Αποκαλύπτουμε το έγγραφο του Έλληνα ΥΠΕΞ για τις Εγγυήσεις

Print Friendly, PDF & Email

 του Κώστα Βενιζέλου

23 Οκτ 2016

Εάν το καθεστώς εγγυήσεων και κατοχής παραμείνει, τότε η Κύπρος ως μέλος της ΕΕ θα είναι προτεκτοράτο μιας τρίτης δύναμης.

 Αποκαλύπτουμε το έγγραφο του Έλληνα ΥΠΕΞ για τις εγγυήσεις.

Λευκωσία: Το ελληνικό δόγμα για την Ασφάλεια συνίσταται στη θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει επίλυση του Κυπριακού με παρουσία τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και διατήρηση του καθεστώτος των εγγυήσεων, που συνοδεύονται από δικαιώματα επέμβασης.  Αυτό τονίζεται  σε έγγραφο του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, το οποίο συνιστά μια συνολική και πλήρη προσέγγιση επί του θέματος, που αποτελεί το βασικό εργαλείο στις πρωτοβουλίες που αναπτύσσει προσωπικά ο υπουργός.

«Τα δύο αυτά ζητήματα, εγγυήσεις και κατοχή, είναι για μας θεμελιακά», όπως σημειώνεται στο έγγραφο,  για να τονιστεί ότι δεν είναι κάποιες από τις διεκδικήσεις του ελληνισμού που μπορούν να… εξισορροπηθούν με την ικανοποίηση άλλων αιτημάτων. 

Το έγγραφο υποδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συγκατατεθεί σε «λύση» χωρίς τον τερματισμό της κατοχής και του συστήματος εγγυήσεων. «Διότι τι λύση θα είναι αυτή στην οποία θα διατηρηθούν οι εγγυήσεις ή και τα κατοχικά στρατεύματα (έστω και σε μικρό αριθμό);», διερωτάται σημειώνοντας τα εξής: «Η διατήρησή τους θα αποτελεί σαφή απόδειξη ότι δεν υπάρχει πραγματική διευθέτηση του Κυπριακού και για αυτό, σε μια τέτοια αρνητική περίπτωση, δεν χρειάζεται μια τέτοια “νέα” συμφωνία». Σήμερα, εξάλλου, υποδεικνύεται, τα κατοχικά στρατεύματα βρίσκονται στην Κύπρο εξαιτίας της παραβίασης από την Τουρκία της Συνθήκης Εγγύησης και της αυθαίρετης και βίαιης εφαρμογής της. «Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί ότι για την Αθήνα, εάν δεν υπάρξει αναίρεση των επιπτώσεων της τουρκικής παράνομης επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία, τότε δεν θα έχει κανένα νόημα η αναζήτηση ενός συμβιβασμού». 

Η Αθήνα επαναλαμβάνει την πρότασή της για ένα σύστημα  ασφάλειας και διεθνούς φιλίας της Κύπρου, για τον πληθυσμό της συνολικά, και τις δύο κοινότητές της ειδικότερα, καθώς και τις τρεις μειονότητες, την οποία θεωρεί ως τη μόνη ρεαλιστική, θετική πρόταση.

Πρόταση η οποία στηρίζεται πάνω σε αρχές και αξίες, αφού προϋποθέτει και απαιτεί την οριστική απομάκρυνση του τουρκικού στρατού κατοχής καθώς και την κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων. Την κατάργηση κάθε συστήματος επιβολής εν είδη εγγυήσεων που παρέχει επεμβατικές δυνατότητες σε τρίτους σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που υπονομεύει κάθε έννοια κυριαρχίας και εμποδίζει την ανάδειξη της κυριαρχίας μιας ΚΔ σε όλο το μήκος και πλάτος της κυπριακής επικράτειας. 

