9/8/2026
Γράφει ο Κωστής Κωνσταντίνου
Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), άφησε να νοηθεί ότι η Τουρκία ενδέχεται να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, το αμερικανικό Κογκρέσο ζήτησε την αρωγή ειδικών ως προς το ζήτημα και τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη, πρωτίστως δε του δρα Σινάν Τζιντί, του τουρκικής καταγωγής ανώτερου ερευνητή και διευθυντή του Προγράμματος για την Τουρκία στο Foundation for Defense of Democracies, στην Ουάσιγκτον.
Ο δρ Τζιντί ειδικεύεται στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, διδάσκει στο Georgetown University, καθώς και Εθνική Ασφάλεια στο Marine Corps University.
Τα όσα είπε εκεί, αλλά και όσα ανέφερε αργότερα μιλώντας στον «Φιλελεύθερο», ξεκαθαρίζουν την εικόνα ως προς το τι ενδέχεται να γίνει και τι όχι, αλλά είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστικά για το τι έπεται εάν η Τουρκία επιστρέψει στο πρόγραμμα. Η απόκτηση έξι F-35, λέει, δεν πρόκειται από μόνη της να ανατρέψει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα μπορούσε, ωστόσο, να προκαλέσει κάτι πολύ χειρότερο.

«Λήξαν θέμα» μέχρι πρόσφατα
Κάνοντας μια αναδρομή, ο ακαδημαϊκός εξηγεί ότι, μέχρι πρόσφατα, το ζήτημα των τουρκικών F-35 θεωρείτο ουσιαστικά λήξαν. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε χαρακτηρίσει την αγορά των ρωσικών S-400 «τετελεσμένο γεγονός», καθιστώντας σαφές ότι η Άγκυρα δεν σκόπευε να εγκαταλείψει το σύστημα. Οι αμερικανικές κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος για την Εθνική Άμυνα, ο NDAA, είχαν πρακτικά εκμηδενίσει τις πιθανότητες επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα.
«Για μεγάλο χρονικό διάστημα πιστεύαμε ότι το θέμα είχε κλείσει», αναφέρει. Αυτό που το επανέφερε στην επικαιρότητα είναι οι πληροφορίες ότι η Άγκυρα εξετάζει το ενδεχόμενο να απομακρύνει τους S-400 από το οπλοστάσιό της και πιθανόν να τους μεταφέρει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να άρει το βασικό νομικό εμπόδιο, δεν είναι όμως απλή. Η Τουρκία θα πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι αποχωρίζεται το ρωσικό σύστημα, ενώ για τη μεταφορά του σε τρίτη χώρα απαιτείται και η συγκατάθεση της Μόσχας. Εφόσον εκπληρωθούν αυτές οι προϋποθέσεις, η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορεί να κρίνει ότι η Τουρκία έχει συμμορφωθεί και να ενημερώσει το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να προχωρήσει στην παράδοση των αεροσκαφών.
Τι επιδιώκει η Άγκυρα
Στο επίκεντρο της συζήτησης δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην η δημιουργία ενός μεγάλου τουρκικού στόλου F-35, αλλά τα έξι αεροσκάφη τα οποία η Άγκυρα έχει ήδη πληρώσει και παραμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά την εκτίμηση του δρα Τζιντί, η παράδοσή τους δεν θα άλλαζε από μόνη της τη στρατιωτική ισορροπία με την Ελλάδα.
«Μια χώρα που αποκτά έξι F-35 δεν ανατρέπει τη στρατηγική ισορροπία», επισημαίνει, διευκρινίζοντας ότι οι πραγματικές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης θα γίνονταν αισθητές σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Η σημασία των έξι αεροσκαφών, εξηγεί, βρίσκεται κυρίως στην τεχνολογία στην οποία θα αποκτούσε πρόσβαση η Τουρκία. Ο ίδιος δεν θεωρεί βέβαιο ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να επιδιώκει την αγορά περίπου 100 F-35, όπως προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός της. Πιθανότερο είναι να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την παραλαβή των αεροσκαφών που έχει ήδη πληρώσει.
Η μάχη για τους κινητήρες
Η απόκτησή τους, προσθέτει, θα επέτρεπε στην τουρκική αμυντική βιομηχανία να μελετήσει σε βάθος τα εξαρτήματα, τα συστήματα και τις τεχνολογικές δυνατότητές τους. «Αυτό πιστεύω ότι θέλει πραγματικά η Τουρκία», τονίζει. «Θέλει τα έξι αεροσκάφη που έχει πληρώσει, ώστε να κατανοήσει τα εξαρτήματα και την πολυπλοκότητα των κινητήρων τους».
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο για την Ελλάδα, την Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή. Η τεχνογνωσία που θα αποκτούσε η Άγκυρα θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη εγχώριου τουρκικού κινητήρα και, κατ’ επέκταση, την εξέλιξη του μαχητικού KAAN. Η Τουρκία θα μπορούσε έτσι να κατασκευάσει ένα μαχητικό πέμπτης γενιάς χωρίς να εξαρτάται από αμερικανικά ή ευρωπαϊκά εξαρτήματα και γραμμές παραγωγής.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει την προμήθεια περίπου 80 αμερικανικών κινητήρων F110, μέσω συμφωνίας ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι συγκεκριμένοι κινητήρες δεν χρησιμοποιούνται στα F-35, αλλά σε μαχητικά τέταρτης γενιάς, όπως τα F-16. Η Τουρκία θέλει να τους τοποθετήσει στην πρώτη γενιά των KAAN, μέχρι να αποκτήσει τη δυνατότητα να παράγει δικό της κινητήρα.
