Το ΟΧΙ του 2004 δεν ξεγράφεται

22/1/2026
Γράφει ο Παύλος Παύλου

Ο Χριστοδουλίδης οφείλει να ξεκαθαρίσει τι εννοεί με τον Όρο «Κεκτημένο Συνομιλιών».

 

Το 2004 διεξήχθη το πιο καθοριστικό δημοψήφισμα στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πολίτες κλήθηκαν να αποφασίσουν αν αποδέχονται το Σχέδιο Ανάν — ένα πλήρες και δεσμευτικό πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού. Δεν επρόκειτο για μια γενική πρόταση αρχών, αλλά για ένα αναλυτικό πακέτο που περιλάμβανε τη συνταγματική δομή του νέου κράτους, τα Συντάγματα των δύο συνιστώντων κρατών, διεθνείς συμφωνίες και νομικά παραρτήματα. Ήταν, δηλαδή, η πρακτική εφαρμογή της λεγόμενης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ).

Το αποτέλεσμα ήταν σαφές και αδιαμφισβήτητο: το 75,83% των Ελληνοκυπρίων απέρριψε το σχέδιο. Σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους του, το σχέδιο ακυρώθηκε. Η απόρριψη δεν αφορούσε επιμέρους άρθρα ή τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά συνιστούσε πλήρη θεσμική απόρριψη του ίδιου του μοντέλου λύσης — της ΔΔΟ στην εφαρμοσμένη της μορφή.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ένα κρίσιμο νομικό σημείο. “οι συγκλίσεις” στηρίζονταν στην αρχή «τίποτα δεν συμφωνείται αν δεν συμφωνηθούν όλα». Άρα, η απόρριψή του ισοδυναμούσε με ακύρωση του συνόλου. Δεν μπορεί σήμερα ο Πρόεδρος να υποστηρίζεται ότι παραμένουν «κεκτημένα» από ένα πλαίσιο που έχει απορριφθεί στο σύνολό του. Ό,τι απορρίπτεται ολοκληρωτικά, δεν μπορεί να επιβιώνει μερικώς εκ των υστέρων. Είναι ο πρώτος Πρόεδρος που μιλά για “κεκτημένο των συνομιλιών”. Κι όμως, είκοσι χρόνια μετά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, δηλώνει ότι οι συνομιλίες πρέπει να ξεκινήσουν «από το κεκτημένο». Υποστηρίζει πως η βάση της λύσης παραμένει η ΔΔΟ, θέση με την οποία συμφωνεί και η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων. Προκύπτει όμως ένα απλό και ουσιαστικό ερώτημα: με ποια νομιμοποίηση; Πότε ζητήθηκε και έδωσε τη συγκατάθεσή του ο κυπριακός λαός για επιστροφή σε ένα μοντέλο που απέρριψε τόσο ξεκάθαρα; Αν με τον όρο «κεκτημένο» εννοείται το ίδιο το Σχέδιο Ανάν ή κάποια τροποποιημένη εκδοχή του, πρόκειται για θεσμική και πολιτική αυθαιρεσία. Καμία κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να παρακάμπτει μια τόσο σαφή απόφαση του λαού χωρίς διαφάνεια, δημόσιο διάλογο ή νέα νομιμοποίηση.

Αν, από την άλλη, το «κεκτημένο» ερμηνεύεται ως μια γενική πολιτική κατεύθυνση χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο, τότε δεν μιλάμε για σοβαρή διαπραγματευτική βάση, αλλά για ρητορικό σύνθημα. Και τα συνθήματα, όσο εύηχα κι αν είναι, δεν συνιστούν θεσμική συνέχεια.