Η ελληνική Κυβέρνηση τονίζει ότι η Ελλάδα σήμερα όχι μόνο δεν αποδέχεται το καθεστώς των εγγυήσεων, αλλά τάσσεται θεμελιακά και αφετηριακά ενάντια στην καθ’ οποιονδήποτε τρόπο διατήρησή τους. Ταυτόχρονα, εξηγεί τον παράνομο χαρακτήρα τους στο σημερινό διεθνές σύστημα δικαίου, καθώς και του ΟΗΕ. Προκειμένου να συμβάλει ουσιαστικά και πρακτικά στην κατάργησή τους, η Ελλάδα έθεσε το ζήτημα εξαρχής και όχι στο τέλος των διαπραγματεύσεων.

Εάν το καθεστώς εγγυήσεων και κατοχής παραμείνει τότε η Κύπρος ως μέλος της ΕΕ θα είναι προτεκτοράτο μιας τρίτης δύναμης ευρισκόμενης εκτός της Ένωσης, σημειώνεται στέλνοντας μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Αυτό, τονίζεται,  θα αποτελούσε παράδοξο για την ΕΕ και υποχώρηση στη διεθνή θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόσο ως προς τα δικαιώματα της ίδιας στο διεθνές σύστημα, όσο και ως προς εκείνα του λαού της. Επιπλέον, θα αποτελέσει ευθεία υπονόμευση της ίδιας της ΕΕ, του χαρακτήρα, των αξιών και αρχών της. 

Στο έγγραφο Κοτζιά υποδεικνύεται ότι δεν είναι λίγες οι πλευρές που πιστεύουν ότι μπορούν να εκβιάσουν την Ελλάδα να συμμετάσχει σε ένα «ανανεωμένο» σύστημα εγγυήσεων και να αποδεχτεί κατά προέκταση την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Ο εκβιασμός, όπως αναφέρεται, μπορεί να γίνει κύρια με δύο επιχειρήματα: το πρώτο με τη δήθεν ανάγκη παρουσίας μικρής δύναμης της Τουρκίας και της Ελλάδας στο νησί, όπως προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν. 

Αυτό, σημειώνεται,  δεν θα συνιστούσε λύση, καθότι η συνέχιση της παρουσίας ενός τέτοιου στρατού θα αποτελούσε παραδοχή ότι η λύση δεν είναι λύση και δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς τρίτους. Επίσης, μια τέτοια κατάσταση θα σήμαινε αποδοχή του τουρκικού επιχειρήματος ότι οι Τ/κ, παρά τη λύση, δεν θα νιώθουν ασφαλείς. Στην πραγματικότητα αυτό το επιχείρημα αν αφορά καν κάποιο ίσως αφορά μόνο ορισμένους από τους έποικους.

Υποδεικνύεται ότι το κύριο που επιδιώκεται από πλευράς Άγκυρας είναι η διασφάλιση σημαντικών τουρκικών συμβολισμών, δυνατοτήτων πρόσβασης και παρουσίας επί των εδαφών, προκειμένου να ελέγχουν την Κύπρο ακόμα και μετά τη «λύση». Τονίζεται ότι οι Τ/κ, όσο υπάρχουν κατοχικά στρατεύματα, θα τελούν υπό καθεστώς πατρωνίας σε ένα μόρφωμα μαριονέττα που ακολουθεί τις επιταγές της Τουρκίας υπό το άγρυπνο μάτι των δυνάμεων κατοχής. Θέλουμε και επιδιώκουμε οι Τ/κ να αποκτήσουν αυθύπαρκτη υπόσταση σε ένα καθεστώς ομοσπονδιακού εταίρου μιας πραγματικά ανεξάρτητης και κυρίαρχης Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο, σημειώνεται,  ότι ορισμένοι μεθοδεύουν τη διαμόρφωση μιας «λύσης» εφ’ όλων των κεφαλαίων εκτός των εγγυήσεων και των κατοχικών στρατευμάτων. Στη δε συνέχεια, επιδιώκουν να παρουσιάσουν μια τέτοια λύση ως τόσο «πετυχημένη και εξαιρετική» που δεν θα «επιτρέπεται» ή και δεν θα «αξίζει τον κόπο» να μην προχωρήσει η υλοποίησή αυτής «της λύσης» εξαιτίας διαφωνιών στο θέμα εγγυήσεις/κατοχικά στρατεύματα. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούν να εμφανίσουν οποιονδήποτε διαφωνεί με μια τέτοια μεθόδευση ως υπονομευτή της δήθεν καλής συμφωνίας. Μια καλή συμφωνία ως προς τα άλλα θέματα, χωρίς ουσιαστική λύση του θέματος «εγγυήσεις και κατοχικά στρατεύματα», δεν θα είναι πραγματική λύση και ούτε μπορεί να «αξιοποιηθεί». 

