23/8/2026
Γράφει ο Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης
Οι Αρχηγοί παραδίδουν την εξουσία

Τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 (στις 02:05), ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε στην Αθήνα από το Παρίσι, έπειτα από 11 χρόνια αυτοεξορίας. Η πτήση του πραγματοποιήθηκε με το προσωπικό αεροπλάνο του Γάλλου Προέδρου, Βαλερί Ζισκάρ Nτ’ Εστέν. Στις 04:15 της ίδιας ημέρας ορκίστηκε Πρωθυπουργός της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, σηματοδοτώντας την επίσημη πτώση της Χούντας και την έναρξη της Μεταπολίτευσης.
Μέρος Ζ΄
Στις 23 Ιουλίου ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Μπονάνος και οι Αρχηγοί Στρατού, Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε κοινή σύσκεψη, αποφάσισαν να προτείνουν στον Πρόεδρο Γκιζίκη να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς. Για τον σκοπό αυτό, ο Μπονάνος αναχώρησε για το γραφείο του στρατηγού Γκιζίκη. Προτού προλάβει να φθάσει εκεί, ο Γκιζίκης συζητούσε με τον Ιωαννίδη την αντικατάσταση του Υπουργού Εξωτερικών Κυπραίου, τον οποίο ο Γκιζίκης θεωρούσε ακατάλληλο να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Διάσκεψη της Γενεύης, όπου αποφασίστηκε να πάρουν μέρος Ελλάδα, Κύπρος, Τουρκία και Βρετανία, για να συζητήσουν το Κυπριακό. Ο Γκιζίκης ενημέρωσε τον Ιωαννίδη ότι ερχόταν στο γραφείο του ο Μπονάνος κι εκείνος αποχώρησε, λέγοντάς του πού θα βρίσκεται, ώστε να τον ειδοποιήσουν, αν χρειαστεί, και του ζήτησε να κληθούν και οι άλλοι αρχηγοί για να συζητήσουν το θέμα. Ο Γκιζίκης συμφώνησε και κλήθηκαν οι άλλοι τρεις Αρχηγοί και ο Ιωαννίδης. Ακολούθησε μακρά σύσκεψη και αποφασίστηκε να μεταβιβαστεί η εξουσία στους πολιτικούς, διαφωνούντος μόνο του Ιωαννίδη, ο οποίος, όμως, έδωσε τον λόγο του ότι δεν θ’ αντιδράσει.
Μετά την αποχώρηση του Ιωαννίδη, και συγκεκριμένα στις 2 η ώρα μ.μ., άρχισε η κοινή σύσκεψη του Γκιζίκη, των Αρχηγών και των πολιτικών Π. Κανελλόπουλου, Γ. Μαύρου, Ε. Αβέρωφ, Γ. Αθανασιάδη-Νόβα, Σπύρου Μαρκεζίνη και Ξ. Ζολώτα, που κράτησε μέχρι τις 5.40 μ.μ., οπότε διακόπηκε μετά από πρόταση των πολιτικών, αφού προηγουμένως είχε αποφασισθεί να οριστεί ως Πρωθυπουργός ο Π. Κανελλόπουλος και Υπουργός Εξωτερικών ο Γ. Μαύρος, για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Στην πρόταση για διακοπή της συνεδρίας αντέδρασε ο Γκιζίκης, διότι βιαζόταν να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς.
Λίγη ώρα μετά την αποχώρηση των πολιτικών εμφανίστηκε απρόσμενα στο γραφείο του Γκιζίκη, όπου βρίσκονταν ακόμη και οι 4 Αρχηγοί, ο Ε. Αβέρωφ, ο οποίος είχε αποχωρήσει με τους άλλους πολιτικούς, αλλά δεν βγήκε από το μέγαρο της Βουλής, όπου ήταν το γραφείο του Γκιζίκη. Προφασιζόμενος αδιαθεσία, παρέμεινε αθέατος σε παρακείμενο γραφείο, δήθεν για να συνέλθει, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ο Χαράλαμπος Παλαΐνης. Όταν ο «πονηρός» Αβέρωφ βεβαιώθηκε ότι είχαν αποχωρήσει και απομακρυνθεί όλοι οι πολιτικοί, προχώρησε στο γραφείο του Γκιζίκη, όπου βρίσκονταν ακόμη οι τέσσερεις Αρχηγοί, και τους ζήτησε να επανεξεταστεί η απόφαση που μόλις πριν από λίγο είχε ληφθεί και να ανατεθεί η εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης στον Καραμανλή.
