Μπορείς να διαπραγματευτείς έναν παραλογισμό;

 30 Ιουνίου 2017, 12:01 μμ  

του    Άριστου Μιχαηλίδη   

Λογικό είναι σε μια διαπραγμάτευση η κάθε πλευρά να ξεκινά από μαξιμαλιστικές θέσεις με προοπτική να κάνει στην πορεία υποχωρήσεις. Έτσι κρίνονται και οι τουρκικές προτάσεις για ασφάλεια και εγγυήσεις. Μόνο που κρίνονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι βρίσκονται σε λάθος βάση και λάθος προσανατολισμό. Κι αυτό με τη δική μας διαχρονική συναίνεση. Διότι δεν αφορούν την απόλυτα τεκμηριωμένη και επιβαλλόμενη κατάργηση των τουρκικών εγγυήσεων και την ακύρωση του όποιου ρόλου της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά στη μετεξέλιξή τους. Για να προσαρμοστούν δήθεν στη σύγχρονη εποχή, όπως πολλοί από τους ηγέτες μας έλεγαν τόσο καιρό, πρόθυμοι να δεχτούν μια φόρμουλα, που απλώς θα αλλάζει το περιτύλιγμα στις Συνθήκες του 1960. Ότι, δηλαδή, πρόκειται για έναν ετεροχρονισμένο θεσμό που χρειάζεται να αντικατασταθεί με κάτι καινούργιο. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι αυτό και, μάλλον, πριν να προχωρήσει οτιδήποτε, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα που έθεσε και ο Νίκος Κοτζιάς την πρώτη μέρα της Διάσκεψης: Τι είδους κράτος θέλουμε; Η Τουρκία ξέρουμε τι είδους κυπριακό κράτος θέλει, οι ηγέτες μας, όμως, και διάφοροι φωστήρες της νεοκυπριακής διανόησης, δεν είμαστε σίγουροι τι κράτος θέλουν. Ή, καλύτερα, γνωρίζουμε ότι τους φαίνεται παράδοξο που κάποιοι από εμάς επιμένουν να μιλούν για απελευθέρωση και απορρίπτουν οποιαδήποτε συμφωνία θα μετατρέπει εσαεί ολόκληρη την Κύπρο σε τουρκικό προτεκτοράτο. Μάλλον, αυτό τους αρκεί.

Αρκετοί από αυτούς ενοχλήθηκαν κιόλας που ο Πρόεδρος Αναστασιάδης απέρριψε εξ αρχής την τουρκική πρόταση. Ελπίζω να την απέρριψε επειδή όντως την έκρινε απαράδεκτη κι όχι για να τη διαπραγματευτεί στη συνέχεια. Ούτε καν πρέπει να μπει σε τέτοια διαπραγμάτευση, ακόμα κι αν του βάλουν πιστόλι στον κρόταφο. Δεν μπορείς να διαπραγματεύεσαι παραλογισμούς πιστεύοντας ότι θα τους εκλογικεύσεις. Δεν θα πετύχεις παρά μόνο να προσαρμόσεις τη λογική σου σε αυτούς για να μπορέσεις να συνεννοηθείς. Εδώ, δηλαδή, δεν πρόκειται για διαπραγμάτευση που ξεκινά από ακραίες θέσεις για να γίνουν υποχωρήσεις στη συνέχεια.

Για παράδειγμα, ο Τσαβούσογλου θεωρεί ότι είναι προσαρμογή στα νέα δεδομένα όταν προτείνει παραμονή τουρκικών και ελληνικών στρατευμάτων, αλλά, λέει, θα υπάγονται στις αντίστοιχες πολιτείες. Μεγάλη προσαρμογή! Τι αλλάζει αυτό όταν όλες οι άλλες πρόνοιες της λύσης υπαγορεύουν ότι η τ/κ πολιτεία θα υπάγεται στην Τουρκία; Πώς μπορείς να διαπραγματευτείς όταν προτείνει εσαεί παραμονή στρατευμάτων; Να αποχωρήσουν, λέει, κάποιοι μετά τη συμφωνία και μετά σταδιακή αποχώρηση μέχρι να μείνει ένας συμφωνημένος αριθμός. Καλά, δεν άλλαξε τίποτε από το 2004; Ούτε από το 1974; Ούτε από το 1960; Κι αν δεν άλλαξε για την Τουρκία, δεν άλλαξε ούτε για τους Τουρκοκύπριους; Διότι και οι θέσεις που βάζει ο Ακιντζί όχι μόνο δεν είναι ενθαρρυντικές, αλλά είναι τέτοιες που διερωτάσαι τι διάολο κράτος θα κάνουμε μαζί. Θέλει, είπε, τουρκικές εγγυήσεις και κατοχικό στρατό διότι δεν εμπιστεύονται την ελληνοκυπριακή πλευρά, ούτε και την ΕΕ. Κατά τα άλλα, όμως, θα στήσουμε κοινό κράτος και μάλιστα ενταγμένο στην ΕΕ. Πού θα βασίζεται αυτό το κράτος; Θα είμαστε συνέταιροι, θα διαχειριζόμαστε μαζί τη διακυβέρνηση, αλλά οι Τ/κ δεν θα εμπιστεύονται τους Ε/κ συνεταίρους τους; Τουλάχιστον, οι Ε/κ δεν λένε ποτέ ότι δεν εμπιστεύονται τους Τ/κ, αλλά ότι δεν εμπιστεύονται την Τουρκία.

Όσα ήδη συμφωνήθηκαν σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση θα έπρεπε να καλύπτουν πλήρως την όποια πραγματική ή πλασματική ανασφάλεια των Τ/κ. Κι αυτό πρώτος απ’ όλους θα περιμέναμε να το αναγνωρίζει ο Ακιντζί. Η κοινή ομοσπονδιακή αστυνομία, η απαγόρευση επέμβασης στις αρμοδιότητες των πολιτειών από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η αυτονομία που θα έχει κάθε πολιτεία στα γεωγραφικά της όρια και πολλά άλλα. Κι αυτά αποδεικνύουν ότι δεν έχουμε απέναντί μας ειλικρινείς συνομιλητές. Διότι ο στόχος τους, δυστυχώς και του Ακιντζί, δεν είναι η ασφάλεια των Τ/κ ή η λειτουργικότητα και η βιωσιμότητα του κράτους. Είναι μόνο η διασφάλιση του ελέγχου της Κύπρου από την Τουρκία μέσω μιας συμφωνίας που θα προσφέρει νομιμότητα στον ρόλο του κηδεμόνα. Ξανά η απορία: Πώς διαπραγματεύεσαι ένα ζήτημα που είναι από τη βάση του παράλογο; Θα διαπραγματευτούμε αν η Τουρκία θα είναι λίγο ή περισσότερο κηδεμόνας της Κύπρου;

http://www.philenews.com/f-me-apopsi/arthra-apo-f/article/411471/boreis-na-diapragatefteis-enan-paralogsmo