Και αυτό διότι το πρόβλημα που προέκυψε το 1974 δεν είναι ένα θέμα όπως το περιουσιακό και τα άλλα ανάλογα θέματα που συμπεριλαμβάνονται στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια εκ των έξι της διαπραγμάτευσης. Όλα αυτά τα ζητήματα είναι παράγωγα του κύριου προβλήματος: της κατοχής και παραβίασης του διεθνούς δικαίου εκ μέρους της Τουρκίας. Μπορεί, λοιπόν, ο δρόμος της διαδικασίας επίλυσης να πήγε ανάστροφα, αλλά αυτή η αναστροφή δεν μπορεί να ανατρέψει την ιεραρχία των θεματικών και τη σειρά της σημασίας τους. 

Ένα δεύτερο επιχείρημα που μπορεί να μην έχει ειπωθεί καθόλου αλλά κάποιοι το έχουν κατά νου είναι πως αφού στο όνομα του πρώτου επιχειρήματος η Τουρκία θα παραμείνει στην Κύπρο και θα διασφαλίσει τη διατήρηση των παράνομων συμβολισμών της, πώς θα «τολμήσει» και δικαιολογηθεί η Ελλάδα ώστε να αποσύρει μονομερώς τα στρατεύματά της. Σε μια τέτοια, δηλαδή, περίπτωση, κάποιοι ετοιμάζονται να καταγγείλουν την ελληνική άρνηση του καθεστώτος των εγγυήσεων ως πολιτική συνυπευθυνότητα στην τυχόν περίπτωση που θα μείνει η Κύπρος με «μόνο» τουρκικά στρατεύματα. Η απάντηση της Αθήνας είναι ξεκάθαρη: Η περίπτωση που υποστηρίζεται εδώ δεν έχει να κάνει καθόλου με μια «μονοδιάστατη παρουσία» της Τουρκίας, αφού χωρίς την Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία. Ασφαλώς δεν θα υπάρξει και νομιμοποίηση παράνομης παράνομων κατοχικών στρατευμάτων. Εκτός αν κάποιοι στο διεθνές σύστημα θέλουν να διαπραγματεύονται μόνο με την τουρκική πλευρά, να παρακάμπτουν την ελληνική και μετά να την εκβιάσουν.

Όμως το ζήτημα των εγγυήσεων είναι θέμα των εγγυητριών δυνάμεων, τόσο πολιτικά και νομικά, σε συνεργασία ασφαλώς με την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά όχι χωρίς αυτές και μάλιστα χωρίς μίας εξ’ αυτών. Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει λόγο ως προς αυτό το ζήτημα. Εξάλλου το επιχείρημα αυτό έχει την ανάστροφη λειτουργία του: πώς μπορεί κανείς να συμφωνήσει την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων και μόνο, στρατευμάτων σήμερα κατοχής επί της νήσου; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι, βέβαια, απλή: να φύγει ολικά ο στρατός κατοχής.

Υπονόμευση από φιλότουρκους

Στο έγγραφο με σαφή πρόθεση να «καρφώσει» τους συνήθεις ύποπτους υποδεικνύεται πως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ορισμένοι φιλότουρκοι παράγοντες στον διεθνή ορίζοντα επιθυμούν και επιδιώκουν την παράκαμψη ή και υπονόμευση συγκεκριμένων θεσμών και προσώπων προκειμένου να περιοριστούν οι αντιστάσεις σε τέτοιου είδους σχέδια. 