Την πρόταση Αβέρωφ, λες και ήταν προσυνεννοημένοι, υποστήριξαν αμέσως, προτού καν γίνει οποιαδήποτε συζήτηση, οι Αραπάκης και Παπανικολάου. Μετά από ολιγόλεπτη συζήτηση, κατά την οποία αντέδρασε ουσιαστικά ο Αρχηγός Στρατού Γαλατσάνος, την δέχτηκαν κι οι υπόλοιποι, ακόμη και ο Γκιζίκης, ο οποίος πριν από μερικά λεπτά υπερτόνιζε ότι ήθελε να ορκίσει αμέσως Κυβέρνηση και για τον σκοπό αυτό, όπως ο ίδιος είχε αναφέρει, κάλεσε από το μεσημέρι τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ να είναι έτοιμος για την ορκωμοσία. Η στάση αυτή του Γκιζίκη, να συγκατανεύσει με την πρόταση Αβέρωφ για λύση Καραμανλή, παραμένει ανεξήγητη και εγείρει πολλά ερωτήματα. Γιατί άλλαξε γνώμη τη στιγμή που βιαζόταν και μπορούσε σε μια ώρα να ορκίσει Κυβέρνηση Κανελλόπουλου, όπως προαποφασίστηκε; Τι ήταν εκείνο που τον ώθησε να κάνει στροφή 90 μοιρών και να περιμένει να έρθει ο Καραμανλής από το Παρίσι, χωρίς να γνωρίζει πόσο χρόνο χρειαζόταν να έρθει; Τελικά, ο Αβέρωφ επικοινώνησε με τον Καραμανλή, με το οποίο προφανώς ήταν συνεννοημένοι, ο οποίος έθεσε θέμα ταχείας μεταφοράς του στην Αθήνα. Ο παριστάμενος στη σύσκεψη Αρχηγός Αεροπορίας ανέλαβε να λύσει το πρόβλημα. Όμως τον πρόλαβε ο Πρόεδρος της Γαλλίας, Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, που του διέθεσε το προσωπικό του αεροπλάνο. Και παρατηρεί ο Γ. Μιχαλόπουλος: «Κι έτσι, κάτω από τις παραπάνω ‘‘περίεργες’’ μεθοδεύσεις του Ε. Αβέρωφ και την ανεξήγητη υπαναχώρηση τού τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Γκιζίκη, ο Καραμανλής ορκίστηκε στις 4 π.μ. της 24ης Ιουλίου 1974 ως Πρωθυπουργός και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και τους χειρισμούς του Κυπριακού με συνεργάτες του τον Γ. Μαύρο Αντιπρόεδρο και Υπουργό Εξωτερικών και τον Ε. Αβέρωφ Υπουργό Εθνικής Άμυνας, οι οποίοι ορκίστηκαν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας μαζί με άλλους υπουργούς».
Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας οι εισβολείς συνέχισαν την προέλασή τους ανατολικά στην επαρχία της Κερύνειας καταλαμβάνοντας τη Λάπηθο και τον Καραβά. Στις 24 Ιουλίου κατέλαβαν το χωριό Άγιος Ερμόλαος, το οποίο ανακαταλήφθηκε από δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς, οι οποίες, μετά από άνισες σκληρές μάχες εναντίον υπεράριθμου εχθρού, υποχώρησαν στις 28 Ιουλίου. Σφοδρές συγκρούσεις διεξήχθησαν και στο Αγριδάκι, όπου οι Τούρκοι έχασαν αρκετούς άντρες, ανάμεσά τους ένας αντισυνταγματάρχης, ένας ταγματάρχης κι ένας αρχιλοχίας του Υγειονομικού.
Την 1η Αυγούστου ξέσπασαν νέες σφοδρές μάχες στον Καραβά, κατά τις οποίες η Εθνική Φρουρά, με τα ελάχιστα μέσα που διέθετε, κατέστρεψε κι ένα τουρκικό άρμα. Οι εισβολείς ανασυντάχθηκαν και στις 6 Αυγούστου ενισχυμένοι με άντρες, άρματα και όλμους επιτέθηκαν εναντίον των κωμοπόλεων Καραβά και Λαπήθου, τις οποίες, μετά από σκληρές μάχες, ολίγων εναντίον πολλών, κατέλαβαν στις 8 Αυγούστου, αφήνοντας αρκετούς νεκρούς και τραυματίες.

Η επιχείρηση «Αττίλας Δύο»
Η δεύτερη φάση της εισβολής στις 14 Αυγούστου 1974 ήταν προμελετημένη από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την κατάπαυση του πυρός, από τις 22 μέχρι τις 14 Αυγούστου, για ν’ αποβιβάσουν ανενόχλητα στην Κύπρο μεγάλες δυνάμεις στρατού και πολεμικού υλικού, ενώ είχε αρχίσει από τις 25 Ιουλίου στη Γενεύη, Διάσκεψη, στην οποία συμμετείχαν η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία. Τη Ελλάδα αντιπροσώπευσε ο Υπουργός Εξωτερικών, Γ. Μαύρος, την Τουρκία ο Υπουργός των Εξωτερικών, Γκιουνές και τη Βρετανία ο επίσης Υπουργός Εξωτερικών, Κάλαχαν. Η Διάσκεψη, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τις 30 Ιουλίου, σημείωσε κάποια πρόοδο, που επιβεβαιώθηκε και από επίσημο ανακοινωθέν των τριών υπουργών. Στις 28, όμως, του μήνα ο Καραμανλής κατήγγειλε με μήνυμά του στον Ετζεβίτ τις τουρκικές ενέργειες, αποκρούοντας ταυτόχρονα και πρόταση του Τούρκου Πρωθυπουργού να συναντηθούν, θέτοντας όρους για να γίνει η συνάντησή τους.
