Χαράσσοντας νέους δρόμους προς τη λύση

Print Friendly, PDF & Email

του Μάριου Πουλλάδου

17 Δεκ 2016

ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ, ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Κείμενο πολιτικής με θέμα «Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και η εναλλακτική πρόταση» εκπόνησε το Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

«Είναι αμφίβολο έως αδύνατο να λειτουργήσει η Κύπρος στην Ευρωζώνη με την εφαρμογή τού υπό συζήτηση πλαισίου λύσης»

«Οι δυο κοινότητες λειτουργούν μέσα σε ένα συλλογικό νοηματικό πλαίσιο της ανοχής και όχι της αποδοχής»

Αναζητώντας κανείς τα αίτια για τα οποία όλες οι μέχρι τώρα προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού έπεσαν στο κενό, θα διαπιστώσει πως ένας από τους βασικούς λόγους, πέραν της τουρκικής αδιαλλαξίας, είναι και η διαφωνία ενός μεγάλου μέρους του κυπριακού Ελληνισμού επί της βάσης των συνομιλιών. Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία παρουσιάζεται από την εκάστοτε Κυβέρνηση ως η μόνη εφικτή λύση, στην οποία θα πρέπει να συμβιβαστούμε υπακούοντας στον «πατριωτικό ρεαλισμό».

Κατά καιρούς, τα κόμματα της αντιπολίτευσης καλούν τον Πρόεδρο να ανακρούσει πρύμναν και ν’ αλλάξει στρατηγική στις διαπραγματεύσεις, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση (τα κόμματα) να αποκρυσταλλώσουν μια ξεκάθαρη εναλλακτική θέση. Αποτέλεσμα είναι η διαιώνιση των συνομιλιών σε έναν φαύλο αποτυχημένο κύκλο. Ο δισταγμός των κομμάτων να καταθέσουν μια διαφορετική πρόταση, έγκειται αφενός στο πολιτικό κόστος που ενδεχομένως να επιφέρει μια τέτοια απόφαση και, αφετέρου, στην επιστημονική ανεπάρκεια των στελεχών που απαρτίζουν τους κομματικούς μηχανισμούς.

Αυτό, λοιπόν, το κενό επιχειρεί να καλύψει σε μεγάλο βαθμό μια πρόσφατη πολιτική εισήγηση που εκπονήθηκε από το Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Το 28σελιδο κείμενο έχει τον τίτλο «Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και η εναλλακτική πρόταση» και φέρει την υπογραφή του Δρος Κάττου, του Δρος Μαυροείδη και του Δρος Ανδρέα Θεοφάνους. Οι τρεις ακαδημαϊκοί προσεγγίζουν το ζήτημα του Κυπριακού μέσα από διαφορετικό πρίσμα, χρησιμοποιώντας έκαστος τα δικά του επιστημονικά εργαλεία.

Η κοινωνιολογική πολυπλοκότητα

Σε πρώτο επίπεδο, ο Δρ Κάττος προβαίνει σε μια κοινωνιολογική προσέγγιση του κυπριακού ζητήματος από το 1960 μέχρι και σήμερα. Όπως αναφέρει ο ίδιος, το κυπριακό σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης αναδεικνύει μια ιδιαίτερη κοινωνιολογική πολυπλοκότητα, αφού ο κοινωνικός του χαρακτήρας περιλαμβάνει, εκτός από τις οικονομικές πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις, τη διάσταση της εθνότητας, η οποία ως μια ουσιαστική κοινωνικοπολιτική δυναμική επηρεάζει διαχρονικά τις διακοινοτικές σχέσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Αρχίζοντας από τον συνταγματικό συνεταιρισμό του 1960, επισημαίνει πως η νέα κρατική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας τότε, αντιπροσώπευε από κοινωνική άποψη ένα νέο διακοινοτικό consensus βασισμένο στον κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλουραλισμό με συνταγματική κύρωση, το ίσο νομικό καθεστώς μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Με την κατάρρευση του μοντέλου αυτού μετά το 1963 και τη νομιμοποίηση του de facto εθνοτικού διαχωρισμού, με το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας 186 του 1964, η ελληνική κοινότητα ισχυροποιεί θεσμικά τη θέση της. Ως αποτέλεσμα, αναφέρει ο καθηγητής, το μοντέλο κοινωνικού πλουραλισμού, που κληρονομήθηκε από τους Βρετανούς, αντικαταστάθηκε με ένα νέο σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