Είναι φανερό, τονίζεται, ότι λύση του Κυπριακού σημαίνει λύση προς όφελος όλων των πολιτών της Κύπρου, μακριά από παρεμβατικές δυνατότητες και παρεμβατικά δικαιώματα τρίτων. Πρακτικά και ουσιαστικά η παρούσα κυβέρνηση της Ελλάδος δήλωσε εξαρχής, το 2015, (διά του Νίκου Κοτζιά, εξερχόμενος από τον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη) ότι όχι μόνο θεωρεί παράνομο το καθεστώς των εγγυήσεων, όχι μόνο απαιτεί την κατάργησή του αλλά, επιπλέον, ότι δεν θα συμμετάσχει σε κανένα σύστημα μελλοντικών εγγυήσεων.

Η τοποθέτηση αυτή περιόρισε τα περιθώρια κινήσεων όσων επιθυμούν να το διατηρήσουν και να εξαναγκάσουν την Ελλάδα στη συμμετοχή της και στο μέλλον σε ένα τέτοιο καθεστώς. Παράλληλα δε, κατέστησε σαφές εξαρχής προς όλους ότι τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής πρέπει να αποχωρήσουν όλα και διά παντός. Χωρίς αστερίσκους και εξαιρέσεις.

Επαναφορά πραγματικού θεμελίου του Κυπριακού

Το έγγραφο με τίτλο «Η κατάργηση του συστήματος εγγυήσεων και η εκπόνηση ενός Συμφώνου Φιλίας και Ασφάλειας» καταγράφει τους στρατηγικούς στόχους της ελληνικής πλευράς. 

Πρώτον, η κατάργηση των εγγυήσεων δεν αντιμετωπίζεται ως μια ευχή ή ένας γενικόλογος στόχος, όπως έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις της χώρας και ειδικότερα οι ηγεσίες του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά τεκμηριώνεται σε σειρά γεγονότων. Μέσω αυτής της τεκμηρίωσης αποδεικνύεται ότι οι συμφωνίες όσον αφορά στις εγγυήσεις έχουν παραβιαστεί και κατά προέκταση έχουν καταργηθεί ντε φάκτο. Η τουρκική επίκληση του καθεστώτος εγγυήσεων είναι αυθαίρετη και γίνεται μόνο για να δικαιολογηθούν οι παρανομίες του στρατού κατοχής. 

Δεύτερον, επειδή η κατάργηση των εγγυήσεων και κατά προέκταση η απαίτηση απομάκρυνσης του στρατού κατοχής είναι θεμελιακό ζητούμενο μιας δημοκρατικής λύσης του Κυπριακού, η Ελλάδα δεν ζητά απλά την κατάργηση των εγγυήσεων αλλά δηλώνει εξαρχής τη μη συμμετοχή της σε κάθε μελλοντικό τέτοιο καθεστώς, αν προταθεί εκ νέου από οπουδήποτε. 

Τρίτον, ο νέος τρόπος που τέθηκε το ζήτημα των εγγυήσεων έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της δυνατότητας παρέμβασης τρίτων κρατών στα εσωτερικά της Κύπρου, καθώς και της παρουσίας του κατοχικού στρατού της Τουρκίας στην βόρεια Κύπρο. Το κατέστησε θεμελιακό κριτήριο συμφωνίας ή διαφωνίας με την όποια πρόταση θα διαμορφωθεί στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού. Η επαναφορά του πραγματικού θεμελίου του κυπριακού ζητήματος ήταν καινούργια στον 21ο αιώνα. Και αυτό διότι τις τελευταίες δεκαετίες το Κυπριακό είχε αναχθεί από τρίτες δυνάμεις σε μια διακοινοτική διαφορά και όχι σε πρόβλημα κατοχής.

