όμως, δεν είναι αυτή η πιο μεγάλη δυστυχία… Μέγιστη είναι η διχόνοια, που συνεχίζει να παρασιτεί και να φαρμακώνει τις ψυχές των βιασθέντων…».

Ελάχιστα μετά την ανάρτηση, ένα μήνυμα έφτασε στον υπολογιστή. Από μια φίλη, την Στέλλα Τρύφωνος. Ήταν το προσωπικό της βίωμα εκείνη την αποφράδα μέρα: «Ήχησαν πάλι οι ανατριχιαστικές σειρήνες. Οι πληγές άνοιξαν ξανά. Οι πρώτες μνήμες από τη ζωή μου είναι σαν φιλμ ταινίας τρόμου. Σκηνή πρώτη: Οι σειρήνες ηχούν. Η μάνα μου αγκαλιάζει τον πατέρα μου. Έτοιμος για επιστράτευση… Τι σήμαινε εκείνη η λέξη; Έμαθα πολύ αργότερα μεγαλώνοντας. Τεσσάρων χρονών ήμουν, πού να καταλάβαινα. «Μπαμπά, πού πάς;», τον ρώτησα. «Θα έρθω γρήγορα», απάντησε. «Γιατί φοράς τούτα τα ρούχα», ξαναρώτησα με παιδική αφέλεια. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ δακρυσμένο. «Θα πάω να βοηθήσω κάπου και θα έρθω Στέλλα μου», απάντησε. Όταν μεγάλωσα, έμαθα ότι είχε πάει μαζί με τους Αντρέα και Γιαννάκη Ομήρου (αν δεν κάνω λάθος και με τον Άθω Τίλλεϊ) να σταθούν φρουροί έξω από τον ελεύθερο ραδιοσταθμό της Πάφου, για να μιλήσει στον λαό ο Μακάριος. Με προφανή κίνδυνο της ζωής τους. Οι πραξικοπηματίες ήταν παντού.

Σκηνή δεύτερη: 20 Ιουλίου. Ο πατέρας μου πάλι με στρατιωτικά. Επιστρατεύεται. Φεύγει… Δηλωμένος μακαριακός, τον έστειλαν στην πρώτη γραμμή. Μαζί με άλλους. Σαν αρνιά προς σφαγή. Έλειπε μέρες πολλές…

Σκηνή τρίτη: Ο αδελφός μου ολοαίματος στο κρεβατάκι του. Ένα βλήμα, που έπεσε από τα τουρκικά αεροπλάνα τα οποία έσκιζαν τον ουρανό της Πάφου, έσπασε το γυαλί του παραθύρου. Ο αδελφός μου, δυόμιση μόλις χρόνων, στεκόταν στο κρεβατάκι του. Το βλήμα πέρασε ξυστά από τον ώμο του, καίγοντας το δερματάκι του. Η μητέρα μου έσφιξε τα δόντια να μην λιποθυμήσει. Έσκισε τα σεντόνια και τύλιξε το χέρι του. «Παναγιά μου, θεοσκέπαστη», ούρλιαζε…

Σκηνή τέταρτη: Η μητέρα μου κρατά τον αδελφό μου στην αγκαλιά της κι εμένα σφικτά από το χέρι. «Τρέξε Στέλλα. Μην κοιτάς τον ουρανό, τρέξε…», φώναζε με σπαρακτικό τρόπο. Τρέχαμε να κρυφτούμε στον Χάβρηκα. Έτσι κι έριχναν βόμβες οι Τούρκοι θα ξεκληριζόταν ολόκληρη η Κάτω Πάφος. Ήμουνα μόλις τεσσάρων χρονών. Άκουγα τον εκκωφαντικό θόρυβο των αεροπλάνων. Δεν την άκουσα. Κοίταξα τον ουρανό. Ούτε που πρόλαβα να αντιληφθώ πόσα ήταν. Έρχονταν κατά πάνω μας σαν γύπες…

Σκηνή πέμπτη: Πήγαμε στο σπίτι να πιάσουμε ρούχα. Τόσες μέρες κλεισμένοι σε μια σπηλιά… Ήταν βράδυ. Κτύπησε την πόρτα ένας παφίτης αστυνομικός. Μαζί του και δύο άλλοι. «Ανοίξτε κυρία. Έχουμε διάταγμα έρευνας ότι κρύβετε όπλα», της απάντησε. «Ορίστε», ψέλλισε η μητέρα μου. «Άνοιξε», ξαναφώναξε εκείνος και η φωνή του ακούστηκε σαν λυκιθμός (ουρλιαχτό λύκου). Έδωσε μια κλωτσιά της πόρτας ο «αστυνομικός» της ΕΟΚΑ Β’ και μπήκε μέσα. Έσπρωξε τη μάνα μου στον τοίχο. Εμείς, μωρά παιδιά, πνιγήκαμε στα κλάματα. Διέλυσαν το σπίτι. Φυσικά δεν βρήκαν οτιδήποτε. Ο πατέρας μου ήταν μακαριακός. Στα δικά τους αρρωστημένα μυαλά ήταν εγκληματίας. Η μητέρα μου σκούπισε τα δάκρυά μας. Καθόταν ώρες κρατώντας μας στην αγκαλιά της. Δεν την ξανάκουσα ποτέ να κλαίει τόσο σπαρακτικά. Μόνο μετά από πολλά χρόνια, όταν χάσαμε τον πατέρα μου.

Ήμουν μόλις τεσσάρων χρονών. Αυτές είναι οι πρώτες μου αναμνήσεις. Κάθε φορά που ηχούν οι σειρήνες, οι βαθιά κρυμμένες πληγές ανοίγουν ξανά. Αιμορραγούν. Κάποιοι ζητάνε να δώσουμε συγχωροχάρτι στους κατακτητές της πατρίδας μας. Δώστε τους εσείς. Εγώ δεν μπορώ. Δεν θα μπορέσω ποτέ».

Πόσων χιλιάδων παιδιών οι ζωές στιγματίστηκαν με βιώματα όπως αυτά της Στέλλας; Πόσες χιλιάδες μεσήλικες σήμερα ξυπνούν από τις σειρήνες αλαφιασμένοι κάθε 15η Ιουλίου; Οι εφιάλτες του παρελθόντος, όμως, αποτελούν φωτεινό φάρο για το μέλλον. Ο τεράστιος Μόντης δείχνει το χρέος, που έχουμε μπροστά μας. «Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος/ Κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας/ Και μας ρωτά: Λοιπόν;». 

ΠΗΓΗ:http://www.philenews.com/f-me-apopsi/arthra-apo-f/article/415663/oi-seirines-oi-efialtes-tis-4chronis-stellas-kai-to-chreos-toy-monti