Με δικά της μαχητικά έως το 2030
Η φιλοδοξία της δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας. Στόχος είναι το KAAN να εξαχθεί και σε τρίτες χώρες, όπως η Αίγυπτος και η Ινδονησία, ενώ έχουν ήδη εμφανιστεί σενάρια συμπαραγωγής με το Κάιρο. Σύμφωνα με τον Τζιντί, η Άγκυρα επιδιώκει να είναι σε θέση να κατασκευάζει το μαχητικό χωρίς κρίσιμα ξένα εξαρτήματα μεταξύ 2030 και 2032.
«Εκεί βρίσκεται ο στρατηγικός υπολογισμός της Τουρκίας: στην πλήρη ανεξαρτησία από τη Δύση», τονίζει. Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στην Άγκυρα να μην επηρεάζεται πλέον στον ίδιο βαθμό από αμερικανικούς ή ευρωπαϊκούς περιορισμούς στις εξαγωγές, στις παραδόσεις ανταλλακτικών και στην πρόσβαση σε κρίσιμη στρατιωτική τεχνολογία.
Πέρα από τη στρατιωτική διάσταση, η πιθανή παράδοση των F-35 θα έστελνε, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα εξαιρετικά ανησυχητικό πολιτικό μήνυμα. Θα έδειχνε ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει τους S-400 ως το μοναδικό πρόβλημα στις σχέσεις με την Τουρκία, παραβλέποντας μια σειρά από άλλες σοβαρές ενστάσεις.
Μεταξύ αυτών, ο ειδικός καταγράφει τις στενές σχέσεις της Άγκυρας με κινεζικές εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Η παρουσία κινεζικής τεχνολογίας στις τουρκικές υποδομές θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητα δεδομένα και τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας των F-35. Ανάλογες ανησυχίες είχαν, άλλωστε, συμβάλει στο πάγωμα της πώλησης των αεροσκαφών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η απειλητική στάση της Άγκυρας
Στις αμερικανικές επιφυλάξεις, σημειώνει, προστίθενται η υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς, η απειλητική συμπεριφορά της απέναντι σε άλλους συμμάχους των ΗΠΑ και οι αναθεωρητικές της επιδιώξεις έναντι της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επομένως, συμπεραίνει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη έξι τουρκικών F-35. Είναι το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να δώσουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην εμπορική πώληση στρατιωτικής τεχνολογίας παρά στην προστασία του σημαντικότερου αεροπορικού τους συστήματος και στην ασφάλεια των συμμάχων που το χρησιμοποιούν.
Το τελευταίο σοβαρό ανάχωμα παραμένει το Κογκρέσο. Ο ειδικός προβλέπει ότι οποιαδήποτε απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει στην παράδοση θα προκαλούσε έντονη αντίδραση από διακομματική ομάδα γερουσιαστών και βουλευτών. Πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν η αποστολή διακομματικής επιστολής και η κατάθεση ψηφίσματος αποδοκιμασίας.
Ο Τραμπ, ωστόσο, θα μπορούσε να ασκήσει βέτο. Με τα σημερινά δεδομένα, εξηγεί, δεν θεωρείται βέβαιο ότι οι αντίπαλοι της μεταφοράς θα συγκέντρωναν την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για να το ανατρέψουν. Η απομάκρυνση των S-400 θα έθετε, συνεπώς, την αμερικανική κυβέρνηση σε σαφώς ισχυρότερη θέση για να προχωρήσει.
Ο πραγματικός κίνδυνος, καταλήγει ο καθηγητής, δεν βρίσκεται τόσο στα έξι αεροσκάφη όσο σε αυτό που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην Τουρκία να πετύχει μέσα στα επόμενα χρόνια.
Το Κογκρέσο έχει ήδη καταγράψει, τονίζει, σε προηγούμενες επιστολές προς τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών, το σύνολο των ανησυχιών στις οποίες η Άγκυρα θα πρέπει να απαντήσει πριν εγκριθεί οποιαδήποτε μεταφορά αεροσκαφών.
Και κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν έχει γίνει. Ούτε και πρόκειται.

Προκαλούν και δεν κρύβονται
«Μια στρατηγικά αυτόνομη Τουρκία μπορεί να ακούγεται πολύ καλή ιδέα στα χαρτιά», παρατηρεί και σημειώνει ότι σύμβουλοι του Τραμπ, όπως ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, μπορεί να υποστηρίζουν ότι η ενίσχυση της Άγκυρας ενδυναμώνει έναν σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Αυτό, όμως, υπογραμμίζει, δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι θα αναχαιτιστεί η στρατιωτικοποιημένη, επιθετική και αναθεωρητική συμπεριφορά του Ερντογάν και του καθεστώτος του — συμπεριφορά την οποία, όπως λέει, «δεν κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψουν».
Ακριβώς αυτό προσπαθούν να εξηγήσουν στον Τραμπ Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο. Το ερώτημα, κατά τον καθηγητή Τζιντί, είναι τι θα συμβεί εάν, μέσα σε δύο, τρία ή πέντε χρόνια, μια Τουρκία εξοπλισμένη με μαχητικά πέμπτης γενιάς εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας περιφερειακή σύγκρουση, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να διατηρήσει την πίεση προς την Άγκυρα, να απαιτήσει λογοδοσία και να πιστοποιεί, μέσω του Κογκρέσου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, βήμα προς βήμα, ότι η Τουρκία εγκαταλείπει πράγματι την επιθετική της συμπεριφορά.
Διαφορετικά, καταλήγει, η αμερικανική πολιτική κινδυνεύει να δημιουργήσει σήμερα ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για το αύριο.
ΠΗΓΗ:https://www.philenews.com/kosmos/article/1756809/dr-sinan-tzinti-ti-boroun-na-allaxoun-exi-f-35-gia-tin-tourkia-o-tourkikis-katagogis-idikos-pou-klithike-apo-to-kogkreso-proidopii/