Τέταρτον, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις δεν έχουν δικαιώματα επί των εσωτερικών εξελίξεων της Κύπρου, ούτε της διαμόρφωσης καθώς και μελλοντικής εξέλιξης της ίδιας της ΚΔ. Οι τρεις δυνάμεις δεν δικαιούνται να έχουν παρεμβατικό λόγο ως προς τη λύση του Κυπριακού πέραν δύο θεμάτων: 

α) Των εγγυητικών δικαιωμάτων, ήτοι διατήρηση ή μη και με ποιο τρόπο. Το ΗΒ σε ένα βαθμό έχει αντιληφθεί τον αναχρονιστικό χαρακτήρα τους και ανάλογα προσαρμόζει τη στάση του. Αντίθετα, η Τουρκία εξακολουθεί να επιδιώκει να παρεμβαίνει στους εσωτερικούς όρους επίλυσης του Κυπριακού. Σε αυτά τα πλαίσια δεν αναδεικνύεται μόνο η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και η διαφορετικότητα στην διαπραγματευτική θέση ανάμεσα στην ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία και την ηγεσία των τουρκοκυπρίων.

β) Της εφαρμογής των κανόνων και του κοινοτικού κεκτημένου της ΕΕ σε όλο το νησί. 

Στην πράξη δημιούργησε ένα διαφορετικό State of Affairs

Η Τουρκία εισέβαλε με πρόσχημα την αποκατάσταση της «State of Affairs”. Στην πράξη, όμως, δημιούργησε ένα διαφορετικό State of Affairs το οποίο όχι μόνο δεν προβλεπόταν στη συνθήκη εγγύησης και στις συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης, αλλά τουναντίον απαγορευόταν ρητά από αυτές. Ζυρίχη και Λονδίνο απαγόρευαν τον εδαφικό διαμελισμό της πρωτοσύστατης ΚΔ. Η Τουρκία επιδιώκει εκ των υστέρων να νομιμοποιήσει τις παρανομίες της, εμφανίζοντας τη στρατιωτική επέμβασή της στην ΚΔ ως δήθεν προληπτική πράξη στα πλαίσια, τάχα, ανθρωπιστικής προστασίας που έδωσε σε συγκεκριμένο τμήμα του Κυπριακού πληθυσμού. Κάτι τέτοιο ασφαλώς και δεν αληθεύει, διότι κατά μεγάλο μέρος ο πληθυσμός τον οποίο υποτίθεται ότι ήθελε να βοηθήσει η Τουρκία, τον εξόρισε / ανάγκασε σε μετακίνηση εκτός Κύπρου, σε τρίτες χώρες, δυνάμει και εξαιτίας της κατοχικής παρουσίας της. Επιπλέον, η πράξη της όπως εξηγώ στη συνέχεια ήταν και παραμένει παράνομη. 

Συμπερασματικά, μπορεί να σημειωθεί ότι η Τουρκία διά των παράνομων πράξεών της κατήργησε ουσιαστικώς από μόνη της τη συνθήκη εγγύησης.

Οι δυο προτάσεις της Τουρκίας καθιστούν την Κύπρο προτεκτοράτο

Η ΑΓΚΥΡΑ έχει καταθέσει και μέσω τρίτων αλλά και στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων δυο προτάσεις τις οποίες σαφώς και απορρίπτει η Αθήνα καθώς συνιστούν, όπως τονίζεται στο έγγραφο, εισήγηση για παραμονή της Τουρκίας στο νησί. 

Πρώτον, προτάθηκε να έχει η Τουρκία ειδικά παρεμβατικά δικαιώματα στο τ/κ συνιστών κρατίδιο. Ουσιαστικά, δηλαδή, προτείνεται στο όνομα της προοπτικής μιας κάποιας «λύσης» και μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η μία από τις δύο υπό σύσταση πολιτείες να διαθέτει ισχυρότερους δεσμούς με τρίτο κράτος παρά με τις ομοσπονδιακές αρχές της Κύπρου. Όπως σημειώνεται, με αυτό τον τρόπο στο κεντρικό ζήτημα της ασφάλειας, κύρια αιτία του σημερινού κυπριακού προβλήματος, τρίτη χώρα, εδώ η Τουρκία, θα έχει περισσότερα δικαιώματα από την Κυπριακή Ομοσπονδία. Ακόμα, το νησί θα είναι εξ ορισμού ήδη διχοτομημένο ως προς το κεντρικό ζήτημα της ασφάλειας. 