«Οι πολιτικές της εθνικής ταυτότητας και του εθνοκεντρισμού επανήλθαν εκ νέου στην πολιτική σκηνή και ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο βασισμένο στις έννοιες “πλειοψηφία-μειοψηφία”, με όλα τα συνεπακόλουθά τους θεσμοθετείται», αναφέρει. «Ο διαχωρισμός αυτός, εκτός από διεθνοτικός, κατέστη και σκληρά γεωγραφικός. Η de facto κατοχή επέβαλε δυναμικές διαδικασίες ως προς την ανάδειξη μιας νέας κοινωνικής κανονικότητας στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ενός νέου συστήματος δηλαδή κοινωνικής διαστρωμάτωσης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται και η παράνομη ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» το 1983. Έπειτα από τη μεσολάβηση πενήντα χρόνων, όπου η κάθε κοινότητα απολαμβάνει τη δική της κοινωνική κανονικότητα, Ε/κ και Τ/κ δεν φαίνονται έτοιμοι να απαρνηθούν την εσωτερική νομιμοποίηση των συστημάτων κοινωνικής διαστρωμάτωσής τους.

Αναφερόμενος σε πρόσφατες δηλώσεις του κατοχικού ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί ότι μετά από 43 χρόνια «δεν μπορούν να διαταραχθούν αυτές οι συνθήκες ζωής και στις δύο πλευρές[…] και οι συνθήκες είναι τέτοιες που πρέπει να έχουμε ένα κράτος με δυο ιδρυτικά κράτη», ο καθηγητής υποστηρίζει πως πάνω σε αυτήν τη ρεαλιστική κοινωνιολογική διαπίστωση ο κατοχικός ηγέτης στηρίζει τη συνταγματική αποδόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εφαρμογή ευρωπαϊκού κεκτημένου

Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η αναφορά περί της ένταξης ολόκληρης της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας με αναστολή εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα κατεχόμενα (Πρωτόκολλο 10). «Οι δύο κοινότητες λειτουργούν μέσα σε ένα συλλογικό νοηματικό πλαίσιο της ανοχής και όχι της αποδοχής [..] Η ειρήνευση στο νησί δεν μπορεί να είναι υπόθεση ούτε του ευσεβοποθισμού των ζηλωτών της όποιας λύσης, ούτε και από τους θιασώτες του λεγόμενου απορριπτισμού», αναφέρει, σημειώνοντας πως είναι πολιτική αναγκαιότητα η επανεξέταση του Πρωτοκόλλου 10 ως ενός εξαιρετικού εργαλείου δημιουργικής συνεισφοράς προς την ομαλοποίηση της κατάστασης.

Η νομική διάσταση

Στο δεύτερο επίπεδο της πολιτικής πρότασης, ο Δρ Κωνσταντίνος Μαυροειδής επικεντρώνεται στη νομική διάσταση του ζητήματος αναφερόμενος στις πηγές δικαίου πάνω στις οποίες βασίζεται η Κυπριακή Δημοκρατία και ειδικότερα στο ζήτημα της αναστολής της εφαρμογής της Κοινοτικής νομοθεσίας και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, στις περιοχές στις οποίες η νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο.

Η ανάκληση του Πρωτοκόλλου 10

Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζει πως η αναστολή αυτή δεν ισχύει σε σχέση με τα οικονομικά-φορολογικά, διελεύσεως εμπορευμάτων και προσώπων και παροχής υπηρεσιών, δικαιώματα τα οποία απολαμβάνουν -και καλώς απολαμβάνουν- οι πολίτες της τ/κ κοινότητος στον βορρά, ενώ αντιθέτως ισχύει η αναστολή της εφαρμογής του κεκτημένου στις ίδιες περιοχές για όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, για τα οποία, όμως, ταυτοχρόνως συνεπάγονται υποχρεώσεις εκ μέρους της τ/κ κοινότητος, τόσο απέναντι στην Ε.Ε. όσο και στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Σύμφωνα με τον ίδιο, με τυχόν ανάκληση του Πρωτοκόλλου, τότε:

– Το Κυπριακό θα λάβει τη διάσταση που πράγματι πρέπει να έχει και ως διαφορά μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας.

ii. Η Ε.Ε. θα κληθεί να λάβει έμπρακτα θέση, στο γεγονός της παράνομης κατοχής εδάφους της Ευρωπαϊκής Επικρατείας, από στρατό κατοχής τρίτου κράτους, μη μέλους της, για το οποίο εκκρεμεί η ενταξιακή του διαδικασία.