Η ΔΔΟ δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ένα συγκεκριμένο πολιτειακό μοντέλο, με σαφείς αρχές, εξουσιαστικούς μηχανισμούς και προβλέψεις. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε «λευκό χαρτί» όπου ο καθένας προβάλλει τη δική του ερμηνεία.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης οφείλει να μιλήσει με καθαρότητα. Τι εννοεί όταν μιλά για «κεκτημένο των συνομιλιών»; Τι διατηρείται από το Σχέδιο Ανάν; Τι έχει αλλάξει; Έχει αλλάξει τίποτα; Μιλάμε για ουσιαστική μεταβολή ή για επιστροφή στο ίδιο μοντέλο με νέο περιτύλιγμα; Ποιο είναι σήμερα το περιεχόμενο της ΔΔΟ που υπερασπίζεται ο κ. Πρόεδρος; Και, κυρίως, πότε σκοπεύει να ζητήσει εκ νέου την έγκριση των πολιτών; Χωρίς αυτή την έγκριση, όποια πρωτοβουλία κι αν λάβει η κυβέρνηση, στερείται θεσμικής νομιμοποίησης.

Ορισμένοι επικαλούνται τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, τα οποία πράγματι αναφέρονται σε λύση βάσει Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα. Ωστόσο, τα ίδια τα ψηφίσματα —όπως το 1251 του ΣΑ/ΟΗΕ— ξεκαθαρίζουν ότι η λύση πρέπει να είναι αμοιβαία αποδεκτή και να προκύπτει μέσα από διαπραγμάτευση. Δεν μπορεί να επιβληθεί μονόπλευρα και, φυσικά, δεν ακυρώνει το δημοκρατικό δικαίωμα του λαού να απορρίψει ένα προτεινόμενο πλαίσιο.

Η επίκληση των ψηφισμάτων, στην παρούσα συγκυρία, λειτουργεί παραπλανητικά. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν επιβάλλουν μοντέλα, ούτε χαρακτηρίζουν την απόρριψη ως «λάθος» που πρέπει να διορθωθεί. Αντιθέτως, επισημαίνουν πως η λύση πρέπει να έχει δημοκρατική νομιμοποίηση και να προκύπτει μέσω διαλόγου — όχι να ανακυκλώνεται αυτοματοποιημένα επειδή κάποτε προτάθηκε.

Το ΟΧΙ του 2004 δεν είναι μια ιστορική λεπτομέρεια προς διαγραφή. Είναι κορυφαίο πολιτικό και συνταγματικό γεγονός. Ήταν η μοναδική φορά που ο λαός κλήθηκε να αποφασίσει για ένα πλήρες πολιτειακό μοντέλο. Και απάντησε με σαφέστατο ΟΧΙ.

Όποιος επιθυμεί να επαναφέρει αυτό το μοντέλο —έστω και τροποποιημένο— οφείλει να το δηλώσει ξεκάθαρα και να ζητήσει νέα έγκριση από τον λαό. Οτιδήποτε λιγότερο είναι θεσμικά εσφαλμένο και πολιτικά παραπλανητικό.

Οι πολιτικοί —συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου— δεν έχουν το δικαίωμα να αγνοούν την απόφαση του 2004. Ο «ρεαλισμός», όπως συχνά προβάλλεται, δεν είναι παρά πολιτική δειλία. Η άρνηση να αναγνωρίσουν ότι το μοντέλο που προωθούν έχει ήδη απορριφθεί και πρέπει να επανεξεταστεί, όχι να αναπαραχθεί.

Η εμμονή στη ΔΔΟ ως μονόδρομο —χωρίς διάλογο, χωρίς νέα εντολή και χωρίς σαφείς απαντήσεις— δεν είναι ρεαλισμός. Είναι θεσμική εκτροπή. Είναι περιφρόνηση της λαϊκής βούλησης. Και, ακόμη χειρότερα, είναι βαθιά αντιδημοκρατική στάση και ξεδιάντροπη πολιτική συμπεριφορά.

Ο κ. Χριστοδουλίδης οφείλει να αποδείξει ότι σέβεται τους πολίτες. Ότι δεν κυβερνά με βάση παρωχημένα μοντέλα που έχουν απορριφθεί, αλλά με γνώμονα τη σημερινή βούληση της κοινωνίας. Πριν ξεκινήσει συνομιλίες για το μέλλον της Κύπρου, οφείλει να προσδιορίσει με ακρίβεια ποια είναι η “βάση” που προτείνει και να την θέσει υπό την κρίση αυτών που θα κληθούν να την αποδεχτούν ή να την απορρίψουν ξανά: τους πολίτες.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία

ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2026/1/22/to-okhi-tou-2004-den-xegraphetai/