Η Τουρκία, δηλαδή, θα διατηρεί νομίμως ως δικαίωμα την παράνομη πρακτική των τελευταίων 42 ετών. Από μια σκοπιά του διεθνούς δικαίου η τουρκοκυπριακή πολιτεία της Ομοσπονδιακής ΚΔ (που μόνο ομοσπονδιακή δεν θα είναι) θα συνιστά εν τοις πράγμασι ένα προτεκτοράτο της Τουρκίας. Κάτι τέτοιο, όπως τονίζεται, απορρίπτεται από την ελληνική κυβέρνηση. Μια τέτοια πρόταση, συνολικά, όπως αναφέρεται στο έγγραφο δεν εξυπηρετεί την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε βέβαια τους Τουρκοκύπριους, αλλά τα γεωπολιτικά συμφέροντα της ίδιας της Τουρκίας, «νομιμοποιώντας οριστικά» τα δικαιώματα που απέκτησε με την χρήση παράνομης κατοχής. Όμως, τα στενά γεωστρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας δεν μπορεί να είναι κριτήριο ασφάλειας των Κυπρίων, Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. 

Δεύτερο, προτείνεται να συγκεντρωθεί ένα τμήμα του σημερινού κατοχικού στρατού, αφού αποχωρήσουν τα υπόλοιπα τμήματά του, σε μια βάση, όπως διαθέτει το Ηνωμένο Βασίλειο. Βάση, η τύχη της οποίας θα κριθεί στο μέλλον. Με άλλα λόγια να νομιμοποιηθεί τμήμα του κατοχικού στρατού και η κατοχή. Επιπλέον, να αποκτήσει η Τουρκία μόνιμα κυριαρχικά δικαιώματα σε τμήμα της Κύπρου, στον εναέριο χώρο της, σε εδάφη και στην ΑΟΖ. Η δε ανιστόρητη λογική του επιχειρήματος, όπως τονίζεται, είναι ότι όποιος πέρασε από την Κύπρο «δικαιούται και λίγης κυριαρχίας της», ακόμα και αν αυτό το πέρασμα έγινε παρανόμως και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. 

Στο έγγραφο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών σημειώνεται με νόημα ότι θα πρέπει να είναι πολύ αφελής κανείς για να πιστεύει ότι μπορεί να δεχτεί την παραμονή κατοχικών στρατευμάτων με την προοπτική ότι η έχουσα βέτο ηγεσία της τ/κ κοινότητας θα κάνει στο μέλλον αυτό που δεν θα ζητούν σήμερα οι Ελληνοκύπριοι. Το κυριότερο αρνητικό είναι, όπως τονίζεται, ότι η συγκρότηση μιας τέτοιας βάσης από δυνάμεις κατοχής έχει πολλές πιθανότητες να λειτουργήσει ως κέντρο χρηματοδότησης ή και κινητοποίησης δυνάμεων που θα υποσκάπτουν την Κυπριακή Δημοκρατία, κάθε φορά που η Τουρκία θα έχει μια διαφορετική οπτική για τα τεκταινόμενα και θα θεωρεί ότι η ΚΔ δεν εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα.

Γιατί όχι στις εγγυήσεις 

Πρώτον, το σύστημα εγγυήσεων όπως υιοθετήθηκε ως παράρτημα των συμφωνιών εγκαθίδρυσης του 1960 πρέπει να καταργηθεί διότι αντιτίθεται άρδην στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Η ίδια η θεσμοθέτησή του ήταν εξαρχής αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο. 