iii. Θα παύσει να υφίσταται εκ των πραγμάτων, κάθε απειλή περί προσαρτήσεως του βορείου τμήματος της Κύπρου στην Τουρκία.

iv. Θα υλοποιηθεί, ουσιαστικά, εκείνο που στις 26 Απριλίου του 2004 διεκήρυξε το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων προς της εντάξεως της Κύπρου στην Ε.Ε., σε σχέση με την τ/κ κοινότητα, κατά το οποίο: «Η τουρκοκυπριακή κοινότητα εξέφρασε τη σαφή της επιθυμία για ένα μέλλον εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Συμβούλιο είναι αποφασισμένο να θέσει τέρμα στην απομόνωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας και να διευκολύνει την επανένωση της Κύπρου…».

Ο κίνδυνος της οποιασδήποτε λύσης

Τέλος, ο Δρ Θεοφάνους από κοινού με τους άλλους δυο καθηγητές, προχωρούν σε μια συνοπτική αξιολόγηση της παρούσας κατάστασης, σημειώνοντας αρχικά πως η εντύπωση ότι η οποιαδήποτε λύση συνεπάγεται βελτίωση του status quo καθώς και οικονομικά οφέλη είναι λανθασμένη και επικίνδυνη.

«Είναι αμφίβολο έως αδύνατο να λειτουργήσει η Κύπρος στην Ευρωζώνη με την εφαρμογή του υπό συζήτηση πλαισίου λύσης. Πέραν τούτου, η φιλοσοφία της βάσης των συνομιλιών στηρίζεται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες και στην έννοια της “συναινετικής δημοκρατίας”. Τέτοιου είδους μοντέλα οδηγούν συνήθως σε δυσλειτουργία, τριβές και απογοητεύσεις», αναφέρει και φέρνει ως παράδειγμα τη Βοσνία. Ακολούθως προβαίνει στη διαπίστωση πως η στρατηγική που ακολουθείται στο Κυπριακό πρέπει να επαναξιολογηθεί.

«Είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ότι είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να υπάρξει λύση που να βελτιώνει το status quo με την υφιστάμενη στάση της Τουρκίας», αναφέρεται, προσθέτοντας πως από το 1977 έχει υπάρξει μια σοβαρή μετατόπιση προς τις τουρκικές θέσεις. Υπογραμμίζεται επίσης η σημασία αξιολόγησης του περιφερειακού, ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η απόφαση για Brexit και η εκλογή Τραμπ ως ενδείξεις επιβράδυνσης της παγκοσμιοποίησης, γεγονός που παρέχει την ευκαιρία επαναξιολόγησης της σημασίας του έθνους κράτους. Επιπλέον κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη στάση Ερντογάν και την αναθεωρητική στάση της Άγκυρας σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Σημαντικός, όπως αναφέρει, είναι και ο μετασχηματισμός που υφίσταται η Μέση Ανατολή.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις

Στη συνέχεια αναλύονται συνοπτικά τα διάφορα είδη ομοσπονδιών και τονίζεται η διαφορά μεταξύ μοντέλων συναινετικής δημοκρατίας (consociationalist democracy) και integrationalist federal model (ενοποιητικού ομοσπονδιακού μοντέλου).

«Είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθούν αφενός η έννοια της ομοσπονδίας και, αφετέρου, πώς διαφοροποιήθηκαν τα δεδομένα από το 1977 μέχρι το 2016», αναφέρει, προσθέτοντας πως η ε/κ πλευρά επιθυμεί την αποκατάσταση της ενότητας κράτους και εδαφικής ακεραιότητας, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά αναζητεί νομιμοποίηση και ισότιμη συμμετοχή.

«Η τουρκοκυπριακή κοινότητα μπορεί να διαφυλάξει την ταυτότητά της μόνο στο πλαίσιο μιας ενοποιημένης ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην περίπτωση που υπάρξει ένα συνιστών κράτος στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, στην πορεία του χρόνου θα καταστεί εντελώς τουρκικό», αναφέρει. Καταληκτικά σημειώνεται πως η υπόθεση της επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ιερή – δεν είναι αποκλειστικό ζήτημα της θεσμικής εξουσίας.

ΠΗΓΗ:http://www.sigmalive.com/simerini/politics/388985/xarassontas-neous-dromous-pros-ti-lysi

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.