Η Διάσκεψη επανέλαβε τις εργασίες της με τη συμμετοχή του Γλαύκου Κληρίδη ως εκπροσώπου της ελληνοκυπριακής πλευράς και του Ραούφ Ντενκτάς ως εκπροσώπου της τουρκοκυπριακής πλευράς. Οι τουρκικές, όμως, ενέργειες, που παραβίαζαν την εκεχειρία, είχαν προκαλέσει δυσπιστία και ζωηρές ανησυχίες στην ελληνική Κυβέρνηση, η οποία όφειλε να εξετάσει το ενδεχόμενο νέων εχθροπραξιών, και στις 3, 13 και 14 Αυγούστου ο Καραμανλής συγκάλεσε απανωτές συσκέψεις με τη στρατιωτική ηγεσία και τους αρμόδιους Υπουργούς. Κατά τις συσκέψεις αυτές, αναφέρει ο Καραμανλής στην επιστολή του για τον Φάκελο της Κύπρου, «διεπιστώθη η πλήρης αδυναμία στρατιωτικής επεμβάσεως στην Κύπρο, καθώς και ευρύτερης αναμετρήσεως με την Τουρκία».
Τελικά, η Διάσκεψη της Γενεύης κατέρρευσε λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας και της φιλοτουρκικής στάσης Κίσινγκερ – Κάλαχαν και χαράματα της 14ης Αυγούστου ο Γκιουνές, με το κωδικό μήνυμα «Η Αϊσέ πάει για διακοπές», άναβε το πράσινο στον Αττίλα για την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής. Η Κύπρος κατήγγειλε την παραβίαση της εκεχειρίας και την έναρξη νέων τουρκικών πολεμικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, αλλά οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να προελαύνουν. Και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εδέησε στις 16 Αυγούστου να καλέσει τα εμπόλεμα μέρη σε κατάπαυση του πυρός, με την ακόλουθη απόφαση:
«Το Συμβούλιο Ασφαλείας, υπενθυμίζοντας τις αποφάσεις του 353 (1974), 354 (1974),
»Σημειώνοντας ότι όλα τα κράτη διακήρυξαν τον σεβασμό τους στην κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου,
»Ανησυχεί βαθιά για τη χειροτέρευση της κατάστασης στην Κύπρο, η οποία οφείλεται στη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, που αποτελούν πιο σοβαρό κίνδυνο για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
- Σημειώνει την προηγούμενη αποδοκιμασία του για τις μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες κατά της Δημοκρατίας της Κύπρου.
- Ενθαρρύνει τις πλευρές να συμμορφωθούν με όλους τους όρους των προηγούμενων αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν την υποχρέωση αποχώρησης από τη Δημοκρατία της Κύπρου, χωρίς καθυστέρηση, του ξένου στρατιωτικού προσωπικού, που βρίσκεται χωρίς να προβλέπεται από τις διεθνείς συμφωνίες.
- Ενθαρρύνει τις πλευρές να ξαναρχίσουν, χωρίς καθυστέρηση, σε ατμόσφαιρα εποικοδομητικής συνεργασίας, τις διαπραγματεύσεις που αναφέρονται στην απόφαση 353 (1974), των οποίων η έκβαση δεν θα απειλείτο ή θα ήταν προκατειλημμένη από την απόκτηση πλεονεκτημάτων, που θα ερχόταν από στρατιωτική επιχείρηση.
- Παρακαλεί τον Γενικό Γραμματέα να του αναφέρει ό,τι είναι απαραίτητο, για τη δυνατή υιοθέτηση και άλλων σχεδιαζόμενων μέτρων, ώστε να προωθήσει την αποκατάσταση των ειρηνευτικών συνθηκών.
- Αποφασίζει να παρακολουθεί μόνιμα την υπόθεση και να συνέλθει σε οποιαδήποτε στιγμή, για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εξέλιξη της κατάστασης».
* Την επόμενη Κυριακή: Ο συσχετισμός δυνάμεων
ΠΗΓΗ:https://simerini.sigmalive.com/article/2026/8/23/o-tourkikos-attilas-plettei-ten-kuprod0f7b9f9-45ba-4988-8591-3cf5d6fcae36/