Δεύτερο, όπως επιβλήθηκε αυτό το σύστημα μετά την υιοθέτησή του χάρτη των HE, είναι ως προς το νέο νομικό πλαίσιο του διεθνούς δικαίου αναχρονιστικό. Στην πράξη υπήρξε συστηματική παραβίασή του, με αποκορύφωμα την εισβολή της Τουρκίας το 1974 και τις διατηρούμενες επιπτώσεις της από τη διαρκή κατοχή.

Τρίτο, το σύστημα αυτό δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες και στη θέση της Κύπρου στο διεθνές σύστημα, στην αναβαθμισμένη υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέταρτο, οι στρεβλώσεις θα αξιοποιούνται από τρίτους που επιθυμούν να επεμβαίνουν στο εσωτερικό κράτους μέλους της ΕΕ και του ΟΗΕ προς ίδιον όφελος. 

Περαιτέρω σημειώνεται ότι πρόκειται για ένα σύστημα που κρίνεται αναχρονιστικό σε μια εποχή που ο ΟΗΕ έχει, πλέον, συγκροτήσει -διά των οργάνων του, όπως την ΓΣ, το ΣΑ, το Διεθνές Δικαστήριο- ένα συνεκτικά επεξεργασμένο σύστημα κανόνων διεθνούς δικαίου. Ένα σύστημα που εδραιώνει την θεμελιώδη αρχή της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών και κρατών. Υπενθυμίζεται ότι ο ΟΗΕ σήμερα διαθέτει ένα νομικό πλαίσιο, το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Κοντολογίς, πουθενά στον κόσμο του 21ου αιώνα δεν υπάρχει, πλέον, ένα τέτοιο ή έστω ανάλογο σύστημα εγγυήσεων όπως αυτό επιβλήθηκε στην Κύπρο το 1959-1960.

Πρώτα κατάργηση των εγγυήσεων και μετά συγκρότηση ομοσπονδίας 

ΜΕ βάση τη ελληνική θέση, όπως παρουσιάζεται μέσα από την ανάλυση, πρώτα οφείλουν να καταργηθούν οι εγγυήσεις και μετά να συμφωνηθεί και συγκροτηθεί ομοσπονδία από τις δύο κοινότητες. Σε διαφορετική περίπτωση θα υπάρξει μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση των παραβιάσεων, αναγνώρισης ως αναγκαίων των εγγυήσεων, ενσωμάτωση αυτού του καθεστώτος στην μήτρα της Κυπριακής Δημοκρατίας και μετά την ανασυγκρότηση-μετεξέλιξή της. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι εγγυήσεις πρέπει να καταργηθούν ως συστατική προϋπόθεση της νέας συμφωνίας και όχι ως υπόλοιπο αυτής.

Μπορεί μια υποψήφια για ένταξη χώρα να εγγυάται κράτος-μέλος της ΕΕ;

ΔΕΝ είναι δυνατό μια τρίτη χώρα, η Τουρκία, να εγγυάται οτιδήποτε για το εσωτερικό αυτού του κέντρου, την εσωτερική υπόσταση και δομή του. Από τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τα σύνορα της ΕΕ, μέχρι τη δημοκρατική λειτουργία του θεσμικού συστήματος της ΚΔ. Περαιτέρω αναφέρεται πως  δεν είναι δυνατό να εμφανίζεται ως εγγυητής δικαιωμάτων και θεσμικών λειτουργιών στο εσωτερικό της ΕΕ, υποψήφιο κράτος που βρίσκεται υπό έλεγχο της ΕΕ. Δεν είναι η ΕΕ που βρίσκεται σε οποιοδήποτε σημείο υπό έλεγχο αλλά η Τουρκία, τονίζεται στο έγγραφο. Δεν είναι η Τουρκία που εποπτεύει τις προετοιμασίες της ΕΕ ενόψει κάποιας προσχώρησης της στην Τουρκία, ή έστω στο νομικό της σύστημα, αλλά είναι εποπτευόμενη προκειμένου να ενταχθεί στην ΕΕ.

 

Πηγή: http://www.philenews.com/el-gr/top-stories/885/337157/apokalyptoume-to-engrafo-tou-ellina-ypex-gia-tis-engyiseis

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.